Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18080-18100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17223επαγωγέας[ἐπαγωγέας] ε-πα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) {επαγωγ-είς} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μαγνήτης ή σύστημα μαγνητών που παράγει μαγνητικό πεδίο σε ηλεκτρικές μηχανές. Βλ. πηνίο. 2. ΒΙΟΧ. ουσία που προκαλεί τη σύνθεση ενζύμου: πρωτεΐνη-~. ~είς των ηπατικών ενζύμων. Βλ. καταστολέας. [< πβ. μεσν. ἐπαγωγεύς ‘που εισάγει’, γαλλ. inducteur]
17224επαγωγή[ἐπαγωγή] ε-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) μέθοδος σκέψης που καταλήγει στη διατύπωση γενικού νόμου ή κανόνα, ξεκινώντας από την εξέταση επιμέρους περιπτώσεων: λογική ~. Βλ. συν~. ΑΝΤ. απαγωγή (2), παραγωγή (5) 2. ΦΥΣ. πρόκληση ηλεκτρεγερτικής δύναμης σε ηλεκτρικό κύκλωμα εξαιτίας μαγνητικού πεδίου, ειδικότ. με μεταβολή της μαγνητικής ροής: ηλεκτρομαγνητική/(σπανιότ.) ηλεκτρική ~. Αμοιβαία ~ μεταξύ δύο πηνίων. Ο νόµος της ~ής. Φόρτιση με ~/(λόγ.) εξ ~ής. Βλ. αυτ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγωγή κληρονομιάς & (λόγ.) κληρονομίας: ΝΟΜ. προσωρινή κτήση κληρονομιάς με δικαίωμα αποποίησης, που πραγματοποιείται αυτοδικαίως με τον θάνατο αυτού που κληρονομείται., επαγωγή όρκου: ΝΟΜ. απαίτηση που επιβάλλεται από διάδικο σε αντίδικό του να βεβαιώσει ενόρκως τα λεγόμενά του. , μαγνητική επαγωγή ΦΥΣ. 1. ένταση μαγνητικού πεδίου. Βλ. τέσλα. 2. μετατροπή υλικού σε μαγνήτη υπό την επίδραση μαγνητικού πεδίου. [< γαλλ. induction magnétique] , μαθηματική επαγωγή & τέλεια επαγωγή: ΜΑΘ. μέθοδος που αποδεικνύει ότι μια πρόταση στην οποία αναφέρεται ένας φυσικός αριθμός ισχύει για όλους τους υπόλοιπους φυσικούς αριθμούς και οδηγεί σε απολύτως ασφαλή αποτελέσματα. [< 1: αρχ. ἐπαγωγή 2: γαλλ. induction]
17225επαγωγικός, ή, ό [ἐπαγωγικός] ε-πα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την εξαγωγή γενικού συμπεράσματος από τη μελέτη ειδικών στοιχείων: ~ός: (συλ)λογισμός/τρόπος σκέψης. ~ή: απόδειξη/λογική/σκέψη. ΑΝΤ. απαγωγικός (1), παραγωγικός (4) 2. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην επαγωγή: ~ός: διακόπτης/κινητήρας. ~ή: αντίδραση/εστία/τάση. ~ό: πηνίο/ρεύμα/φορτίο. ● επίρρ.: επαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: μτγν. ἐπαγωγικός 2: γαλλ. inductif]
17226ΕΠΑΕ1. (το) Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα. 2. (οι) Επιτροπές Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου.
17227έπαθαβλ. παθαίνω
17228έπαθλο[ἔπαθλο] έ-πα-θλο ουσ. (ουδ.) {επάθλ-ου}: βραβείο που κερδίζει ο νικητής αγώνα ή διαγωνισμού: τιμητικό/χρηματικό ~. Το ~ του πρωταθλητή (βλ. τρόπαιο). Απονομή ~ου. Διεκδικώ/κερδίζω/(παρα)λαμβάνω το ~. Κλήρωση με ~ πλούσια δώρα. Κύπελλα, μετάλλια και ~α. ~α στους αριστεύσαντες φοιτητές (βλ. αριστείο). ΣΥΝ. άθλο ● ΣΥΜΠΛ.: επαμειβόμενο έπαθλο/κύπελλο βλ. επαμειβόμενος [< αρχ. ἔπαθλον]
17229επαινετέος, α, ο [ἐπαινετέος] ε-παι-νε-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει ή αξίζει να επαινεθεί: ~α: στάση. Με ~ο τρόπο κατάφερε να ... ΑΝΤ. κατακριτέος
17230επαινετικός, ή, ό [ἐπαινετικός] ε-παι-νε-τι-κός επίθ.: που αποτελεί ή δηλώνει έπαινο: ~ή: αναφορά/κριτική. ~ό: άρθρο. ~οί: χαρακτηρισμοί. ~ές: δηλώσεις. ~ά: σχόλια. Πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-, (εξ)υμνητ-, φιλοφρονητ-ικός. ΑΝΤ. επικριτικός, επιτιμητικός ● επίρρ.: επαινετικά [< αρχ. ἐπαινετικός]
17231επαινετός, ή, ό [ἐπαινετός] ε-παι-νε-τός επίθ. (λόγ.): αξιέπαινος: ~ή: προσπάθεια/πρωτοβουλία. [< αρχ. ἐπαινετός]
31797έπαινος

μομ-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ή επικριτική παρατήρηση, κατηγορία: άδικη/ανυπόστατη/βαριά/δημόσια ~. Απευθύνω/αποδίδω/εκτοξεύω/εξαπολύω/επιρρίπτω/προσάπτω ~ σε (κάποιον). Διατυπώνω τη ~ ότι ... Πβ. επίκριση, επίπληξη, ψόγος. ΑΝΤ. διθύραμβος (1), έπαινος (1) 2. ΠΟΛΙΤ. πρόταση με την οποία ζητείται η έκπτωση προσώπου ή οργάνου από αξίωμα, θέση: Υποβάλλω ~ εναντίον/κατά του προέδρου/του υπουργού. Κατάθεση/ψήφος ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση μομφής/δυσπιστίας βλ. πρόταση [< αρχ. μομφή]

17232έπαινος[ἔπαινος] έ-παι-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} 1. ένθερμο, θετικό σχόλιο που εκφράζει μεγάλη επιδοκιμασία: δημόσιος ~. Σας αξίζουν συγχαρητήρια και κάθε ~. Εξέφρασε τον ~ό του προς ... Αποσπά/εισπράττει/κερδίζει ~ους. Πβ. εγκώμιο, παίνεμα. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. επίκριση, μομφή (1), ψόγος 2. είδος διάκρισης, κατώτερης από το βραβείο, η οποία απονέμεται συνήθ. χωρίς να συνοδεύεται από οικονομικές και άλλες απολαβές: τιμητικός ~. Αριστεία/μετάλλια και ~οι. Μυθιστόρημα που τιµήθηκε με ~ο. Αποφοίτησε με ~ο. Παρέλαβε ~ο. Πβ. τιμητική διάκριση. ● ΦΡ.: μετά πολλών επαίνων/μετ' επαίνων βλ. μετά & μετ' & μεθ' [< 1: αρχ. ἔπαινος]
58813έπαινος
17233επαινώ[ἐπαινῶ] ε-παι-νώ ρ. (μτβ.) {επαινείς ... | επαίν-εσα, -είται, -έθηκε, -εθεί, -ώντας} & (λαϊκό) παινώ {-άς ...}: εκφράζομαι επιδοκιμαστικά για κάποιον ή κάτι: Σε ~ για την ειλικρίνειά σου. ~εσαν την ενέργεια/τη στάση τους (πβ. επικροτώ). Έργο που ~είται και επιβραβεύεται. Βιβλίο που ~έθηκε από τον Τύπο. Παράσταση που έχει ~εθεί για τη σκηνοθεσία της. Πβ. εγκωμιάζω, εκθειάζω, παινεύω. ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1), μέμφομαι, ψέγω [< αρχ. ἐπαινῶ]
17234επαίρομαι[ἐπαίρομαι] ε-παί-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {επαιρόμ-ενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι υπερβολικά: Η κυβέρνηση ~εται ότι ... Μην ~εσαι για τον εαυτό σου/τις επιδόσεις σου. Δεν ~όμαστε ότι τα καταφέραμε. Πβ. κοκορεύομαι, κομπάζω, κομπορρημονώ. Βλ. θριαμβολογώ, καμαρώνω. ● βλ. επηρμένος [< αρχ. ἐπαίρομαι]
17235επαίσχυντος, η, ο [ἐπαίσχυντος] ε-παί-σχυ-ντος επίθ. (λόγ.): που φέρνει ντροπή: ~η: προπαγάνδα/στάση/υποχώρηση. ~ο: άρθρο. ~ες: συκοφαντίες/φήμες. ~ες και ανήθικες πράξεις. Πβ. ντροπιαστικός.|| (για πρόσ.) ~οι: ιερόσυλοι. Πβ. αισχρός. ΣΥΝ. επονείδιστος ● επίρρ.: επαίσχυντα [< μτγν. ἐπαίσχυντος ‘αναίσχυντος’]
17236επαιτεία[ἐπαιτεία] ε-παι-τεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ζητιανιά: καταπολέμηση της ~ας. Παιδιά που εξαναγκάζονται σε ~.|| (ειρων.) Επιδόματα ~ας (= πενιχρά). Πβ. διακονιά. Βλ. ελεημοσύνη. ● ΦΡ.: περιφέρει/βγάζει δίσκο/τον δίσκο της επαιτείας βλ. δίσκος
17237επαίτης[ἐπαίτης] ε-παί-της ουσ. (αρσ.) {επαιτών} (επίσ.): ζητιάνος: περιπλανώμενος ~. Άστεγοι/φτωχοί και ~ες. Παιδιά-~ες (βλ. παιδιά των φαναριών). Πβ. διακονιάρης. [< μτγν. ἐπαίτης]
17238επαιτώ[ἐπαιτῶ] ε-παι-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επαιτεί ..., επαιτ-ώντας | συνήθ. στο ενεστ. θ.} (επίσ.) ΣΥΝ. ζητιανεύω 1. ζητώ ελεημοσύνη: Ανάπηροι/παιδιά που ~ούν στον δρόμο/για λίγα χρήματα. Πβ. διακονεύω. 2. (μτφ.) ικετεύω, εκλιπαρώ: Δεν ~ούμε· απαιτούμε αποκατάσταση της αδικίας. ~εί (για) λίγη αγάπη. [< αρχ. ἐπαιτῶ]
17239επαΐων[ἐπαΐων] ε-πα-ΐ-ων ουσ. (αρσ.) {επαΐ-οντος (κ. -οντα), -οντα | -οντες, -όντων | σπάν. θηλ. -ουσα} (λόγ.): πρόσωπο που έχει εξειδικευμένες γνώσεις σε ορισμένο τομέα: ~ της τεχνολογίας. Οι ~οντες της αγοράς. (ειρων.) Με ύφος ~οντος.|| (ως επίθ.) Γλώσσα κατανοητή για τον μη ~οντα αναγνώστη. Πβ. αυθεντία, γκουρού, γνώστης, ειδικός, εξπέρ, σπεσιαλίστας. ΣΥΝ. ειδήμων & ειδήμονας [< αρχ. ἐπαΐων, μτχ. ενεστ. του ρ. ἐπαΐω ‘έχω πείρα, είμαι γνώστης’]
17240επακολουθεί[ἐπακολουθεῖ] ε-πα-κο-λου-θεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επακολούθ-ησε}: ακολουθεί, συμβαίνει ύστερα από κάτι άλλο, συνήθ. ως συνέπειά του: ~ησαν συγκρούσεις. Στους μήνες που ~ησαν ... Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ~ούσε. Το τι ~ησε δεν περιγράφεται.|| Λεηλασίες που ~ησαν την ανατροπή του καθεστώτος. (λόγ.) Της έκρηξης ~ησε πυρκαγιά. Πβ. επέρχεται, έπομαι. [< αρχ. ἐπακολουθῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.