Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [18100-18120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17239επαΐων[ἐπαΐων] ε-πα-ΐ-ων ουσ. (αρσ.) {επαΐ-οντος (κ. -οντα), -οντα | -οντες, -όντων | σπάν. θηλ. -ουσα} (λόγ.): πρόσωπο που έχει εξειδικευμένες γνώσεις σε ορισμένο τομέα: ~ της τεχνολογίας. Οι ~οντες της αγοράς. (ειρων.) Με ύφος ~οντος.|| (ως επίθ.) Γλώσσα κατανοητή για τον μη ~οντα αναγνώστη. Πβ. αυθεντία, γκουρού, γνώστης, ειδικός, εξπέρ, σπεσιαλίστας. ΣΥΝ. ειδήμων & ειδήμονας [< αρχ. ἐπαΐων, μτχ. ενεστ. του ρ. ἐπαΐω ‘έχω πείρα, είμαι γνώστης’]
17240επακολουθεί[ἐπακολουθεῖ] ε-πα-κο-λου-θεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επακολούθ-ησε}: ακολουθεί, συμβαίνει ύστερα από κάτι άλλο, συνήθ. ως συνέπειά του: ~ησαν συγκρούσεις. Στους μήνες που ~ησαν ... Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ~ούσε. Το τι ~ησε δεν περιγράφεται.|| Λεηλασίες που ~ησαν την ανατροπή του καθεστώτος. (λόγ.) Της έκρηξης ~ησε πυρκαγιά. Πβ. επέρχεται, έπομαι. [< αρχ. ἐπακολουθῶ]
17241επακολούθημα[ἐπακολούθημα] ε-πα-κο-λού-θη-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λόγ.): επακόλουθο. [< μτγν. ἐπακολούθημα]
17242επακολούθηση[ἐπακολούθηση] ε-πα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επακολουθεί. [< μτγν. ἐπακολούθησις]
17243επακόλουθος, η, ο [ἐπακόλουθος] ε-πα-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.): που επακολουθεί: η τεχνολογική εξέλιξη και ο ~ τρόπος ζωής. Η έλλειψη χρόνου και το ~ο στρες. Πβ. απότοκος, παρεπόμενος, συν~. ΣΥΝ. συνακόλουθος (1) ● Ουσ.: επακόλουθο (το): αποτέλεσμα, επίπτωση: άμεσο/αναπόφευκτο/λογικό/φυσικό ~. Δυσμενή/σοβαρά/τραγικά ~α. Με όλα τα ~α. Πράξη που είχε ως ~ να εξαπλωθεί η φωτιά. Εκνευρίστηκε με ~ να μην μπορεί να συνεχίσει. Τα ~α των βομβαρδισμών/του σεισμού. Ανεπαρκής διατροφή με δυσάρεστα ~α για την/στην υγεία. Ασθένεια που μπορεί να ιαθεί χωρίς ~α (βλ. επιπλοκή). Πβ. απόρροια, επιγέννημα, παρεπόμενα, συμπαρομαρτούντα, συνέπεια. ● επίρρ.: επακολούθως [< μτγν. ἐπακόλουθος]
17244επακριβής, ής, ές [ἐπακριβής] ε-πα-κρι-βής επίθ. {επακριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.): πολύ ή απόλυτα ακριβής: ~ής τήρηση των οδηγιών (= κατά γράμμα)/παράθεση κειμένου (= κατά λέξη). ~είς και αξιόπιστες μετρήσεις/λεπτομερείς περιγραφές. Παροχή ~ών πληροφοριών. ● επίρρ.: επακριβώς [-ῶς]: Πβ. ακριβώς. [< μτγν. ἐπακριβής]
17245έπακρο[ἔπακρο] έ-πα-κρο ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: στο έπακρο & (λόγ.) εις το έπακρον: στο ανώτερο επίπεδο, στο ύψιστο σημείο, στον μέγιστο βαθμό: ~ ~ των δυνατοτήτων του. Οι δεσμεύσεις μας ισχύουν ~ ~. Εκμεταλλευτείτε ~ ~ κάθε σας μέρα. Η κοροϊδία ~ ~ (= στο αποκορύφωμα, στο ζενίθ). [< γαλλ. à l΄extrême] [< αρχ. ἔπακρος]
17246επάκτιος, α, ο [ἐπάκτιος] ε-πά-κτι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που βρίσκεται κοντά σε ακτή: (ΣΤΡΑΤ.) ~α: συστοιχία (κατευθυνόμενων βλημάτων). Πβ. παραθαλάσσιος, παράκτιος, παραλιακός. [< αρχ. ἐπάκτιος]
17248επαλειπτικός, ή, ό [ἐπαλειπτικός] ε-πα-λει-πτι-κός επίθ.: που επαλείφεται σε μια επιφάνεια συνήθ. με σκοπό τη στεγανοποίηση ή τη μόνωσή της: ~ά: υλικά.|| (ως ουσ.) ~ά κόλλας.
17249επαλείφω[ἐπαλείφω] ε-πα-λεί-φω ρ. (μτβ.) {επάλει-ψα, επαλείφ-εται, -θηκε, -οντας, -όμενο, σπάν. επαλει-μμένο} (λόγ.): κάνω επάλειψη: Μέταλλο που ~εται µε αντιδιαβρωτικό λάδι (πβ. λαδώνω). (συνηθέστ. στην προστ.) ~είψτε τα πόδια σας με κρέμα. ~όμενο: καουτσούκ/κονίαμα. Πβ. αλείφω. [< αρχ. ἐπαλείφω]
17250επάλειψη[ἐπάλειψη] ε-πά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άπλωμα αλοιφής ή άλλης παχύρρευστης ουσίας σε επιφάνεια: ~ με αντηλιακή κρέμα. Εντοµοαπωθητικά για ~ στο δέρµα. Βούτυρο/τυριά (βλ. κότατζ) για ~. ~είψεις και εντριβές. Πβ. άλειμμα. || Στεγανωτικές ~είψεις. Βλ. επίχριση. [< μτγν. ἐπάλειψις ‘επίχριση, ζωγραφική’]
17251επαλήθευση[ἐπαλήθευση] ε-πα-λή-θευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαληθεύω: επιστημονική/πειραματική ~. ~ μιας θεωρίας/του κωδικού/των πληροφοριών/των προβλέψεων (ΑΝΤ. διάψευση). Επιτόπιες ~εύσεις. ~ της γνησιότητας των δικαιολογητικών/της εγκυρότητας των στοιχείων. Έλεγχος και ~ της αρχικής καταμέτρησης. ~ και επικύρωση δεδοµένων. (ΜΑΘ., για πράξη) ~ της διαίρεσης (βλ. δοκιμή). Πβ. εξακρίβωση. ΣΥΝ. επιβεβαίωση (1) [< μεσν. επαλήθευσις, γαλλ. vérification]
17252επαληθεύσιμος, η, ο [ἐπαληθεύσιμος] ε-πα-λη-θεύ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να επαληθευτεί: ~ες: πληροφορίες. ~α: γεγονότα. Επιστημονικά ~η απόδειξη. Στοιχεία ~α από αξιόπιστες πηγές. Αυθαίρετες και μη ~ες υποθέσεις. Πβ. εξακριβώσιμος. ΑΝΤ. διαψεύσιμος [< γαλλ. vérifiable, αγγλ. verifiable]
17253επαληθευσιμότητα[ἐπαληθευσιμότητα] ε-πα-λη-θευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα επαλήθευσης: αυστηρή/πειραματική/φαινομενολογική ~. ~ δαπανών. Η διαφάνεια και η ~ της εκλογικής διαδικασίας. (ΦΙΛΟΣ.) Η αρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. διαψευσιμότητα [< αγγλ. verifiability]
17254επαληθευτικός, ή, ό [ἐπαληθευτικός] ε-πα-λη-θευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επαλήθευση: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαδικασία/ικανότητα. ~ά: στοιχεία. [< γαλλ. vérificatif]
17255επαληθεύω[ἐπαληθεύω] ε-πα-λη-θεύ-ω ρ. (μτβ.) {επαλήθευ-σα, επαληθεύ-εται, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας, -μένος}: επιβεβαιώνω ότι κάτι είναι αληθές, ορθό, έγκυρο ή ότι κάποιος μίλησε σωστά, έχει δίκιο: ~στε τη διεύθυνση (πβ. διασταυρώνω, ελέγχω). Άποψη/υπόθεση που ~τηκε επιστημονικά. ~τηκαν οι εκτιμήσεις/τα προγνωστικά/οι υποψίες/οι φόβοι του (= εκπληρώθηκαν). ~μένα (και τεκμηριωμένα) στοιχεία. Πβ. εξακριβώνω.|| Οι εξελίξεις μας ~σαν (= μας δικαίωσαν). Ήμουν σίγουρος για την επιτυχία και ~τηκα (: βγήκα αληθινός). ΑΝΤ. διαψεύδω (2) [< αρχ. ἐπαληθεύω, γαλλ. (se) vérifier]
17256επαλληλία[ἐπαλληλία] ε-παλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αλληλοδιαδοχή, ακολουθία, σειρά: ~ καταστάσεων. (ΦΥΣ.) ~ κυμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της επαλληλίας/υπέρθεσης 1. ΓΕΩΛ. νόμος της στρωματογραφίας σύμφωνα με τον οποίο σε μια σειρά ιζηματογενών πετρωμάτων κάθε στρώμα είναι αρχαιότερο από τα ανώτερά του. 2. ΦΥΣ. αρχή της φυσικής σύμφωνα με την οποία, για κάθε γραμμικό σύστημα, το συνολικό αποτέλεσμα ενός φαινομένου είναι ίσο με το άθροισμα των αποτελεσμάτων των επί μέρους φαινομένων από τα οποία αποτελείται. [< αγγλ. superposition principle] [< μτγν. ἐπαλληλία ‘ακολουθία, μη διακοπτόμενη σειρά’]
17257επάλληλος, η, ο [ἐπάλληλος] ε-πάλ-λη-λος επίθ. {-ου (λόγ.) -ήλου} (λόγ.): (για όμοια αντικείμενα) που είναι τοποθετημένα το ένα επάνω στο άλλο ή βρίσκονται σε διαδοχική σειρά: ~ες: στρώσεις υλικού (= διαδοχικές). ~α: κουφώματα/παράθυρα. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Τοιχογραφίες σε ~α στρώματα. Διακόσμηση σε ~ες ζώνες.|| ~η: διάταξη/τοποθέτηση (τούβλων).|| (κατ' επέκτ.) ~οι: κύκλοι (π.χ. διηγήσεων). ● επίρρ.: επάλληλα & (σπάν.-λόγ.) -ήλως ● ΣΥΜΠΛ.: επάλληλες έννοιες: ΦΙΛΟΣ. που έχουν το ίδιο πλάτος, περιεχόμενο. [< αρχ. ἐπάλληλος ‘ο ένας μετά τον άλλο’, γαλλ. superposé]
17258έπαλξη[ἔπαλξη] έ-παλ-ξη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. (μτφ.) μάχιμη θέση από την οποία αγωνίζεται κάποιος: εθνική ~. ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας. Κοινωνικές επάλξεις. 2. προεξοχή σε τείχος οχυρού ή πύργου: οδοντωτές/πέτρινες επάλξεις. Πολεμίστρες και επάλξεις. Πβ. προμαχώνας, προπύργιο. ● ΦΡ.: στις επάλξεις & (λόγ.) επί των επάλξεων: στον αγώνα (για την επίτευξη κάποιου σκοπού): πιστός ~ ~ του καθήκοντος. Έπεσε ~ ~ (= θυσιάστηκε, σκοτώθηκε).|| Μάχονται από την πρώτη στιγμή επί των επάλξεων. [< αρχ. ἔπαλξις]
17259επαμειβόμενος, η, ο [ἐπαμειβόμενος] ε-πα-μει-βό-με-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επαμειβόμενο έπαθλο/κύπελλο & (σπάν.) βραβείο: ΑΘΛ. που απονέμεται σε νικητή αγωνιστικής περιόδου, με δικαίωμα να παραμείνει οριστικά στην κατοχή του, μόνο αν αυτός το κατακτήσει τρεις διαδοχικές φορές. || (κατ' επέκτ.) ~ο: τουρνουά. [< πβ. αρχ. ἐπαμείβομαι ‘αλλάζω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.