| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17263 | επαναβεβαιώνω | [ἐπαναβεβαιώνω] ε-πα-να-βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.): βεβαιώνω εκ νέου, ξανά: ο πρωθυπουργός ~σε την πρόθεσή του να … | |
| 17264 | επαναβεβαίωση | [ἐπαναβεβαίωση] ε-πα-να-βε-βαί-ω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου βεβαίωση, επιβεβαίωση: παρακαλούμε να προβείτε σε ~ των στοιχείων σας. | |
| 17265 | επαναβίωση | [ἐπαναβίωση] ε-πα-να-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΑΝ. ανάκληση τραυματικών συνήθ. εμπειριών στο πλαίσιο θεραπείας, με σκοπό τη σταδιακή εκτόνωση της έντασής τους: θεραπευτική ~. Βλ. φλας μπακ. 2. (καταχρ.) αναβίωση: ~ παραδόσεων. | |
| 58726 | επαναγορά | [ἐπαναγορά] ε-πα-να-γο-ρά ουσ. (θηλ.) {σπάν. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. αγορά από μια επιχείρηση, μέσω χρηματιστηρίου ή μέσω δημοπρασιών, των εταιρικών ομολόγων ή των μετοχών της που κατέχουν επενδυτές. Βλ. ρέπος. [< αγγλ. buyback, 1954, γαλλ. rachat] | |
| 17266 | επαναδημοσίευση | [ἐπαναδημοσίευση] ε-πα-να-δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου δημοσίευση, έντυπη ή ηλεκτρονική· ειδικότ. ανακοίνωση εταιρείας με την οποία δημοσιεύονται ξανά τα οικονομικά δεδομένα ορισμένης χρονικής περιόδου, προκειμένου να πληροφορηθεί το επενδυτικό κοινό τις μεταβολές ή διορθώσεις σε σχέση με την αρχική δημοσίευση: αναθεώρηση και ~ άρθρου.|| Επαναδιατύπωση και ~ των οικονομικών καταστάσεων του έτους ... Ορθή ~ του ισολογισμού. [< γαλλ. republication, περ. 1970] | |
| 17267 | επαναδημοσιεύω | [ἐπαναδημοσιεύω] ε-πα-να-δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {επαναδημοσίευ-σε, επαναδημοσιεύ-τηκε κ. -θηκε, -μένος}: κάνω επαναδημοσίευση: Προκήρυξη/συνέντευξη που ~τηκε.|| (ΟΙΚΟΝ.) Στοιχεία και πληροφορίες εταιρείας που ~θηκαν ορθώς. Πβ. αναδημοσιεύω. Βλ. ανατυπώνω, επανεκδίδω. | |
| 17268 | επαναδιαπραγματεύομαι | [ἐπαναδιαπραγματεύομαι] ε-πα-να-δι-α-πραγ-μα-τεύ-ο-μαι ρ.: διαπραγματεύομαι ξανά: ~ονται τα ενοίκια. Θα ~τεί τους όρους της σύμβασης/τη συμφωνία. [< αγγλ. renegotiate] | |
| 17269 | επαναδιαπραγμάτευση | [ἐπαναδιαπραγμάτευση] ε-πα-να-δι-α-πραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαπραγμάτευση: ~ του δανείου/χρέους (πβ. αναδιάρθρωση). [< αγγλ. renegotiation, 1934] | |
| 17270 | επαναδιάταξη | [ἐπαναδιάταξη] ε-πα-να-δι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): εκ νέου διάταξη: ~ των μερών μιας δομής. ~ των δυνάμεων (πβ. ανασύνταξη).|| (μτφ.) ~ της πολιτικής (πβ. αναδιάρθρωση). | |
| 17271 | επαναδιατύπωση | [ἐπαναδιατύπωση] ε-πα-να-δι-α-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διατύπωση: ~ του θέματος/του κειμένου/του προβλήματος/της πρότασης. Διόρθωση και ~ του νομοσχεδίου. Πβ. αναδιατύπωση. | |
| 17272 | επαναιμάτωση | [ἐπαναιμάτωση] ε-πα-ναι-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματος σε όργανο ή ιστό μετά από περίοδο ισχαιμίας, ιδ. στην καρδιά ύστερα από απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών: ~ του μυοκαρδίου. Επεμβάσεις ~ης (βλ. αγγειοπλαστική, μπαϊπάς, στεντ). Σύνδρομο~ης (: το σύνολο των βλαβών που προκαλούνται στους ιστούς αφού επανέλθει η αιμάτωσή τους). [< αγγλ. reperfusion, 1937] | |
| 17273 | επανακαθορίζω | [ἐπανακαθορίζω] ε-πα-να-κα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.): καθορίζω εκ νέου: ~ει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Πρέπει να ~στούν οι αρμοδιότητές τους/οι όροι (των συμβάσεων). ΣΥΝ. ανακαθορίζω, επαναπροσδιορίζω | |
| 17274 | επανακαθορισμός | [ἐπανακαθορισμός] ε-πα-να-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): εκ νέου καθορισμός: ~ κωδικού πρόσβασης/του τρόπου διάθεσης των κεφαλαίων. ΣΥΝ. ανακαθορισμός, επαναπροσδιορισμός | |
| 17275 | επανακάμπτω | [ἐπανακάμπτω] ε-πα-να-κά-μπτω ρ. (αμτβ.) {επανέκαμ-ψε, επανακάμ-ψει} (λόγ.) 1. επανέρχομαι: ~ψε δριμύτερος στα καθήκοντά του. Πβ. επιστρέφω. 2. (καταχρ.) ανακάμπτω. [< 1: αρχ. ἐπανακάμπτω] | |
| 17276 | επανακαμπτω | [ἐπανάκαμψη] ε-πα-νά-καμ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επανακάμπτω: ~ της χώρας στο διεθνές προσκήνιο. ΣΥΝ. επάνοδος, επιστροφή.|| ~ της αγοράς. ΣΥΝ. ανάκαμψη. [< μτγν. ἐπανάκαμψις] | |
| 17277 | επανακαταμέτρηση | [ἐπανακαταμέτρηση] ε-πα-να-κα-τα-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκ νέου καταμέτρηση, ανακαταμέτρηση: ~ των ψήφων. | |
| 17278 | επανακεφαλαιοποίηση | [ἐπανακεφαλαιοποίηση] ε-πα-να-κε-φα-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ανακεφαλαιοποίηση. | |
| 17279 | επανάκληση | [ἐπανάκληση] ε-πα-νά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. τηλεφωνική λειτουργία, η οποία παρέχει, με το πάτημα ενός κουμπιού, τη δυνατότητα αυτόματης επανάληψης της τελευταίας εξερχόμενης κλήσης: μνήμες/πλήκτρο ~ης. 2. διαδικασία με την οποία ανακαλείται κάτι ή καλείται κάποιος ξανά: (ΟΙΚΟΝ.) ~ ομολόγου.|| ~ παίκτη στην εθνική ομάδα. [< αρχ. ἐπανάκλησις 1: αγγλ. redial, 1980] | |
| 17280 | επανακοινοποίηση | [ἐπανακοινοποίηση] ε-πα-να-κοι-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.-γραφειοκρ.): ανακοινοποίηση. | |
| 17281 | επανακοστολόγηση | [ἐπανακοστολόγηση] ε-πα-να-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εκ νέου κοστολόγηση, ανακοστολόγηση. ΣΥΝ. επανατιμολόγηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ