| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17282 | επανάκριση | [ἐπανάκριση] ε-πα-νά-κρι-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου κρίση: αίτηση ~ης. Συμβούλιο ~ίσεων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. | |
| 17283 | επανάκτηση | [ἐπανάκτηση] ε-πα-νά-κτη-ση ουσ. (θηλ.): ανάκτηση: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ ενέργειας/υλικών. Βλ. ανακύκλωση.|| ~ της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. [< μεσν. επανάκτησις] | |
| 17284 | επανακτώ | [ἐπανακτῶ] ε-πα-να-κτώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): ανακτώ: ~ησε τις δυνάμεις του/το προβάδισμα/την πρωτιά.|| Κατάφερε να ~ήσει τη θέση του γενικού διευθυντή. Περιοχή που ~ήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις. Πβ. ανακαταλαμβάνω. [< μτγν. ἐπανακτῶμαι] | |
| 17285 | επανακυκλοφορία | [ἐπανακυκλοφορία] ε-πα-να-κυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): εκ νέου κυκλοφορία: ~ μουσικού άλμπουμ/τεύχους περιοδικού. [< αγγλ. recirculation] | |
| 17286 | επανακυκλοφορώ | [ἐπανακυκλοφορῶ] ε-πα-να-κυ-κλο-φο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): (για προϊόν) κυκλοφορεί ξανά ή (για πρόσ.) θέτω κάτι ξανά σε κυκλοφορία: Βιβλίο που εξαντλήθηκε και ~εί.|| Το συγκρότημα ~ησε τις παλιές του επιτυχίες. [< αγγλ. recirculate, 1916] | |
| 17287 | επαναλαμβάνω | [ἐπαναλαμβάνω] ε-πα-να-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {επαν-έλαβε, -αλάβει, -αλήφθηκε (λόγ.) -ελήφθη, επαναλαμβαν-όμενος, επαναλαμβάν-οντας, επανειλημμένος} 1. λέω ή κάνω κάτι πάλι· ξαναλέω, ξανακάνω: ~ τα σημεία που έθιξα παραπάνω. ~ει τα ίδια και τα ίδια. ~ ότι δεν πρόκειται για/να ... ~έλαβε τις γνωστές του θέσεις (πβ. αναμασώ). Μπορείτε να ~αλάβετε την ερώτηση; ~ει τις κινήσεις του.|| Ήχος που ~εται μονότονα. Το πείραμα/η σκηνή/η συνεδρίαση ~αλήφθηκε. (για να δηλωθεί δυσαρέσκεια:) ~εται διαρκώς η ίδια κατάσταση. Απόψεις που ~ονται (: αναπαράγονται).|| (προφ.) ~εσαι (: καταντάς βαρετός, κουραστικός)! 2. (ειδικότ.) κάνω επανάληψη, διαβάζω για μία ακόμη φορά τμήμα της διδακτέας ύλης. Πβ. ξαναδιαβάζω. ● Μτχ.: επαναλαμβανόμενος , η, ο: ~ος: θόρυβος. ~η: διαδικασία/συμπεριφορά. ~ο: μοτίβο. Πβ. συχνός. ΑΝΤ. σπάνιος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κυλιόμενη/επαναλαμβανόμενη απεργία βλ. απεργία ● ΦΡ.: η ιστορία επαναλαμβάνεται βλ. ιστορία ● βλ. επανειλημμένος [< 1: αρχ. ἐπαναλαμβάνω] | |
| 17288 | επαναλειτουργεί | [ἐπαναλειτουργεῖ] ε-πα-να-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.): λειτουργεί ξανά: Ο πυρηνικός αντιδραστήρας/σταθμός του τρένου θα ~ήσει. | |
| 17289 | επαναλειτουργία | [ἐπαναλειτουργία] ε-πα-να-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): εκ νέου λειτουργία: ~ του εργοστασίου/του μουσείου/της σχολής. | |
| 17290 | επαναλήπτης | [ἐπαναλήπτης] ε-πα-να-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διάταξη που αναμεταδίδει ή/και ενισχύει σήματα σε δίκτυο, αλλά και αφαιρεί τον θόρυβο: φωτεινοί ~ες. Γέφυρες και ~ες. ~ες-αναμεταδότες. Βλ. δρομολογητής, ρούτερ, -λήπτης. ΣΥΝ. αναγεννητής (3) [< αγγλ. repeater] | |
| 17291 | επαναληπτικός | , ή, ό [ἐπαναληπτικός] ε-πα-να-λη-πτι-κός επίθ. 1. που γίνεται πάλι: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: ψηφοφορία. ~ές: εκλογές. Η ~ή εξεταστική περίοδος του Σεπτεμβρίου. ~ή δόση εμβoλίoυ (/~ός: εμβολιασμός). 2. που κάνει κάτι πολλές φορές και συνεχόμενα· που γίνεται κατ' επανάληψη: ~ή: καραμπίνα (: που πραγματοποιεί βολή κατά ριπάς, πβ. ημιαυτόματη).|| ~ ψεκασμός με φυτοπροστατευτικά προϊόντα. 3. που σχετίζεται με την επανάληψη μαθήματος: ~ό: διαγώνισμα. ~ές: ασκήσεις. ● Ουσ.: επαναληπτικός (ο) & επαναληπτικό παιχνίδι/ματς: ΑΘΛ. αγώνας δύο ομάδων που αναμετρήθηκαν μεταξύ τους λίγες μέρες νωρίτερα στο πλαίσιο της ίδιας διοργάνωσης, συνήθ. κυπέλλου. Πβ. ρεβάνς. ● επίρρ.: επαναληπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. επαναληπτικός, γαλλ. (fusil) à répétition, répétitif, 1962] | |
| 17292 | επαναληπτικότητα | [ἐπαναληπτικότητα] ε-πα-να-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χαρακτηριστικό γνώρισμα κατάστασης, γεγονότος, φαινομένου που επαναλαμβάνεται: η ~ των διαδικασιών/της επίδοσης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. répétitivité, 1970] | |
| 17293 | επανάληψη | [ἐπανάληψη] ε-πα-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαναλαμβάνω: αέναη/κουραστική/μονότονη/περιοδική (βλ. κυκλικότητα, περιοδικότητα)/συνεχής/συχνή ~. ~ του αγώνα/της διαδικασίας (εκλογής)/των διαπραγματεύσεων/(ΝΟΜ.) της δίκης/των εργασιών (της Συνόδου)/(ΜΟΥΣ.) του θέματος (βλ. ρεφρέν)/της θεραπείας/του λάθους/του πειράματος (για επαλήθευση)/της τάξης (: από μαθητή· βλ. στάσιμος)/του φαινομένου (= επανεμφάνιση)/της φάσης (= ριπλέι). ~ των ίδιων επιχειρημάτων (πβ. αναμάσημα). Δεν αντέχει την ~ (= τη ρουτίνα, τα ίδια και τα ίδια).|| (στην τηλεόραση:) ~ εκπομπής/επεισοδίου. Η σειρά μεταδίδεται/παίζεται/προβάλλεται σε ~. 2. διδασκαλία ή μελέτη που γίνεται ξανά, με σκοπό την εμπέδωση της μάθησης: γενική/μεθοδική/σύντομη/συστηματική/τελευταία ~. ~ της ενότητας/της θεωρίας/του κεφαλαίου. Ασκήσεις/ερωτήσεις για ~. 3. ΑΘΛ. το δεύτερο ημίχρονο ποδοσφαιρικού αγώνα: Η ομάδα ισοφάρισε στην ~. 4. ΓΛΩΣΣ. επανεμφάνιση στοιχείων στον λόγο για έμφαση, συνοχή: ~ λέξεων/νοημάτων/συντακτικών δομών/φράσεων. Βλ. παρήχηση. ● επαναλήψεις (οι): οτιδήποτε επαναλαμβάνεται: κείμενο γεμάτο (με) (περιττές) ~. Να αποφεύγετε τις ~ (στην έκθεση).|| Το καλοκαίρι τα κανάλια προβάλλουν μόνο/όλο ~.|| (ΓΥΜΝ.) Οκτώ με δέκα ~ της άσκησης. Εκτελείτε τρία σετ των δέκα ~ήψεων.|| Ολοκλήρωσαν την ύλη και κάνουν ~ (: επαναληπτικά μαθήματα). ● ΣΥΜΠΛ.: ορθή επανάληψη & επανάληψη στο ορθό: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επαναδιατύπωση επίσημου κειμένου για τη διόρθωση λαθών που έγιναν στην προηγούμενη μορφή του: ~ ~ ανακοίνωσης/δελτίου τύπου/προκήρυξης/πρόσκλησης (εκδήλωσης ενδιαφέροντος). Ορθή ~ ως προς την ημερομηνία (του εγγράφου). Βλ. ανακοινοποίηση. ● ΦΡ.: κατ' επανάληψη (απαιτ. λεξιλόγ.) & (λόγ.) κατ' επανάληψιν: πολλές φορές, επανειλημμένα: (Κάτι) ακούστηκε/δημοσιεύτηκε/συνέβη ~ ~. Το θέμα έχει τεθεί ~ ~. Βλ. κατά συρροή., η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης/μαθήσεως βλ. μάθηση [< 1: μτγν. ἐπανάληψις, γαλλ. répétition, reprise 2: γαλλ. révision] | |
| 17294 | επαναλήψιμος | , η, ο [ἐπαναλήψιμος] ε-πα-να-λή-ψι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές, δίνοντας πάντα το ίδιο αποτέλεσμα: ~ες: μετρήσεις. Πείραμα ~ο και επαληθεύσιμο. [< αγγλ. repeatable] | |
| 17295 | επαναληψιμότητα | [ἐπαναληψιμότητα] ε-πα-να-λη-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα να επαναληφθεί κάτι: η ~ της εξέτασης/της μεθόδου/των μετρήσεων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. repeatability, 1920] | |
| 17296 | επαναλοίμωξη | [ἐπαναλοίμωξη] ε-πα-να-λοί-μω-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκ νέου λοίμωξη: ~ώξεις από κορονοϊό. | |
| 58724 | επανανάλυση | [ἐπανανάλυση] ε-πα-να-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκ νέου ανάλυση:~ μετεωρολογικών δεδοµένων. 2. ΓΛΩΣΣ. ανάδυση μιας νέας γλωσσικής δομής ως αποτέλεσμα διαφορετικής ερμηνείας λέξεων ή λεξιλογικών συνάψεων: μορφολογική/σημασιολογική/συντακτική ~. [< αγγλ. reanalysis] | |
| 58723 | επαναξιολόγηση | [ἐπαναξιολόγηση] ε-πα-να-ξι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκ νέου αξιολόγηση, επανεκτίμηση: ~ των μέτρων/της οικονομίας. [< αγγλ. reevaluation, γαλλ. réévaluation, 1929] | |
| 58722 | επαναξιολογώ | [ἐπαναξιολογῶ] ε-πα-να-ξι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.): αξιολογώ ξανά, εκ νέου, επανεκτιμώ: ~ούνται τα δεδομένα. Θα ~ηθεί η κατάσταση. ~ήθηκε η αποτελεσματικότητα του σχεδίου δράσης. [< αγγλ. reevaluate, 1905, γαλλ. réévaluer, 1945] | |
| 17297 | επαναπατρίζω | [ἐπαναπατρίζω] ε-πα-να-πα-τρί-ζω ρ. (μτβ.) {επαναπάτρι-σε}: φέρνω κάποιον (ή σπανιότ. κάτι) πάλι πίσω στην πατρίδα του, έπειτα από μεγάλο διάστημα: Χώρα που ~ει πολιτικούς πρόσφυγες. ● Παθ.: επαναπατρίζομαι {επαναπατρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, επαναπατριζ-όμενος, επαναπατρι-σμένος}: επιστρέφω στη χώρα μου, συνήθ. ύστερα από μακρά απουσία: Απόδημοι που αποφασίζουν να ~σθούν. ~όμενοι: μετανάστες. ~σμένοι: ομογενείς.|| Αρχαιότητες που ~στηκαν. || (ΟΙΚΟΝ.) ~όμενα: κεφάλαια (: που διευκολύνεται η επανεισδοχή τους στη χώρα συνήθ. με ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις). ΣΥΝ. παλιννοστώ ΑΝΤ. εκπατρίζομαι [< γαλλ. (se) rapatrier] | |
| 17298 | επαναπατρίζω | [ἐπαναπατρισμός] ε-πα-να-πα-τρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαναπατρίζω: ασφαλής/βίαιος/εθελοντικός/εκούσιος ~. ~ των μεταναστών.|| ~ κερδών/κεφαλαίων (: στη χώρα του κατόχου τους). Αίτημα για ~ό των αρχαιοτήτων. Πβ. επιστροφή. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. παλιννόστηση (1) ΑΝΤ. εκπατρισμός [< γαλλ. rapatriement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ