Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18160-18180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17299επαναπαύομαι[ἐπαναπαύομαι] ε-πα-να-παύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {επαναπαύ-τηκα (σπανιότ. -θηκα), -μένος, -όμενος} (λόγ.): (συνήθ. με άρνηση) αρκούμαι, περιορίζομαι, βασίζομαι σε κάτι και παραμένω αδρανής, εφησυχάζω: Πνεύμα ανήσυχο, που δεν ~εται ποτέ. Παρακολουθούμε τις εξελίξεις, χωρίς να ~όμαστε. ~μένοι στη σιγουριά τους. Πβ. έδεσε/έχει δεμένο τον γάιδαρό του.|| (σπανιότ. σε ενεργ. ενεστ.) Επιτυχία που δεν πρέπει να μας ~ει. ● ΦΡ.: επαναπαύομαι στις δάφνες μου βλ. δάφνη [< μτγν. ἐπαναπαύομαι]
17300επανάπαυση[ἐπανάπαυση] ε-πα-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαναπαύομαι: ~ στα κεκτημένα. Χρειάζεται εγρήγορση, όχι ~. Δεν έχουμε την πολυτέλεια της ~ης. Πβ. εφησυχασμός. [< μτγν. ἐπανάπαυσις]
17301επαναποστολή[ἐπαναποστολή] ε-πα-να-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): αποστολή εκ νέου. [< αγγλ. reforwarding, 1947]
17302επαναπρογραμματίζω[ἐπαναπρογραμματίζω] ε-πα-να-προ-γρα-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.): προγραμματίζω εκ νέου: ~ τον υπολογιστή. Ο εγκέφαλος ~εται σε νέες συμπεριφορές. Η πτήση/η συναυλία ~στηκε. ~σμένη: ημερομηνία παράδοσης. [< αγγλ reprogram, 1937, γαλλ. reprogrammer, 1975]
17303επαναπρογραμματισμός[ἐπαναπρογραμματισμός] ε-πα-να-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): εκ νέου προγραμματισμός: ~ ραντεβού(εμβολιασμού)/της συνάντησης. ~ της (στρατιωτικής) άσκησης/πτήσεων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ) ~ εγκεφάλων (αυτοκινήτων)/του λογισμικού/υπολογιστή. Βλ. επανασχεδιασμός.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των γονιδίων/κυττάρων/του DNA. Βλ. επανα-. ΣΥΝ. αναπρογραμματισμός [< αγγλ. reprogramming, 1963, reprogrammation, 1971]
17304επαναπροκήρυξη[ἐπαναπροκήρυξη] ε-πα-να-προ-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.): εκ νέου προκήρυξη: ~ διαγωνισμού/θέσεων (εργασίας).
17305επαναπροκηρύσσω[ἐπαναπροκηρύσσω] ε-πα-να-προ-κη-ρύσ-σω ρ.: προκηρύσσω ξανά: το υπουργείο ~σει τον διαγωνισμό. ~εται το έργο/η θέση/το πρόγραμμα/η ψηφιοποίηση.
17306επαναπροσδιορίζω[ἐπαναπροσδιορίζω] ε-πα-να-προσ-δι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): προσδιορίζω ξανά: ~ προτεραιότητες. ~σαν τη στάση τους απέναντι στους ... Στόχοι που έχουν ~στεί. ΣΥΝ. αναπροσδιορίζω, επανακαθορίζω
17307επαναπροσδιορισμός[ἐπαναπροσδιορισμός] ε-πα-να-προσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): εκ νέου προσδιορισμός: ~ του ρόλου του Κράτους. ΣΥΝ. ανακαθορισμός, αναπροσδιορισμός, επανακαθορισμός
17308επαναπροσέγγιση[ἐπαναπροσέγγιση] ε-πα-να-προ-σέγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκ νέου προσέγγιση: προσπάθεια ~ης των δύο χωρών/με την αντίθετη πλευρά. [< αγγλ. reapproach]
17309επαναπροσλαμβάνω[ἐπαναπροσλαμβάνω] ε-πα-να-προσ-λα-μβά-νω ρ. (μτβ.): προσλαμβάνω ξανά κάποιον: η εταιρεία επαναπροσέλαβε τον απολυμένο υπάλληλο.
17310επαναπρόσληψη[ἐπαναπρόσληψη] ε-πα-να-πρό-σλη-ψη ουσ. (θηλ.): εκ νέου πρόσληψη: ~ των απολυμένων/του εποχικού προσωπικού.|| ~ βάρους/τροφής.
58725επαναπροώθηση[ἐπαναπροώθηση] ε-πα-να-προ-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποπομπή αλλοδαπού στη χώρα από την οποία εισήλθε παράνομα σε άλλη χώρα: ~μεταναστών. Η αρχή της μη ~ης. 2: εκ νέου προώθηση: ~ μηνύματος/σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος. [< 1: γαλλ. refoulement, αγγλ. ~, 1954]
58721επαναπροωθώ[ἐπαναπροωθῶ] ε-πα-να-προ-ω-θώ ρ. (μτβ.) 1. (για κρατική Αρχή) κάνω επαναπροώθηση: ~ούνται παράνομοι μετανάστες. 2. προωθώ ξανά, εκ νέου: ~ το μέιλ/το μήνυμα. [< 1: γαλλ. refouler]
17311επανάσταση[ἐπανάσταση] ε-πα-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (κ. με κεφαλ. Ε) εξέγερση, συνήθ. βίαιη, του λαού, με σκοπό την επίτευξη μεταρρυθμίσεων (ανατροπή του πολιτικού συστήματος και των ταξικών δομών) ή εθνικής ανεξαρτησίας· συνεκδ. οι ηγέτες ή το ίδιο το νέο καθεστώς: αναίμακτη/αστική/δημοκρατική/εθνικοαπελευθερωτική/ειρηνική/εργατική/κοινωνική/πολιτική/στρατιωτική (βλ. πραξικόπημα) ~. Αποτυχία/επικράτηση/επιτυχία/ξέσπασμα/κήρυξη της ~ης. Κατέστειλαν/έπνιξαν την ~. Υποκίνησε ~.|| Ήττα/νίκη της ~ης. Πβ. ανταρσία, (ένοπλο) κίνημα, ξεσηκωμός, στάση. Βλ. αντ~. 2. (μτφ.) ριζική μεταβολή που συνιστά ρήξη με το παρελθόν και αφετηρία μιας νέας εποχής: γεωργική/επιστημονική/σεξουαλική (βλ. απελευθέρωση)/τεχνολογική/ψηφιακή ~. ~ στην ιατρική/στην πληροφορική/στον τομέα των μεταφορών. Το ίντερνετ (επ)έφερε μια πραγματική ~ στην επικοινωνία των ανθρώπων. Πβ. καινοτομία. 3. (μτφ.) έκφραση έντονης αντίθεσης, αντίδρασης: η ~ των εφήβων. Έκανε την ~ή του. ● ΣΥΜΠΛ.: νεολιθική επανάσταση: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. (περ. 6800-3200 π.Χ. για τον ελλαδικό-αιγαιακό χώρο) το πέρασμα από τον περιφερόμενο κυνηγό-τροφοσυλλέκτη στον καλλιεργητή και κτηνοτρόφο, ο οποίος εγκαθίσταται σε μόνιμο οικισμό. Πβ. γεωργική επανάσταση. [< αγγλ. neolithic revolution] , πολιτιστική/μορφωτική επανάσταση 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. τα αρχικά γράμματα) πολιτικο-κοινωνικό κίνημα (1966-1976) στην κομμουνιστική Κίνα που εγκαινιάστηκε από τον Μάο Τσε Τούνγκ, με στόχο την εξουδετέρωση των εσωκομματικών του αντιπάλων και τη διαμόρφωση μιας νέας γενιάς που θα εμπνεόταν από το επαναστατικό πνεύμα. 2. (γενικότ.) επαναπροσδιορισμός εκ βάθρων των πνευματικών αξιών μίας κοινωνίας. [< αγγλ. Cultural Revolution] , πράσινη επανάσταση 1. (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ε) (κατά τις δεκαετίες του '60 και του '70) ανάπτυξη μονοκαλλιεργειών (κυρ. ρυζιού, σιταριού, καλαμποκιού) υψηλής ποιότητας και απόδοσης, μέσω της χρήσης γενετικών μεθόδων, λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων, άφθονου νερού καθώς και της εντατικοποίησης και επέκτασης των καλλιεργειών. 2. ριζικές αλλαγές που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος: ~ ~ στην ενέργεια. [< αγγλ. green revolution, 1970] , βελούδινη επανάσταση βλ. βελούδινος, βιομηχανική επανάσταση βλ. βιομηχανικός, Γαλλική Επανάσταση βλ. γαλλικός, η Ελληνική Επανάσταση/Επανάσταση του (18)21 βλ. ελληνικός, Κοπερνίκεια επανάσταση βλ. κοπερνίκειος, Οκτωβριανή/Ρωσική Επανάσταση βλ. οκτωβριανός ● ΦΡ.: σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο [< 1: αρχ. ἐπανάστασις, γαλλ. révolution]
17312επαναστάτης[ἐπαναστάτης] ε-πα-να-στά-της ουσ. (αρσ.) {επαναστατών | σπάν. θηλ. επαναστάτισσα} , επαναστάτρια (η) 1. πρόσωπο που επαναστατεί, που συμμετέχει σε επανάσταση. Πβ. αντάρτης, κινηματίας, στασιαστής. 2. (μτφ.) εισηγητής ή υποστηρικτής επαναστατικών, ριζοσπαστικών ιδεών· απείθαρχος ή ατίθασος άνθρωπος: αιώνιος/κοινωνικός/πολιτικός/φλογερός ~. ~ και οραματιστής/προοδευτικός. ~ στη ζωή/στην τέχνη. (ως επίθ.) ~ες: διανοοούμενοι. Πβ. αναμορφωτής, μεταρρυθμιστής, ριζοσπάστης.|| (μειωτ.) ~ες της πλάκας. ● ΦΡ.: επαναστάτης χωρίς (/με) αιτία (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο ασυμβίβαστο και αντιδραστικό, αμφισβητίας, χωρίς(/με) φανερό λόγο. [< γαλλ. révolutionnaire]
17313επαναστατικός, ή, ό [ἐπαναστατικός] ε-πα-να-στα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την επανάσταση: ~ός: αγώνας/στρατός. ~ή: βία/δράση/κυβέρνηση/οργάνωση/σκέψη. ~ό: κίνημα/συμβούλιο. ~οί: πυρήνες. ~ές: Αρχές. ~ά: συνθήματα/τραγούδια. Βλ. αντ~, μετ~, προ~.|| ~ά: στοιχεία (= ανυπότακτοι, απείθαρχοι, ατίθασοι). 2. πρωτοποριακός, νεωτεριστικός, ριζοσπαστικός: ~ός: θεσμός/τρόπος (ζωής). ~ή: έρευνα/θεωρία/μέθοδος (θεραπείας). ~ό: μηχάνημα/προϊόν. ~ές: αλλαγές/ιδέες. ~ά: μυαλά/ρεύματα. Πβ. ανατρεπτικός, ρηξικέλευθος. ● επίρρ.: επαναστατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επαναστατική γυμναστική (ειρων.): χαρακτηρισμός της τάσης συνδικαλιστικών οργανώσεων, συνήθ. αριστερών, να οργανώνουν συγκεντρώσεις, πορείες, απεργίες χωρίς σοβαρό -όπως πιστεύεται από μερικούς- λόγο. [< μεσν. επαναστατικός, γαλλ. révolutionnaire]
17314επαναστατικότητα[ἐπαναστατικότητα] ε-πα-να-στα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επαναστατικού: εφηβική ~. Η ~ των νέων/της σκέψης (κάποιου). Πβ. ανατρεπτικ-, αντιδραστικ-ότητα, ριζοσπαστισμός. Βλ. -ότητα.
17315επαναστατώ[ἐπαναστατῶ] ε-πα-να-στα-τώ ρ. (αμτβ.) {επαναστατ-είς ... | επαναστάτ-ησε, -ήσει, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω επανάσταση (εναντίον καθεστώτος ή ξένης κυριαρχίας): Έθνος που ~σε για την ανεξαρτησία του. Λαός που ξεσηκώνεται και ~εί. ~ημένες: περιοχές. Πβ. εξεγείρομαι, στασιάζω. 2. (μτφ.) αντιδρώ έντονα σε κάτι καταπιεστικό, βασανιστικό: ~ μπροστά στην αδικία. Η έλλειψη δικαιοσύνης με κάνει να ~. ~ημένη: γενιά/νεολαία. Πβ. αγανακτώ, απειθαρχώ, εξοργίζομαι. ΑΝΤ. πειθαρχώ (1), υπακούω [< πβ. αρχ. ἐπανίσταμαι ‘ξεσηκώνομαι, επαναστατώ’, γαλλ. révolutionner]
17316επαναστένωση[ἐπαναστένωση] ε-πα-να-στέ-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκ νέου στένωση, κυρ. μιας καρδιακής βαλβίδας, μετά από χειρουργική διόρθωση της πρωτοπαθούς βλάβης: οξεία ~. Παρουσιάζει ~ μετά από αγγειοπλαστική. Βλ. στεντ. [< αγγλ. restenosis, 1954]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.