| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 815 | αδιαφώτιστος | , η, ο [ἀδιαφώτιστος] α-δι-α-φώ-τι-στος επίθ. 1. που δεν έχει διαφωτιστεί, δεν έχει ενημερωθεί για κάτι: ~ος: αναγνώστης (= ακατατόπιστος/απληροφόρητος). ~η: κοινή γνώμη. ~οι: πολίτες (= ανενημέρωτοι). 2. αδιευκρίνιστος: ~ο: έγκλημα/μυστήριο. Παραμένουν ακόμα ~ες (= ανεξιχνίαστες, σκοτεινές) ορισμένες πλευρές του θέματος. | |
| 816 | αδιαχώρητο | [ἀδιαχώρητο] α-δι-α-χώ-ρη-το ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) μεγάλος συνωστισμός, στρίμωγμα: Δημιουργήθηκε/έγινε/επικράτησε το ~ στο αεροδρόμιο/στην αίθουσα. 2. ΦΥΣ. ιδιότητα της ύλης σύμφωνα με την οποία δύο σώματα δεν είναι δυνατόν να κατέχουν ταυτόχρονα την ίδια θέση: απόλυτο/σχετικό ~. [< 2: γαλλ. impénétrabilité] | |
| 817 | αδιαχώριστος | , η, ο [ἀδιαχώριστος] α-δι-α-χώ-ρι-στος επίθ.: που δεν διαχωρίζεται, δεν αποσπάται: ~ο: οικόπεδο/σύνολο (ΣΥΝ. αδιαίρετο, ΑΝΤ. διαχωρισμένο). Κοινά και ~α συμφέροντα. Μεγέθη αλληλένδετα και ~α. ΣΥΝ. αξεχώριστος [< αρχ. ἀδιαχώριστος] | |
| 3318 | αδιαχώριστος | , η, ο [ἀναπόσπαστος] α-να-πό-σπα-στος επίθ. 1. που δεν είναι δυνατόν να αποσπαστεί, να αποκοπεί από το σύνολο στο οποίο ανήκει: ~ος: κρίκος/παράγοντας. ~η: συνέχεια. ~ο: δικαίωμα (= αναφαίρετο)/μέλος/μέρος/στοιχείο/τμήμα. Ασχολίες που αποτελούν/συνιστούν ~ο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Πβ. αναγκαίος, απαραίτητος. ΣΥΝ. αδιάρρηκτος (1), αδιαχώριστος, αξεχώριστος, άρρηκτος 2. (καταχρ.) που δεν αποσπάται η προσοχή του από αυτό που κάνει: Εκτελεί ~ την εργασία του. ● επίρρ.: αναπόσπαστα: Τόπος ~ δεμένος με την ιστορία του. [< μεσν. αναπόσπαστος] | |
| 819 | αδίδακτος | , η, ο [ἀδίδακτος] α-δί-δα-κτος επίθ. & (προφ.) αδίδαχτος 1. που δεν διδάχθηκε: ~η ύλη (ΑΝΤ. διδαγμένη, διδαχθείσα). 2. (για θεατρικό έργο) που δεν έχει παρουσιαστεί σε κοινό. ΣΥΝ. άπαιχτος (2) 3. (σπάν.-προφ.) (για πρόσ.) που δεν διδάχθηκε κάτι και κατ' επέκτ. αυτοδίδακτος: Επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, ~οι και αδιόρθωτοι.|| ~ος: καλλιτέχνης. ● ΣΥΜΠΛ.: αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο [< 2: αρχ. ἀδίδακτος] | |
| 820 | αδιεκπεραίωτος | , η, ο [ἀδιεκπεραίωτος] α-δι-εκ-πε-ραί-ω-τος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που δεν διεκπεραιώθηκε, δεν ολοκληρώθηκε: ~η: αλληλογραφία. ~ο: έγγραφο. ~ες: εργασίες/υποθέσεις. ΑΝΤ. διεκπεραιωμένος. | |
| 821 | αδιέξοδο | [ἀδιέξοδο] α-δι-έ-ξο-δο ουσ. (ουδ.) {αδιεξόδ-ου | -ων} 1. (μτφ.) δύσκολη κατάσταση, με ανυπέρβλητα εμπόδια, χωρίς εξέλιξη, πρόοδο: κυβερνητικό/κυκλοφοριακό/συναισθηματικό/τραγικό/ψυχικό ~. Κοινωνικά/οικονομικά/πολιτικά ~α. Βρίσκομαι/καταλήγω/περιέρχομαι/φτάνω (μπροστά) σε ~. Οδηγώ/φέρνω κάποιον σε ~/προ ~ου. Έξοδος από το ~. Βγάζω/βγαίνω από το ~. Δημιουργούν ~α. Η αδιαλλαξία των δύο πλευρών οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε ορατό/ πλήρες ~. Άρση/επίλυση του ~ου στην παιδεία. ΑΝΤ. διέξοδος (1) 2. δρόμος που δεν έχει πέρασμα από ή προς ένα μέρος: Το σοκάκι οδηγεί σε ~. ΑΝΤ. διέξοδος (2) 3. ΠΛΗΡΟΦ. κατάσταση κατά την οποία τίθενται σε αναμονή δύο ή περισσότερες διεργασίες εξαιτίας του ότι προσπαθούν να αντλήσουν ταυτοχρόνως στοιχεία από τις ίδιες μη διαθέσιμες πηγές. [< 1,2: γαλλ. impasse 3: deadlock] | |
| 822 | αδιέξοδος | , η, ο [ἀδιέξοδος] α-δι-έ-ξο-δος επίθ.: που δεν έχει διέξοδο: ~ος: δρόμος (= αδιέξοδο). ~ο: στενό.|| (μτφ.) ~ος: αγώνας. ~η: κατάσταση/πολιτική. ~ες: συζητήσεις (: που δεν οδηγούν πουθενά). [< αρχ. ἀδιέξοδος] | |
| 823 | αδιερεύνητος | , η, ο [ἀδιερεύνητος] α-δι-ε-ρεύ-νη-τος επίθ.: που δεν έχει διερευνηθεί, δεν έχει εξεταστεί προσεκτικά: ~ος: κόσμος (ΣΥΝ. ανεξερεύνητος). ~η: περιοχή/ψυχή. ~ο: θέμα. ~α: αίτια/κίνητρα/σκάνδαλα. Το ασυνείδητο παραμένει ~ χώρος (= ανεξιχνίαστος). ~α και αξεδιάλυτα μυστήρια. [< αρχ. ἀδιερεύνητος] | |
| 824 | αδιευκρίνιστος | , η, ο [ἀδιευκρίνιστος] α-δι-ευ-κρί-νι-στος επίθ.: που δεν έχει διευκρινιστεί, δεν έχει διασαφηνιστεί, ώστε να είναι ξεκάθαρος: ~η: ερώτηση/ψήφος. ~ο: θέμα. ~οι: όροι. ~α: γεγονότα/κίνητρα/σημεία (ΣΥΝ. αδιασαφήνιστα). Ο αριθμός των τραυματιών/των υποψηφίων παραμένει ~. Το ατύχημα έγινε κάτω από/υπό ~ες συνθήκες. Τα αίτια της πυρκαγιάς παραμένουν ακόμη ~α (ΣΥΝ. ανεξιχνίαστα). [< πβ. μτγν. ἀδιευκρίνητος «αδιαφοροποίητος, μπερδεμένος’] | |
| 825 | αδικαιολόγητος | , η, ο [ἀδικαιολόγητος] α-δι-και-ο-λό-γη-τος επίθ. 1. που δεν επιδέχεται λογική εξήγηση, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς: ~ος: ενθουσιασμός/πανικός/πυρετός. ~η: απόλυση/άρνηση/ενέργεια/χρέωση. ~ο: άγχος/αίτημα/κόστος. ~οι: φόβοι (= αβάσιμοι). ~ες: απουσίες (ΑΝΤ. δικαιολογημένες)/υποψίες. ~ες αυξήσεις στα καύσιμα. Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από το θέμα είναι ~. Πβ. αναιτιολόγητος, αναίτιος, ανεξήγητος.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο μιας απόφασης. || Πάνε να δικαιολογήσουν τα ~α. ΑΝΤ. δικαιολογημένος 2. που δεν του αναγνωρίζονται ελαφρυντικά, ώστε να αντιμετωπιστεί με επιείκεια και ανοχή: ~ος: εφησυχασμός. ~η: άγνοια/αδιαφορία/διάκριση (πβ. αυθαίρετη)/καθυστέρηση/παράλειψη/πράξη/σκληρότητα/στάση/συμπεριφορά (πβ. απαράδεκτη). ~ο: λάθος/φάουλ (βλ. εσκεμμένο). ~ες: αντιδράσεις/σπατάλες. Ό,τι και να λέει είναι ~ (ΣΥΝ. ασυγχώρητος)! ● επίρρ.: αδικαιολόγητα & (λόγ.) αδικαιολογήτως: Απουσιάζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αδικαιολόγητος πλουτισμός βλ. πλουτισμός [< μτγν. ἀδικαιολόγητος, γαλλ. injustifié] | |
| 826 | αδικαίωτος | , η, ο [ἀδικαίωτος] α-δι-καί-ω-τος επίθ.: που δεν έχει δικαιωθεί, δεν έχει βρει δικαιοσύνη ή δεν έχει αναγνωριστεί η αξία του: ~ος: αγώνας/καλλιτέχνης/πολιτικός. ~η: ζωή. ~ο: αίτημα/έργο/ιδανικό. ~ες: ελπίδες. ~α: θύματα/λόγια. Έμεινε/έφυγε ~. Οι πόθοι των λαών παραμένουν ~οι. Πβ. ανικανοποίητος. ΑΝΤ. δικαιωμένος. [< μεσν. αδικαίωτος] | |
| 827 | αδίκαστος | , η, ο [ἀδίκαστος] α-δί-κα-στος επίθ.: που δεν έχει δικαστεί ή εκδικαστεί: ~ος: κρατούμενος. ~ες: υποθέσεις. [< αρχ. ἀδίκαστος] | |
| 828 | αδίκημα | [ἀδίκημα] α-δί-κη-μα ουσ. (ουδ.) {αδικήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΝΟΜ. παράβαση του νόμου και γενικότ. πράξη ή παράλειψη που επιφέρει τιμωρία: αστικό/αυτόφωρο/οικονομικό/πειθαρχικό/ποινικό/στρατιωτικό/φορολογικό ~. Ποινικά κολάσιμο ~. ~ εξ αμελείας/εκ προμελέτης/κατά προσώπου. Πράξη που στοιχειοθετεί ~. Διαπράττω/καταγγέλλω ένα ~. Καταδικάστηκε/κατηγορείται/συνελήφθη για ~. Δράστης/τέλεση ~ατος. Παραγραφή ~άτων. Βλ. πλημμέλημα, πταίσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα: ΝΟΜ. η ποινή του οποίου διαφοροποιείται από εκείνες των αδικημάτων στα οποία υπάγεται. [< γαλλ. délit particulier] , πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα [< αρχ. ἀδίκημα, γαλλ. délit] | |
| 829 | αδικία | [ἀδικία] α-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) {αδικι-ών}: απουσία δικαιοσύνης και ειδικότ. πράξη ή συμπεριφορά αντίθετη προς το δίκαιο, τους γραπτούς ή άγραφους νόμους: κοινωνική ~. Αίσθημα ~ας. Αγώνας ενάντια στην/αντίσταση στην ~ (ΑΝΤ. δικαιοσύνη). Είναι ~ (= άδικο, κρίμα) να ... Δεν ανέχεται/δεν αντέχει την ~.|| Καταφανής/κατάφωρη/κραυγαλέα/πρόδηλη ~. Εγκλήματα και ~ες. Αποκατάσταση/άρση/επανόρθωση των ~ών. Κάνω/μου έγινε/υφίσταμαι ~. Συντελείται σε βάρος τους (μια) μεγάλη ~. Διέπραξε ~ (= αδίκημα). ● ΦΡ.: αδικία από το(ν) Θεό (εμφατ.): για άδικη και απροσδόκητη έκβαση ενός γεγονότος: Θα ήταν ~ ~ να μην περάσει το μάθημα μετά από τόσο διάβασμα! [< αρχ. ἀδικία] | |
| 832 | άδικο | [ἄδικο] ά-δι-κο ουσ. (ουδ.): πράξη που αντιτίθεται σε κάθε έννοια δικαίου και ηθικής, αδικία: Πολεμά/τιμωρεί το ~. Ρίχνω (όλο το) ~ σε κάποιον (= επιρρίπτω ευθύνες). Δεν σου δίνω ~ (= δεν σε αδικώ)! Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ~ που μου έγινε! (λαϊκό, σε ευχή) Ο Θεός να σε φυλάει από τ' ~! ΑΝΤ. δίκιο ● ΦΡ.: έχω άδικο: υποστηρίζω κάτι λάθος, έχω εσφαλμένη άποψη: Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; Είναι απαράδεκτη! ~ ~ (= κάνω λάθος); ~εις ~ να μιλάς για εκβιασμό. Δεν έχεις (και) άδικο (= έχεις δίκιο) να/που είσαι επιφυλακτικός., κρίμα κι άδικο βλ. κρίμα, με πνίγει/με τρώει το δίκιο (μου)/τ' άδικο βλ. δίκιο [< μεσν. άδικο(ν)] | |
| 830 | αδικο- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία μάταια ή με άδικο τρόπο: ~πραξία (βλ. κακο-). ~χαμένος. | |
| 833 | αδικοπραγία | βλ. αδικοπραξία | |
| 834 | αδικοπραγώ | [ἀδικοπραγῶ] α-δι-κο-πρα-γώ ρ. (αμτβ.) {αδικοπραγ-είς ... | αδικοπραγ-ήσει}: (σπάν.-επίσ.) διαπράττω άδικη ή παράνομη πράξη: ~εί συστηματικά. ~ούν εις βάρος/εναντίον του. Πβ. παρανομώ. [< μτγν. ἀδικοπραγῶ] | |
| 835 | αδικοπρακτικός | , ή, ό [ἀδικοπρακτικός] α-δι-κο-πρα-κτι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την αδικοπραξία: ~ή: ευθύνη/συμπεριφορά. ~ές: ενοχές. [< γαλλ. délictuel] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ