Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18180-18200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17317επανασύνδεση[ἐπανασύνδεση] ε-πα-να-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου σύνδεση: έγινε ~ του ρεύματος (= επανασυνδέθηκε).|| (μτφ.) ~ ζευγαριού/σχέσης (ΑΝΤ. χωρισμός). ~ με τις ρίζες. Πβ. ανασύνδεση.
58720επανασυνδέω[ἐπανασυνδέω] ε-πα-να-συν-δέ-ω ρ. {επανασυν-έδεσα, -δέθηκα, -δεδεμένος}: συνδέω κάτι ή κάποιον ξανά: ~δέθηκε: το ρεύμα/τηλέφωνο/φως. || Ζευγάρια που χώρισαν και ~δέθηκαν.
17318επανασύνθεση[ἐπανασύνθεση] ε-πα-να-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανασύνθεση: ~ της επιτροπής. Πβ. ανα-συγκρότηση, -σύσταση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Διάλυση και ~ των κιόνων. Πβ. ανακατασκευή, αποκατάσταση.|| (ΒΙΟΧ.) ~ του γλυκογόνου. 2. ΓΛΩΣΣ. διαδικασία αναγωγής γλωσσικών τύπων σε μη μαρτυρημένη, πρωιμότερη φάση γλώσσας ή υποθετικής πρωτόγλωσσας, που θεωρείται πρόγονος διαφόρων μαρτυρημένων γλωσσών: εξωτερική (: με σύγκριση τύπων από συγγενείς γλώσσες)/εσωτερική (: με τύπους από μία μόνο γλώσσα) ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία αλλαγής της σύνθεσης συστήματος υπολογιστή με την απομόνωση μιας ή περισσοτέρων λειτουργικών μονάδων ή την επιλογή εναλλακτικών διασυνδέσεων. [< 2: γαλλ. reconstruction 3: αγγλ. reconfiguration, 1969]
17319επανασχεδιάζω[ἐπανασχεδιάζω] ε-πα-να-σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.): σχδιάζω εκ νέου, ανασχεδιάζω: η εταιρεία ~ει τα προϊόντα της.
58719επανασχεδιασμός[ἐπανασχεδιασμός] ε-πα-να-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.): εκ νέου σχεδιασμός, ανασχεδιασμός: ~ διαδικασιών/ιστοσελίδας/προγράμματος σπουδών/προϊόντων/συσκευασίας. Επιχειρηματικός/οργανωτικός/πολεοδομικός/συνολικός ~. Ανάγκη προσπάθεια/πρόταση/στάδιο/φάση ~ού.
17320επανατιμολόγηση[ἐπανατιμολόγηση] ε-πα-να-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εκ νέου τιμολόγηση, ανατιμολόγηση: ~ εξόδων/του κινδύνου ελληνικών ομολόγων. ΣΥΝ. επανακοστολόγηση.
17321επανατοποθέτηση[ἐπανατοποθέτηση] ε-πα-να-το-πο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση εκ νέου, ανατοποθέτηση. 2. (μτφ.) νέα στάση απέναντι σε κάποιο θέμα: ~ προτεραιοτήτων. Ιδεολογική ~ του κόμματος στην πολιτική σκηνή. Πβ. επαναπροσδιορισμός. [< γαλλ. replacement]
17322επανατοποθετώ[ἐπανατοποθετῶ] ε-πα-να-το-πο-θε-τώ ρ. (μτβ.) 1. τοποθετώ εκ νέου: οι αρχαιότητες θα ~ηθούν στη θέση τους. ΣΥΝ. ανατοποθετώ (1) 2. (μτφ.) αναθεωρώ τις απόψεις μου και αναπροσαρμόζω τη στάση μου απέναντι σε κάτι: Πρέπει να ~ηθεί το πρόβλημα στην πραγματική του διάσταση. ~ήθηκε επί του θέματος.
17323επανατυπώνω[ἐπανατυπώνω] ε-πα-να-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {επανατύπω-σε | επανατυπώ-θηκε}: κάνω επανατύπωση: Βιβλίο που εξαντλήθηκε και ~θηκε. Βλ. επανεκδίδω.
17324επανατύπωση[ἐπανατύπωση] ε-πα-να-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου ανατύπωση: ~ βιβλίου. Βλ. επανέκδοση.
17325επαναφέρω[ἐπαναφέρω] ε-πα-να-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. επανέφερα (προφ. επανάφερα), επαναφέρ-θηκε, -οντας} 1. φέρνω ή θέτω ξανά κάτι: ~ει το θέμα στην επικαιρότητα/στο προσκήνιο. ~ουν την πρόταση για ... Δεν μπορώ να το ~ στη μνήμη μου (πβ. ανακαλώ, ξαναθυμάμαι). Πβ. ξαναφέρνω. 2. (μτφ.) αποκαθιστώ την προηγούμενη ή την αρχική κατάσταση· κάνω κάποιον να συνέλθει: Να ~ουμε την οικολογική ισορροπία στην περιοχή/την αρμονία στην πόλη. Τον επανέφεραν στην εξουσία. Άρθρο που είχε καταργηθεί, αλλά ~θηκε σε ισχύ (= επανήλθε). (ΠΛΗΡΟΦ.) Ρυθμίσεις που ~ονται αυτόματα.|| Οι γιατροί τον επανέφεραν (ενν. στη ζωή) μετά από ανακοπή καρδιάς. Πβ. συνεφέρνω. ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη βλ. τάξη [< 1: αρχ. ἐπαναφέρω, αγγλ. restore]
17326επαναφορά[ἐπαναφορά] ε-πα-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. επιστροφή, επάνοδος: άμεση/αργή/αυτόματη/προσωρινή/σταδιακή ~. ~ ενός θεσμού/ενός μέτρου/της μνήμης/προηγούμενης διάταξης. ~ του ζητήματος της ... ~ στην πολιτική ζωή. Πβ. επανεμφάνιση.|| (ΙΑΤΡ.) Φλεβική ~ (: ποσότητα αίματος που επανέρχεται στην καρδιά).|| (ΑΘΛ.) Πλάγια ~ (ενν. της μπάλας). 2. αποκατάσταση της αρχικής κατάστασης: μερική/ολική ~. ~ της ισορροπίας του οικοσυστήματος. ~ της ειρήνης/της τάξης στην περιοχή. ~ νόμου σε ισχύ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των οστών/των σπονδύλων στην ορθή τους θέση. ~ (κλινικά νεκρού) στη ζωή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων (π.χ. από αντίγραφο ασφαλείας, κάδο ανακύκλωσης, κατεστραμμένα αποθηκευτικά μέσα). 3. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο επαναλαμβάνεται λέξη ή φράση στην αρχή συνεχόμενων προτάσεων. 4. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική θερμικής επεξεργασίας των βαμμένων μετάλλων, στην οποία η θέρμανση ακολουθείται από βραδεία ψύξη. ● ΣΥΜΠΛ.: δύναμη επαναφοράς: ΦΥΣ. που επαναφέρει σύστημα ή μέρος του στην αρχική του ισορροπία: γραμμική/ελαστική ~ ~. ~ ~ του ελατηρίου.|| Σταθερά επαναφοράς. [< 1: αρχ. ἐπαναφορά, αγγλ. restoration, recovery 3: μτγν. ~ 4: γαλλ. revenu]
17327επαναφορτιζόμενος, η, ο [ἐπαναφορτιζόμενος] ε-πα-να-φορ-τι-ζό-με-νος επίθ.: που μπορεί να επαναφορτιστεί: ~ος: συσσωρευτής. ~η: συσκευή. ~ο: σκουπάκι (χειρός). ~ες: μπαταρίες. ~α: εργαλεία/κεριά. [< αγγλ. rechargeable, 1949, γαλλ. ~, 1964]
17328επαναφορτίζω[ἐπαναφορτίζω] ε-πα-να-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {επαναφόρτι-σα, -στεί, μτχ. επαναφορτιζ-όμενος} 1. φορτίζω εκ νέου: ~ κινητό/μπαταρία (με φορτιστή). ~όμενος: συσσωρευτής/φακός. ~όμενα: εργαλεία/κεριά. Βλ. απο-, εκ-φορτίζω. 2. κάνω επαναφόρτιση προπληρωμένης κάρτας. 3. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω: Ο εγκέφαλος ~εται μετά από έναν επαρκή νυχτερινό ύπνο. [< αγγλ. recharge]
17329επαναφόρτιση[ἐπαναφόρτιση] ε-πα-να-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκ νέου φόρτιση: ταχεία ~. ~ μέσω USB. ~ μπαταριών/πυκνωτή. Διάρκεια/λειτουργία/χρόνος ~ης. Χρήση GPS και ταυτόχρονη ~ κινητού τηλεφώνου. Μέγιστος αριθμός ~ίσεων. 2. ανανέωση του χρηματικού ποσού σε προπληρωμένη κάρτα. 3. (μτφ.) αναζωογόνηση, τόνωση: ώρα για χαλάρωση, ~ και ανάκτηση των δυνάμεων. ΣΥΝ. ξαναζωντάνεμα [< αγγλ. recharging]
17330επαναχάραξη[ἐπαναχάραξη] ε-πα-να-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): εκ νέου χάραξη: αιγιαλού/ορίων/συνόρων. || ~ ελαστικών. 2. (μτφ.) ανασχεδιασμός πολιτικής ή στρατηγικής.
17331επανάχρηση[ἐπανάχρηση] ε-πα-νά-χρη-ση ουσ. (θηλ.): επαναχρησιμοποίηση: δημιουργική επανάχρηση (δημουικής ακίνητης περιουσίας).
17332επαναχρησιμοποίηση[ἐπαναχρησιμοποίηση] ε-πα-να-χρη-σι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου χρήση, συνήθ. μετά από επεξεργασία: ~ δεδομένων/μελανιών (εκτυπωτή)/πλαστικού/συσκευασιών/υλικών. Παλιά μέταλλα κατάλληλα για ~ (πβ. σκραπ). Ανάκτηση/ανακύκλωση/επιδιόρθωση και ~. ~ και αξιοποίηση επεξεργασμένων αποβλήτων. ΣΥΝ. επανάχρηση. [< γαλλ. réutilisation, 1960, αγγλ. reutilization, re-use, reusability, 1970]
17333επαναχρησιμοποιήσιμος, η, ο [ἐπαναχρησιμοποιήσιμος] ε-πα-να-χρη-σι-μο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά ή επανειλημμένα: ~ος: κώδικας (σε γλώσσα προγραμματισμού).|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ο: χαρτί. ~οι: πόροι. ~ες: (πλαστικές) τσάντες. ~α: συστατικά/υλικά. ~η και ανακυκλώσιμη σακούλα/συσκευασία. [< αγγλ. reusable, 1943, γαλλ. réutilisable, 1975]
58718επαναχρησιμοποιώ[ἐπαναχρησιμοποιῶ] ε-πα-να-χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): χρησιμοποιώ εκ νέου, ξαναχρησιμοποιώ: μάσκα που πλένεται και ~είται. [< αγγλ. reutilize, γαλλ. reutiliser, 1949]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.