Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18200-18220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17335επανδρώνω[ἐπανδρώνω] ε-παν-δρώ-νω ρ. (μτβ.) {επάνδρω-σε, επανδρών-εται, επανδρώ-θηκε, -μένος, επανδρών-οντας}: παρέχω το κατάλληλο προσωπικό σε υπηρεσία ή το απαραίτητο πλήρωμα σε σκάφος: Εταιρεία που ~ει τα τμήματά της με εκπαιδευμένα στελέχη. Το διαστημόπλοιο ~ουν οι ... Το πλοίο ~θηκε. ~μένη: πτήση.|| (κατ' επέκτ.) Αθλητές που ~σαν τις εθνικές ομάδες. Πβ. στελεχώνω. [< μτγν. ἐπανδρῶ, ‘εγκαθιστώ άνδρες, γεμίζω με ανθρώπους’, αγγλ. man]
17336επάνδρωση[ἐπάνδρωση] ε-πάν-δρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επανδρώνω: ελλιπής/επαρκής/μειωμένη/χαμηλή ~. ~ μονάδων/νοσοκομείων/πλοίων/υπηρεσιών. ~ σχολείων με καθηγητές. Πβ. στελέχωση.
17337επανεγγραφή[ἐπανεγγραφή] ε-πα-νεγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): εκ νέου εγγραφή: ~ μέλους.|| ~ δίσκου.
17338επανεγγράψιμος, η, ο [ἐπανεγγράψιμος] ε-πα-νεγ-γρά-ψι-μος επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. (για οπτικό δίσκο) στον οποίο μπορεί να γίνει εγγραφή περισσότερες από μία φορές. ~ σιντί/ντιβιντί. ~η: ταινία δεδομένων. [< αγγλ. rewritable, 1971]
17339επανεγκατάσταση[ἐπανεγκατάσταση] ε-πα-νε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου εγκατάσταση: ~ των προσφύγων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ των προγραμμάτων. [< αγγλ. reinstallation]
17340επανειλημμένος, η, ο [ἐπανειλημμένος] ε-πα-νει-λημ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει επαναληφθεί, έχει γίνει πολλές φορές: ~ο: αίτημα. ~ες: διαμαρτυρίες/εκκλήσεις/ερωτήσεις/καταγγελίες/προειδοποιήσεις/συστάσεις. ~α: διαβήματα/λάθη/ψηφίσματα. ● επίρρ.: επανειλημμένα & (λογιότ.) επανειλημμένως: κατ' επανάληψη, επαναληπτικά: Έχω ~ εκφράσει την άποψή μου. Έχει επισημάνει ~ ότι ... Βλ. άπαξ. ● βλ. επαναλαμβάνω [< αρχ. ἐπανειλημμένος]
17341επανεισάγω[ἐπανεισάγω] ε-πα-νει-σά-γω ρ. (μτβ.): εισάγω εκ νέου, ξανά: χώρες που ~ουν αυστηρότερους ταξιδιωτικούς περιορισμούς/συνοριακούς ελέγχους. . [< αγγλ. reimport, γαλλ. réimport, réitroduire]
58717επανεισαγωγή[ἐπανεισαγωγή] ε-πα-νει-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον εν.}: εκ νέου εισαγωγή:  ~ αγαθών/εμπορευμάτων/προϊόντων. ~ σε νοσοκομείο. [< αγγλ. reimportation, γαλλ. réimportation, réintroduction]
17342επανεισδοχή[ἐπανεισδοχή] ε-πα-νεισ-δο-χή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επανένταξη, επιστροφή (συνήθ. παράνομων) μεταναστών στη χώρα τους: πρωτόκολλο/συμφωνία ~ής. Βλ. επαναπατρισμός. [< γαλλ. réadmission]
17343επανείσοδος[ἐπανείσοδος] ε-πα-νεί-σο-δος ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για κατόχους άδειας διαμονής) επιστροφή στο φιλοξενούν κράτος μετά από σύντομης διάρκειας αποχώρηση από αυτό: ελεύθερη ~ των νόμιμων μεταναστών. Έξοδος και ~ αλλοδαπών στη χώρα.
17344επανεκδίδω[ἐπανεκδίδω] ε-πα-νεκ-δί-δω ρ. (μτβ.) {επανεξέδω-σε, επανεκδώ-σει, επανεκδό-θηκε, -θεί, επανεκδίδ-οντας}: εκδίδω εκ νέου κάτι, συνήθ. επειδή εξαντλήθηκε ή είχε σταματήσει να κυκλοφορεί: Το βιβλίο ~εται με πολλές προσθήκες/άλλο τίτλο. Ο δίσκος θα ~θεί σε σιντί.|| Το περιοδικό πουλήθηκε αμέσως και ~θηκε.|| Η εφημερίδα ~θηκε μετά από δύο χρόνια. Βλ. αναδημοσιεύω, ανατυπώνω. [< γαλλ. rééditer]
17345επανέκδοση[ἐπανέκδοση] ε-πα-νέκ-δο-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του επανεκδίδω: ~ του άλμπουμ/της βιογραφίας. [< γαλλ. réédition]
17346επανεκκίνηση[ἐπανεκκίνηση] ε-πα-νεκ-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου εκκίνηση, συνήθ. ηλεκτρονικού υπολογιστή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αυτόματη ~. ~ του προγράμματος. Τερματισμός και ~.|| Δυναμική ~. ~ των διαπραγματεύσεων/συνομιλιών. Πβ. επανέναρξη. || (μτφ.) ~ της αγοράς/οικονομίας. [< αγγλ. restart]
17347επανεκλέγω[ἐπανεκλέγω] ε-πα-νε-κλέ-γω ρ.: εκλέγω ξανά, πάλι: ~εται βουλευτής. ~εξελέγη στην προεδρία του κόμματος. [< αγγλ. reelect, γαλλ. réélire]
58716επανεκλογή[ἐπανεκλογή] ε-πα-νε-κλο-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον εν.}: εκ νέου εκλογή: άνετη/θριαμβευτική/σίγουρη. [< αγγλ. reelection, γαλλ. γαλλ. réélection]
17348επανεκπαίδευση[ἐπανεκπαίδευση] ε-πα-νεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκ νέου εκπαίδευση. 2. ΙΑΤΡ. φυσιοθεραπευτική μέθοδος βελτίωσης και αποκατάστασης της φυσιολογικής λειτουργίας μελών του σώματος που έχουν υποστεί κινητική συνήθ. βλάβη: νευρομυϊκή ~. ~ της βάδισης. Βλ. εργασιο-, κινησιο-, λογο-θεραπεία. [< 1: γαλλ. rééducation, 1907 2: γαλλ. ~, 1899, αγγλ. reeducation]
17349επανεκπομπή[ἐπανεκπομπή] ε-πα-νεκ-πο-μπή ουσ. (θηλ.): εκ νέου εκπομπή, αναμετάδοση. [< γαλλ. réémission]
17350επανεκτίμηση[ἐπανεκτίμηση] ε-πα-νε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου κρίση, επαναξιολόγηση:  ~ ακινήτων/των ζημιών/της προσφοράς. Συνεχής ~ των μέτρων. [< αγγλ. reappraisal, γαλλ. revaluation, 1929]
58715επανεκτιμώ[ἐπανεκτιμῶ] ε-πα-νε-κτι-μώ ρ. (μτβ.): εκτιμώ, κρίνω κάποιον ή κάτι εκ νέου, επαναξιολογώ: ~ήθηκε η κατάσταση. Θα ~ηθούν τα δεδομένα. [< αγγλ. reappraise, reevaluate, 1905, γαλλ. réévaluer, 1945]
17351επανεκτυπώνω[ἐπανεκτυπώνω] ε-πα-νε-κτυ-πώ-νω ρ. (μτβ.): κάνω επανεκτύπωση: η εταιρεία ~σε έντυπα για το περιβάλλον. Το μυθιστόρημα ~θηκε αρκετές φορές.  Βλ. επαν~. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ιστοσελίδες. [< γαλλ. réimprimer, αγγλ. reprint]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.