| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17370 | επανιδείν | [ἐπανιδεῖν] ε-πα-νι-δείν {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: εις το επανιδείν & στο επανιδείν (λόγ.-ευχετ.): ως αποχαιρετισμός· "θα τα ξαναπούμε", "θα ξαναϊδωθούμε": Καλό καλοκαίρι και ~ ~ (ενν. το φθινόπωρο). Πβ. καλή αντάμωση!, τα λέμε. [< γαλλ. au révoir] | |
| 17371 | επανίδρυση | [ἐπανίδρυση] ε-πα-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκ νέου ίδρυση, ανασύσταση: ~ της εταιρείας/του κόμματος/της ομάδας/του συλλόγου/του σχολείου. 2. (παρωχ.) η εκ βάθρων ανακατασκευή κτιρίου. Πβ. ανοικοδόμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: επανίδρυση του κράτους: ΠΟΛΙΤ. εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και την ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού. [< γαλλ. refondation, 1991] | |
| 17372 | επάνοδος | [ἐπάνοδος] ε-πά-νο-δος ουσ. (θηλ.) 1. επιστροφή· επανεμφάνιση: ~ (κόμματος) στην εξουσία/(καλλιτέχνη) στο προσκήνιο/(ξενιτεμένου) στην πατρίδα/(των εκδρομέων) στην πρωτεύουσα. ~ του ασθενή στην εργασία του. ~ στις νίκες. Πβ. γυρισμός, ερχομός.|| Δυναμική/εντυπωσιακή ~. ~ (παίκτη) στα γήπεδα/της ομάδας στην Α' Εθνική κατηγορία (βλ. προβιβασμός). 2. ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου σύμφωνα με το οποίο επαναλαμβάνονται λέξεις προηγούμενης πρότασης, περιόδου ή φράσης, με αντίστροφη σειρά. [< αρχ. ἐπάνοδος] | |
| 17373 | επανορθώνω | [ἐπανορθώνω] ε-πα-νορ-θώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επανόρθω-σα, επανορθώ-θηκε, επανορθών-οντας}: διορθώνω, αποκαθιστώ υλική ή ηθική ζημιά: ~σε το σφάλμα του. Εγκλήματα/καταστροφές που δεν ~ονται. Βλάβη που ~θηκε. Καιρός να ~θούν οι αδικίες.|| (για καλλυντικά:) Κρέμα που ~ει τις ρυτίδες.|| (ελλειπτ.) Έκανα λάθος· ~ αμέσως! [< αρχ. ἐπανορθῶ, γαλλ. réparer] | |
| 17374 | επανόρθωση | [ἐπανόρθωση] ε-πα-νόρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. διόρθωση: ~ λαθών. ~ της αδικίας/ηθικής βλάβης. (ΝΟΜ.) ~ της ζημίας (πβ. ανόρθωση).|| (ΙΑΤΡ.) ~ στήθους μετά από μαστεκτομή. Βλ. επανορθωτική χειρουργική.|| ~ των μαύρων κύκλων/μαλλιών/ραγάδων. Μάσκα ενυδάτωσης και ~ης. Πβ. αποκατάσταση. Βλ. αναγέννηση, ανάπλαση. 2. αποζημίωση: (ΝΟΜ.) δικαστική ~. Νόμιμες ~ώσεις. Ζητεί ~ για ... ● ΣΥΜΠΛ.: πολεμικές αποζημιώσεις βλ. αποζημίωση [< αρχ. ἐπανόρθωσις, γαλλ. réparation] | |
| 17375 | επανορθώσιμος | , η, ο [ἐπανορθώσιμος] ε-πα-νορ-θώ-σι-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί να επανορθωθεί: μη ~ο σφάλμα. (ΝΟΜ.) Δυσχερώς ~η βλάβη/ζημία. ΑΝΤ. ανεπανόρθωτος, ανήκεστος [< γαλλ. réparable] | |
| 17376 | επανορθωτικός | , ή, ό [ἐπανορθωτικός] ε-πα-νορ-θω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί σε επανόρθωση: ~ές: ενέργειες. ~ά: μέτρα. Πβ. διορθωτικός.|| (ΝΟΜ.) Ποινές με ~ό χαρακτήρα.|| (για καλλυντικά:) ~ή: κρέμα/μάσκα. Αντιρυτιδική και ~ή φροντίδα προσώπου.|| (ΙΑΤΡ.) πλαστικός-~ός χειρουργός. ~ή: επέμβαση.|| (ΑΘΛ.-επίσ.) ~ή: περιοχή (: η μεγάλη περιοχή στο ποδόσφαιρο). ● επίρρ.: επανορθωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκαταστατική δικαιοσύνη βλ. αποκαταστατικός, επανορθωτική χειρουργική βλ. χειρουργική [< αρχ. ἐπανορθωτικός ‘διορθωτικός, βελτιωτικός’, γαλλ. réparateur] | |
| 17377 | επανυποβολή | [ἐπανυποβολή] ε-πα-νυ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): υποβολή εκ νέου: ~ αίτησης/δικαιολογητικών/πρότασης. | |
| 17378 | επανυπολογίζω | [ἐπανπολογίζω] ε-πα-νυ-πο-λο-γί-ζω ρ. (αμτβ.): υπολογίζω εκ νέου, λογαριάζω ξανά: το ποσό του επιδόματος ~εται αυτόματα. [< αγγλ. recalculate, γαλλ. recalculer] | |
| 17379 | επανυπολογισμός | [ἐπανυπολογισμός] ε-πα-νυ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): εκ νέου υπολογισμός, συνήθ. κατόπιν αλλαγής ή λόγω παράλειψης ορισμένων δεδομένων: δαπανών/οφειλών/συντάξεων. || ~ός: διαδρομής [αγγλ. recalculation, γαλλ. recalcul] | |
| 17380 | επάνω | βλ. πάνω | |
| 17381 | επανωφόρι | βλ. πανωφόρι | |
| 17382 | επάξιος | , α, ο [ἐπάξιος] ε-πά-ξι-ος επίθ. (λόγ.): που είναι ή θεωρείται άξιος για κάτι: ~ος: αντικαταστάτης/διάδοχος/συνεχιστής του έργου της. Πβ. αντάξιος. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: επάξια & (λόγ.) -ίως: Στάθηκε ~ δίπλα του. Πήρε ~ τη θέση του προέδρου. [< αρχ. ἐπάξιος] | |
| 17383 | επαπειλείται | [ἐπαπειλεῖται] ε-πα-πει-λεί-ται ρ. {-ούνται, παρατ. (γ' εν. κ. πληθ.) -ούνταν (λόγ. γ' εν.) -είτο, -ούμενος, συνήθ. στον ενεστ.} (επίσ.): υπάρχει απειλή, φόβος να συμβεί κάτι: ~ κρίση/σύρραξη/φυλάκιση. ~ούνται κίνδυνοι. Πβ. αιωρείται, επίκειται, επικρέμαται. [< αρχ. ἐπαπειλῶ ‘εκτοξεύω απειλές’] | |
| 17384 | επαπειλούμενος | , η, ο [ἐπαπειλούμενος] ε-πα-πει-λού-με-νος επίθ. (επίσ.): (για κάτι αρνητ.) που επαπειλείται, υπάρχει κίνδυνος να συμβεί: ~ος: αφανισμός/πόλεμος. ~η: απεργία/καταστροφή/ρήξη/σύγκρουση. Πβ. επικείμενος.|| ~η: αποβολή/κύηση/εγκυμοσύνη. ~ο: κραχ. ~ες: απολύσεις/κυρώσεις. ~α: είδη (= απειλούμενα). [< μτχ. παθ. ενεστ. του ρ. ἐπαπειλῶ, αγγλ. threatened] | |
| 17385 | επάρατος | , η/ος, ο [ἐπάρατος] ε-πά-ρα-τος επίθ. (λόγ.): καταραμένος, ολέθριος: ο ~ διχασμός (ενν. των Ελλήνων). Τα ~α χρόνια της Κατοχής. ● ΣΥΜΠΛ.: επάρατη/(λόγ.) επάρατος νόσος: ο καρκίνος: άνιση πάλη με την ~η ~ο.|| (ως ουσ.) Πάσχει από την ~ο. [< αρχ. ἐπάρατος] | |
| 17386 | επάργυρος | , η, ο [ἐπάργυρος] ε-πάρ-γυ-ρος επίθ.: που έχει επαργυρωθεί: ~ος: δίσκος. ~η: εικόνα/κορνίζα. ~ο: δαχτυλίδι/νόμισμα. ~α: είδη/κηροπήγια/μαχαιροπίρουνα/σκεύη. Πβ. ασημω-, επαργυρω-μένος. Βλ. επίχρυσος. [< αρχ. ἐπάργυρος] | |
| 17387 | επαργυρώνω | [ἐπαργυρώνω] ε-παρ-γυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {επαργύρω-σε, επαργυρώ-θηκε, κυρ. στη μτχ. -μένος}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κάνω επαργύρωση: ~μένα: κοσμήματα (= επάργυρα, βλ. επιχρυσωμένα). Πβ. ασημώνω. [< πβ. μτγν. ἐπαργυρῶμαι] | |
| 17388 | επαργύρωση | [ἐπαργύρωση] ε-παρ-γύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση μεταλλικής επιφάνειας με λεπτή στρώση αργύρου· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ~ σκευών/χάλυβα. Πβ. ασήμωμα. Βλ. επιμετάλλωση, επιχρύσωση. [< γαλλ. argenture] | |
| 17389 | επαρκεί | [ἐπαρκεῖ] ε-παρ-κεί ρ. (αμτβ.) {επαρκ-ούσε}: (συνήθ. με άρνηση) είναι επαρκής, αρκετός: Δεν ~ούν τα χρήματα για την αγορά αυτοκινήτου/ικανοποίηση βασικών αναγκών. Προσλήψεις που δεν ~ούν (για) να καλύψουν τα κενά. Αποθέματα που ~ούσαν. Πβ. αρκεί, φτάνει. Βλ. υπερ~.|| (σπάν., για πρόσ., επαρκώ:) Δεν ~ (: δεν έχω τα προσόντα για κάτι). [< αρχ. ἐπαρκῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ