Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [18260-18280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17388επαργύρωση[ἐπαργύρωση] ε-παρ-γύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση μεταλλικής επιφάνειας με λεπτή στρώση αργύρου· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ~ σκευών/χάλυβα. Πβ. ασήμωμα. Βλ. επιμετάλλωση, επιχρύσωση. [< γαλλ. argenture]
17389επαρκεί[ἐπαρκεῖ] ε-παρ-κεί ρ. (αμτβ.) {επαρκ-ούσε}: (συνήθ. με άρνηση) είναι επαρκής, αρκετός: Δεν ~ούν τα χρήματα για την αγορά αυτοκινήτου/ικανοποίηση βασικών αναγκών. Προσλήψεις που δεν ~ούν (για) να καλύψουν τα κενά. Αποθέματα που ~ούσαν. Πβ. αρκεί, φτάνει. Βλ. υπερ~.|| (σπάν., για πρόσ., επαρκώ:) Δεν ~ (: δεν έχω τα προσόντα για κάτι). [< αρχ. ἐπαρκῶ]
17390επάρκεια[ἐπάρκεια] ε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): ύπαρξη της απαιτούμενης και επιθυμητής ποσότητας ή ικανότητας: ~ καυσίμων/τροφίμων. ~ σε νερό. Η ενεργειακή ~ της χώρας. Η στατική ~ του κτιρίου. Κεφαλαιακή ~ τραπεζών. Διαθέτει ~ υποδομών. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. έλλειψη.|| (για πρόσ.) Γλωσσική/διαχειριστική/διδακτική/διοικητική/εκπαιδευτική/επαγγελματική/επιστημονική/νοητική/παιδαγωγική/τεχνική ~ (πβ. καταλληλότητα). Η γνωστική ~ των υποψηφίων. Πιστοποίηση της ~ας της ελληνομάθειας (με εξετάσεις). ΑΝΤ. ανεπάρκεια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμασία επάρκειας (επίσ.): έλεγχος των επαγγελματικών γνώσεων των κατόχων διπλωμάτων από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητά τους να ασκήσουν νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα: διενέργεια ~ας ~ας. Πρακτική άσκηση προσαρμογής και ~ ~. [< αγγλ. aptitude test] , επάρκεια (διδασκαλίας/γλώσσας): έγγραφο χορηγούμενο από κρατικό φορέα το οποίο επιβεβαιώνει ότι κάποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις, ώστε να διδάσκει ξένη γλώσσα: ~ διδασκαλίας Αγγλικών από το Υπουργείο Παιδείας. Πτυχίο που δίνει ~ διδασκαλίας της Γαλλικής. Απόκτηση ~ας. [< πβ. μτγν. ἐπάρκεια ‘βοήθεια, ενίσχυση’, γαλλ. suffisance]
17391επαρκής, ής, ές [ἐπαρκής] ε-παρ-κής επίθ. {επαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επαρκέστ-ερος, -ατος}: που είναι αρκετός ή ικανός για κάτι· που χαρακτηρίζεται από επάρκεια: ~ής: εξαερισμός/φωτισμός/χρόνος. ~ής: ενηµέρωση/τεκμηρίωση. ~είς: πόροι. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέσα/μέτρα. Ανάπτυξη δεξιοτήτων σε ~ές επίπεδο. Πβ. ικανοποιητικός. Βλ. υπερ~.|| ~ής: αναγνώστης της λογοτεχνίας/ομιλητής (: ενημερωμένος και καταρτισμένος). Θεωρεί τον εαυτό του ~ατο για να ... Πβ. κατάλληλος. ΑΝΤ. ανεπαρκής ● επίρρ.: επαρκώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπαρκής, γαλλ. suffisant]
17392έπαρμα[ἔπαρμα] έ-παρ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εξόγκωμα, προεξοχή: (ΙΑΤΡ.) ~ της επιδερμίδας (βλ. πομφόλυγα, φυσαλίδα).|| ~ του εδάφους. Πβ. ύψωμα. [< αρχ. ἔπαρμα]
17393επαρμένος, η, ο βλ. επηρμένος
17394έπαρση[ἔπαρση] έ-παρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) υπέρμετρη υπερηφάνεια, υπεροψία: ~ και αυτοπροβολή/εγωισμός. ~ στον λόγο/στη συμπεριφορά. Αυτοπεποίθηση που έφτανε στα όρια της ~ης. Μιλούν/φέρονται με ~. Πβ. αλαζονεία, μεγαλαυχία, ξιπασιά, οίηση. 2. (επίσ.) ανύψωση κυρ. της σημαίας. ΑΝΤ. υποστολή [< μτγν. ἔπαρσις]
17395επαρχείο[ἐπαρχεῖο] ε-παρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): διοικητική μονάδα της τοπικής αυτοδιοίκησης· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: έδρα/υπηρεσίες του ~ου. ~ Καρπάθου-ιεράς νήσου Κάσου. || Κατάληψη του ~ου. Βλ. δήμος, νομαρχία, περιφέρεια. [< μτγν. ἐπαρχεῖον]
17396επαρχία[ἐπαρχία] ε-παρ-χί-α ουσ. (θηλ.) {επαρχιών} 1. γεωγραφικό τμήμα χώρας το οποίο βρίσκεται μακριά από την πρωτεύουσα και συνήθ. τα μεγάλα αστικά κέντρα· τα χωριά, οι κωμοπόλεις και οι μικρές πόλεις: η ελληνική ~. Ανάπτυξη/ερήμωση της ~ας. Ζει/μεγάλωσε στην ~. Πβ. περιφέρεια, ύπαιθρος.|| (μτφ.-μειωτ., για κράτος φτωχό και εξαρτημένο:) Έγινε/κατάντησε ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. (παλαιότ.) μικρή διοικητική και γεωγραφική υποδιαίρεση: οι δήμοι της ~ας. Οι ~ες του νομού.|| (ΕΚΚΛΗΣ). Εκκλησιαστική ~. ~ του Οικουμενικού Θρόνου/του Πατριαρχείου. Πβ. επισκοπή.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινή/οθωμανική/ρωμαϊκή ~. Βλ. -αρχία. [< 1: μτγν. ἐπαρχία, γαλλ. province 2: γαλλ. préfecture]
17397επαρχιακός, ή, ό [ἐπαρχιακός] ε-παρ-χι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την επαρχία: ~ή: εφημερίδα/ομάδα/πόλη. ~ό: νοσοκομείο. ~οί: δήμοι/(ραδιοφωνικοί/τηλεοπτικοί) σταθμοί. ~οί και αγροτικοί δρόµοι. Πβ. επαρχιώτικος.|| (ΝΟΜ., σε άλλες χώρες, όπως η Κύπρος) ~ό: δικαστήριο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ιερά ~ή Σύνοδος. 2. που αναφέρεται στο επαρχείο: ~ό: συμβούλιο. [< 1: μεσν. επαρχιακός]
57654επαρχιώτης

χω-ριά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {χωριατών | θηλ. (λαϊκό) χωριάτα} 1. που κατάγεται από χωριό ή κυρ. ζει μόνιμα σε αυτό. Πβ. χωριανός, χωρικός. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνος 2. (μτφ.) άξεστος, ακαλλιέργητος: λογική/νοοτροπία ~η. Πβ. αγροίκος, αμόρφωτος, απολίτιστος, βλάχος, επαρχιώτης, ταγάρι, χοντράνθρωπος. Βλ. αρχοντο~. ● Υποκ.: χωριατάκι (το), χωριατάκος (ο) ● Μεγεθ.: χωριάταρος (ο): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι (παροιμ.): για πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τις ευγενικές και καλοπροαίρετες προθέσεις των άλλων., γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό [< μεσν. χωριάτης]

17398επαρχιώτης[ἐπαρχιώτης] ε-παρ-χι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {επαρχιωτών} , επαρχιώτισσα (η): πρόσωπο που ζει στην επαρχία ή κατάγεται από αυτή· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) χωριάτης: (ως επίθ.) ~ες: φοιτητές. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνος ● Υποκ.: επαρχιωτάκι (το) [< μτγν. ἐπαρχιώτης ‘κάτοικος της επαρχίας’]
17399επαρχιώτικος, η, ο [ἐπαρχιώτικος] ε-παρ-χι-ώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την επαρχία ή τον επαρχιώτη: ~η: πόλη. Πβ. επαρχιακός.|| (συνήθ. μειωτ.) ~ος: τρόπος ζωής. ~η: νοοτροπία/προφορά. Πβ. χωριάτικος. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνικος ● επίρρ.: επαρχιώτικα [< μεσν. επαρχιωτικός]
17400επαρχιωτισμός[ἐπαρχιωτισμός] ε-παρ-χι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): οτιδήποτε αρνητικό χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά ή/και τη νοοτροπία του επαρχιώτη, κυρ. έλλειψη καλλιέργειας: πολιτικός ~. Κράμα κοσμοπολιτισμού και ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. provincialisme]
17401επαρχιωτοπούλα, επαρχιωτόπουλο[ἐπαρχιωτοπούλα] ε-παρ-χι-ω-το-πού-λα ουσ. (θηλ. + ουδ.): νεαρή κοπέλα ή αγόρι που ζει σε χωριό ή κατάγεται από την επαρχία. Πβ. χωριατόπαιδο.
17402έπαρχος[ἔπαρχος] έ-παρ-χος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αιρετός διοικητής επαρχείου, επικεφαλής πενταμελούς συμβουλίου. Βλ. -αρχος, δήμαρχος, νομ-, περιφερει-άρχης. [< μτγν. ἔπαρχος ‘διοικητής, κυβερνήτης’, < λατ. praefectus, γαλλ. préfet]
17404επασφάλιστρο[ἐπασφάλιστρο] ε-πα-σφά-λι-στρο ουσ. (ουδ.): επιπλέον ασφάλιστρο που προστίθεται στο βασικό, κυρ. για λόγους υγείας ή συνθηκών επαγγέλματος: ~ κινδύνου (: για να καλυφθεί κίνδυνος μεγαλύτερος από τον κανονικό). ~ νέου οδηγού (: κάτω των 23 ετών ή κατόχου διπλώματος για διάστημα μικρότερο από ένα έτος). [< αγγλ. extra premium]
17405έπαυλη[ἔπαυλη] έ-παυ-λη ουσ. (θηλ.) {επαύλεις} (λόγ.): πολυτελής κατοικία με μεγάλο κήπο: εξοχική/παραθαλάσσια ~. Βλ. αρχοντικό, παλάτι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ρωμαϊκή ~ με ψηφιδωτά δάπεδα. Βλ. αγρ~. ΣΥΝ. βίλα [< μτγν. ἔπαυλις 'αγροτική οικία', ιταλ.-γαλλ. villa]
17406επαυξάνω[ἐπαυξάνω] ε-παυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {επαύξη-σε, επαυξή-θηκε, -μένος, επαυξάν-οντας} (λόγ.): αυξάνω πιο πολύ, κάνω κάτι ακόμη μεγαλύτερο: ~σε το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία. Η δυσπιστία μου ~θηκε. Νέα έκδοση (βιβλίου), ~μένη (= εμπλουτισμένη, ενημερωμένη, συμπληρωμένη) και αναθεωρημένη/βελτιωμένη. Ποσό ~μένο με τόκο. Πβ. ανεβάζω, μεγαλώνω, πολλαπλασιάζω, προσαυξάνω. ΑΝΤ. ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνω.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~μένη: πρόταση (: στην οποία έχει γίνει προσθήκη προσδιορισμών, βλ. απλός, ελλειπτικός, σύνθετος). ● ΣΥΜΠΛ.: επαυξημένη πραγματικότητα βλ. πραγματικότητα. ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω (εμφατ.): είμαι απόλυτα σύμφωνος. [< αρχ. ἐπαυξάνω ‘αναπτύσσω, μεγαλώνω’]
17407επαύξηση[ἐπαύξηση] ε-παύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαυξάνω: ~ των γνώσεων/των δαπανών/των κερδών/της ποινής (λόγω υποτροπής)/του πρασίνου/των υποχρεώσεων. Πβ. προσαύξηση. [< αρχ. ἐπαύξησις ‘αύξηση, κέρδος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.