Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18260-18280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17390επάρκεια[ἐπάρκεια] ε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): ύπαρξη της απαιτούμενης και επιθυμητής ποσότητας ή ικανότητας: ~ καυσίμων/τροφίμων. ~ σε νερό. Η ενεργειακή ~ της χώρας. Η στατική ~ του κτιρίου. Κεφαλαιακή ~ τραπεζών. Διαθέτει ~ υποδομών. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. έλλειψη.|| (για πρόσ.) Γλωσσική/διαχειριστική/διδακτική/διοικητική/εκπαιδευτική/επαγγελματική/επιστημονική/νοητική/παιδαγωγική/τεχνική ~ (πβ. καταλληλότητα). Η γνωστική ~ των υποψηφίων. Πιστοποίηση της ~ας της ελληνομάθειας (με εξετάσεις). ΑΝΤ. ανεπάρκεια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμασία επάρκειας (επίσ.): έλεγχος των επαγγελματικών γνώσεων των κατόχων διπλωμάτων από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητά τους να ασκήσουν νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα: διενέργεια ~ας ~ας. Πρακτική άσκηση προσαρμογής και ~ ~. [< αγγλ. aptitude test] , επάρκεια (διδασκαλίας/γλώσσας): έγγραφο χορηγούμενο από κρατικό φορέα το οποίο επιβεβαιώνει ότι κάποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις, ώστε να διδάσκει ξένη γλώσσα: ~ διδασκαλίας Αγγλικών από το Υπουργείο Παιδείας. Πτυχίο που δίνει ~ διδασκαλίας της Γαλλικής. Απόκτηση ~ας. [< πβ. μτγν. ἐπάρκεια ‘βοήθεια, ενίσχυση’, γαλλ. suffisance]
17391επαρκής, ής, ές [ἐπαρκής] ε-παρ-κής επίθ. {επαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επαρκέστ-ερος, -ατος}: που είναι αρκετός ή ικανός για κάτι· που χαρακτηρίζεται από επάρκεια: ~ής: εξαερισμός/φωτισμός/χρόνος. ~ής: ενηµέρωση/τεκμηρίωση. ~είς: πόροι. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέσα/μέτρα. Ανάπτυξη δεξιοτήτων σε ~ές επίπεδο. Πβ. ικανοποιητικός. Βλ. υπερ~.|| ~ής: αναγνώστης της λογοτεχνίας/ομιλητής (: ενημερωμένος και καταρτισμένος). Θεωρεί τον εαυτό του ~ατο για να ... Πβ. κατάλληλος. ΑΝΤ. ανεπαρκής ● επίρρ.: επαρκώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπαρκής, γαλλ. suffisant]
17392έπαρμα[ἔπαρμα] έ-παρ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εξόγκωμα, προεξοχή: (ΙΑΤΡ.) ~ της επιδερμίδας (βλ. πομφόλυγα, φυσαλίδα).|| ~ του εδάφους. Πβ. ύψωμα. [< αρχ. ἔπαρμα]
17393επαρμένος, η, ο βλ. επηρμένος
17394έπαρση[ἔπαρση] έ-παρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) υπέρμετρη υπερηφάνεια, υπεροψία: ~ και αυτοπροβολή/εγωισμός. ~ στον λόγο/στη συμπεριφορά. Αυτοπεποίθηση που έφτανε στα όρια της ~ης. Μιλούν/φέρονται με ~. Πβ. αλαζονεία, μεγαλαυχία, ξιπασιά, οίηση. 2. (επίσ.) ανύψωση κυρ. της σημαίας. ΑΝΤ. υποστολή [< μτγν. ἔπαρσις]
17395επαρχείο[ἐπαρχεῖο] ε-παρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): διοικητική μονάδα της τοπικής αυτοδιοίκησης· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: έδρα/υπηρεσίες του ~ου. ~ Καρπάθου-ιεράς νήσου Κάσου. || Κατάληψη του ~ου. Βλ. δήμος, νομαρχία, περιφέρεια. [< μτγν. ἐπαρχεῖον]
17396επαρχία[ἐπαρχία] ε-παρ-χί-α ουσ. (θηλ.) {επαρχιών} 1. γεωγραφικό τμήμα χώρας το οποίο βρίσκεται μακριά από την πρωτεύουσα και συνήθ. τα μεγάλα αστικά κέντρα· τα χωριά, οι κωμοπόλεις και οι μικρές πόλεις: η ελληνική ~. Ανάπτυξη/ερήμωση της ~ας. Ζει/μεγάλωσε στην ~. Πβ. περιφέρεια, ύπαιθρος.|| (μτφ.-μειωτ., για κράτος φτωχό και εξαρτημένο:) Έγινε/κατάντησε ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. (παλαιότ.) μικρή διοικητική και γεωγραφική υποδιαίρεση: οι δήμοι της ~ας. Οι ~ες του νομού.|| (ΕΚΚΛΗΣ). Εκκλησιαστική ~. ~ του Οικουμενικού Θρόνου/του Πατριαρχείου. Πβ. επισκοπή.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινή/οθωμανική/ρωμαϊκή ~. Βλ. -αρχία. [< 1: μτγν. ἐπαρχία, γαλλ. province 2: γαλλ. préfecture]
17397επαρχιακός, ή, ό [ἐπαρχιακός] ε-παρ-χι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την επαρχία: ~ή: εφημερίδα/ομάδα/πόλη. ~ό: νοσοκομείο. ~οί: δήμοι/(ραδιοφωνικοί/τηλεοπτικοί) σταθμοί. ~οί και αγροτικοί δρόµοι. Πβ. επαρχιώτικος.|| (ΝΟΜ., σε άλλες χώρες, όπως η Κύπρος) ~ό: δικαστήριο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ιερά ~ή Σύνοδος. 2. που αναφέρεται στο επαρχείο: ~ό: συμβούλιο. [< 1: μεσν. επαρχιακός]
57654επαρχιώτης

χω-ριά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {χωριατών | θηλ. (λαϊκό) χωριάτα} 1. που κατάγεται από χωριό ή κυρ. ζει μόνιμα σε αυτό. Πβ. χωριανός, χωρικός. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνος 2. (μτφ.) άξεστος, ακαλλιέργητος: λογική/νοοτροπία ~η. Πβ. αγροίκος, αμόρφωτος, απολίτιστος, βλάχος, επαρχιώτης, ταγάρι, χοντράνθρωπος. Βλ. αρχοντο~. ● Υποκ.: χωριατάκι (το), χωριατάκος (ο) ● Μεγεθ.: χωριάταρος (ο): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι (παροιμ.): για πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τις ευγενικές και καλοπροαίρετες προθέσεις των άλλων., γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό [< μεσν. χωριάτης]

17398επαρχιώτης[ἐπαρχιώτης] ε-παρ-χι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {επαρχιωτών} , επαρχιώτισσα (η): πρόσωπο που ζει στην επαρχία ή κατάγεται από αυτή· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) χωριάτης: (ως επίθ.) ~ες: φοιτητές. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνος ● Υποκ.: επαρχιωτάκι (το) [< μτγν. ἐπαρχιώτης ‘κάτοικος της επαρχίας’]
17399επαρχιώτικος, η, ο [ἐπαρχιώτικος] ε-παρ-χι-ώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την επαρχία ή τον επαρχιώτη: ~η: πόλη. Πβ. επαρχιακός.|| (συνήθ. μειωτ.) ~ος: τρόπος ζωής. ~η: νοοτροπία/προφορά. Πβ. χωριάτικος. ΑΝΤ. πρωτευουσιάνικος ● επίρρ.: επαρχιώτικα [< μεσν. επαρχιωτικός]
17400επαρχιωτισμός[ἐπαρχιωτισμός] ε-παρ-χι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): οτιδήποτε αρνητικό χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά ή/και τη νοοτροπία του επαρχιώτη, κυρ. έλλειψη καλλιέργειας: πολιτικός ~. Κράμα κοσμοπολιτισμού και ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. provincialisme]
17401επαρχιωτοπούλα, επαρχιωτόπουλο[ἐπαρχιωτοπούλα] ε-παρ-χι-ω-το-πού-λα ουσ. (θηλ. + ουδ.): νεαρή κοπέλα ή αγόρι που ζει σε χωριό ή κατάγεται από την επαρχία. Πβ. χωριατόπαιδο.
17402έπαρχος[ἔπαρχος] έ-παρ-χος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αιρετός διοικητής επαρχείου, επικεφαλής πενταμελούς συμβουλίου. Βλ. -αρχος, δήμαρχος, νομ-, περιφερει-άρχης. [< μτγν. ἔπαρχος ‘διοικητής, κυβερνήτης’, < λατ. praefectus, γαλλ. préfet]
17404επασφάλιστρο[ἐπασφάλιστρο] ε-πα-σφά-λι-στρο ουσ. (ουδ.): επιπλέον ασφάλιστρο που προστίθεται στο βασικό, κυρ. για λόγους υγείας ή συνθηκών επαγγέλματος: ~ κινδύνου (: για να καλυφθεί κίνδυνος μεγαλύτερος από τον κανονικό). ~ νέου οδηγού (: κάτω των 23 ετών ή κατόχου διπλώματος για διάστημα μικρότερο από ένα έτος). [< αγγλ. extra premium]
17405έπαυλη[ἔπαυλη] έ-παυ-λη ουσ. (θηλ.) {επαύλεις} (λόγ.): πολυτελής κατοικία με μεγάλο κήπο: εξοχική/παραθαλάσσια ~. Βλ. αρχοντικό, παλάτι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ρωμαϊκή ~ με ψηφιδωτά δάπεδα. Βλ. αγρ~. ΣΥΝ. βίλα [< μτγν. ἔπαυλις 'αγροτική οικία', ιταλ.-γαλλ. villa]
17406επαυξάνω[ἐπαυξάνω] ε-παυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {επαύξη-σε, επαυξή-θηκε, -μένος, επαυξάν-οντας} (λόγ.): αυξάνω πιο πολύ, κάνω κάτι ακόμη μεγαλύτερο: ~σε το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία. Η δυσπιστία μου ~θηκε. Νέα έκδοση (βιβλίου), ~μένη (= εμπλουτισμένη, ενημερωμένη, συμπληρωμένη) και αναθεωρημένη/βελτιωμένη. Ποσό ~μένο με τόκο. Πβ. ανεβάζω, μεγαλώνω, πολλαπλασιάζω, προσαυξάνω. ΑΝΤ. ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνω.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~μένη: πρόταση (: στην οποία έχει γίνει προσθήκη προσδιορισμών, βλ. απλός, ελλειπτικός, σύνθετος). ● ΣΥΜΠΛ.: επαυξημένη πραγματικότητα βλ. πραγματικότητα. ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω (εμφατ.): είμαι απόλυτα σύμφωνος. [< αρχ. ἐπαυξάνω ‘αναπτύσσω, μεγαλώνω’]
17407επαύξηση[ἐπαύξηση] ε-παύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επαυξάνω: ~ των γνώσεων/των δαπανών/των κερδών/της ποινής (λόγω υποτροπής)/του πρασίνου/των υποχρεώσεων. Πβ. προσαύξηση. [< αρχ. ἐπαύξησις ‘αύξηση, κέρδος’]
17408επαύριο(ν)[ἐπαύριο] ε-παύ-ρι-ο επίρρ. (λόγ.): (ύστερα από σημαντικό γεγονός) η αυριανή ημέρα, η επομένη: (συνήθ. ως ουσ. στην αιτ.) την ~ του δημοψηφίσματος/των εκλογών. [< μτγν. ἐπαύριον]
17409επαφή[ἐπαφή] ε-πα-φή ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία, συνάντηση: γλωσσική (βλ. επίδραση)/διαδικτυακή/ηλεκτρονική/πνευματική/τηλεφωνική ~. Καθημερινή/στενή/συνεχής/σύντομη/φιλική ~. ~ με τον έξω κόσμο/τη φύση. Έχει ακουστική ~ με τους παγιδευμένους (βλ. αντίληψη). ~ γονέων και παιδιών. Προσωπική ~ με τον πελάτη. Αποφεύγουν κάθε κοινωνική ~. Δεν υπάρχει συναισθηματική ~ μεταξύ τους (βλ. έλξη, ταύτιση, χημεία). Εδώ και χρόνια έχουμε κόψει κάθε ~/τις ~ές (βλ. απομάκρυνση, χωρισμός). Στόχος του προγράμματος είναι η ~ (= εξοικείωση, γνωριμία) των μαθητών με τους υπολογιστές. Η πρώτη μου ~ με τη μουσική. 2. κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα σώματα (ή οντότητες) βρίσκονται πάρα πολύ κοντά, συνήθ. με αποτέλεσμα να ακουμπά, να αγγίζει το ένα το άλλο, να εφάπτονται μεταξύ τους: σωματική/φυσική ~. (Παρατεταμένη) ~ με το δέρμα. Ιός που μεταδίδεται με άμεση (βλ. αγκαλιά, φιλί, χειραψία)/έμμεση ~. Πβ. άγγιγμα, ψηλάφηση.|| Υλικά που αναφλέγονται σε ~ με τον αέρα. 3. (ειδικότ.) συνεύρεση: συχνότητα ~ών. Πβ. συνουσία. 4. ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση δύο ή περισσότερων αγωγών που επιτρέπει τη ροή (εξασφαλίζει τη δίοδο) ηλεκτρικού φορτίου· συνεκδ. το σημείο σύνδεσής τους ή ο ίδιος ο διακόπτης: Δεν κάνει καλή ~ ο φορτιστής με το κινητό μου.|| Καθαριστικό/σπρέι για ηλεκτρικές ~ές.επαφές (οι) 1. συνομιλίες, διαπραγματεύσεις, συναντήσεις· (για πρόσ.) γνωριμίες, σχέσεις: άτυπες/διεθνείς/διμερείς/εμπορικές/ενημερωτικές/μυστικές/πολιτικές/πολιτιστικές/προεκλογικές/τακτικές ~. ~ για το ασφαλιστικό. Νέος γύρος/σειρά ~ών. ~ του Υπουργού με συνδικαλιστικούς φορείς.|| Επαγγελματικές/φιλικές ~. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Διακοπή των ~ών. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Έχει ~ με αξιωματούχους. Πβ. διασυνδέσεις. Βλ. βύσμα, κονέ, μέσο. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. {σπανιότ. στον εν.} τα στοιχεία προσώπων (ονοματεπώνυμο,τηλέφωνο, διεύθυνση, ιμέιλ) που αποθηκεύει κάποιος στο κινητό του ή στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο: δημιουργία/διαγραφή ~ής. Αναζήτηση/λίστα ~ών. Πρόγραμμα διαχείρισης ~ών (: συνήθ. μέρος ολοκληρωμένων εφαρμογών αυτοματισμού γραφείου). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Σημείο Επαφής (ακρ. ΕΣΕ): υπηρεσία που έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο διακρατικών προγραμμάτων: Πανεπιστήμιο που λειτουργεί/ορίστηκε ως ~ ~ του ευρωπαϊκού προγράμματος ... [< αγγλ. National Contact Point (NCP)] , ερωτική/σεξουαλική επαφή & σαρκική επαφή: σεξουαλική πράξη, σεξ: ελεύθερη (: χωρίς προφύλαξη)/ολοκληρωμένη/πρώτη ~ ~. ΄Ηρθε σε σεξουαλική ~ μαζί της., σημείο επαφής 1. στο οποίο δύο ή περισσότερα σώματα, αντικείμενα εφάπτονται: Στο ~ ~ με το αλλεργιογόνο εμφανίζεται κνησμός. Γράσο που χρησιμοποιείται στα ~α ~ μετάλλων.|| (ειδικότ. για δήλωση εγγύτητας:) Ο ελλαδικός χώρος βρίσκεται στο ~ ~ τριών ηπείρων. 2. (μτφ.) κοινό στοιχείο μεταξύ ανθρώπων· δίαυλος επικοινωνίας: Δεν μπορεί να βρεθεί ~ ~ μεταξύ μας. Ψάχνουν ~α ~. [< γαλλ. point de contact, αγγλ. point of contact] , γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς) βλ. γραμμή, θερμική επαφή βλ. θερμικός, κύκλος επαφών βλ. κύκλος, οθόνη αφής βλ. οθόνη, οπτική επαφή βλ. οπτικός, σπορ επαφής βλ. σπορ, φακοί επαφής βλ. φακός, φατική επικοινωνία/επαφή βλ. φατικός, ψυχική επαφή βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: εξ επαφής (λόγ.) 1. από πολύ κοντά: εκτέλεση/πυροβολισμός ~ ~. ΑΝΤ. εξ αποστάσεως.|| (στο ποδόσφαιρο) Κεφαλιά/πλασέ/σουτ ~ ~. 2. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια που προκαλείται) εξαιτίας της επαφής με κάτι: αλλεργική δερματίτιδα ~ ~., επαφή με την πραγματικότητα (συνήθ. αρνητ.): επίγνωση όσων συμβαίνουν στον κόσμο: Δεν έχει καμία ~ ~., επαφή με το περιβάλλον: επικοινωνία ενός ανθρώπου με τους γύρω του· (ειδικότ. ΙΑΤΡ.) έλεγχος, διατήρηση των αισθήσεων: Ο ασθενής είχε πλήρη/δεν έχει ~ ~. Ανέκτησε (την) ~ ~., έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) 1. έχω επικοινωνία, ανταλλάσσω πληροφορίες, σκέψεις, συναισθήματα με κάποιον· γνωρίζω, μαθαίνω κάτι: έρχεται/είναι/βρίσκεται ~ ~ μαζί του. Οι δύο πλευρές δεν επιβεβαιώνουν ότι ήρθαν ~. Θα είμαστε συνεχώς ~. Βρίσκονται ~ με στελέχη του ...|| Ήρθε ~ με το κίνημα του ρομαντισμού. 2. ακουμπώ, εφάπτομαι: Απολυμαίνεται κάθε υλικό που ήρθε ~ με αίμα. Κτίρια που βρίσκονται ~ (: γειτνιάζουν, συνορεύουν). 3. (μόνο για το ρ. έρχομαι) συνουσιάζομαι. [< γαλλ. en contact (avec quelqu'un)] , κρατώ επαφή (με κάποιον): διατηρώ επικοινωνία (μαζί του): ~ ~ με παλιούς φίλους. Κρατήσαμε ~ μέσω ιμέιλ., στενές επαφές τρίτου τύπου: γενικός χαρακτηρισμός περιπτώσεων που αφορούν την (υποθετική) επικοινωνία ανθρώπων με εξωγήινες οντότητες. [< αγγλ. close encounters of the third kind] , φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά βλ. φέρνω, χάνω επαφή βλ. χάνω [< 2: μτγν. ἐπαφή, γαλλ.-αγγλ. contact]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.