| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17410 | επαφίεμαι | [ἐπαφίεμαι] ε-πα-φί-ε-μαι ρ. (μτβ.) {επαφίε-σαι, -ται, επαφιέ-μεθα, επαφίε-σθε, -νται· παρατ. επαφί-ετο, -εντο} (απαιτ. λεξιλόγ.): βασίζομαι, στηρίζομαι κάπου· έχω ή δείχνω εμπιστοσύνη σε κάτι ή κάποιον: ~ στην καλή σας θέληση/στα συναδελφικά σας αισθήματα. Μην ~σαι στην τύχη! Πβ. εμπιστεύομαι. ● επαφίεται: (εν)απόκειται, εξαρτάται: ~ σε σένα να ... Τα όποια σχόλια ~νται στην κρίση των αναγνωστών. [< αρχ. ἐπαφίεμαι, γαλλ. s΄en rapporter à] | |
| 5709 | επαφιεται | [ἀπόκειται] α-πό-κει-ται ρ. (+ σε) (λόγ.) 1. (απρόσ.) εξαρτάται, εναπόκειται: Η υπόθεση ~ (= επαφίεται) στην κρίση των αρμοδίων.|| (+ να) ~ στην επιτροπή να προτείνει λύσεις (: είναι στη διακριτική της ευχέρεια, πβ. είναι στο χέρι της ...). 2. βρίσκεται, υπάρχει: Χειρόγραφα που ~νται στο ιστορικό αρχείο. Βλ. κείμαι. [< αρχ. ἀπόκειμαι] | |
| 17411 | επαχθής | , ής, ές [ἐπαχθής] ε-πα-χθής επίθ. {επαχθ-ούς | -είς (ουδ. -ή) | επαχθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): δυσβάσταχτος: ~ής: φορολογία. ~ές: φορτίο. ~είς: συνέπειες. ~ή: μέτρα. Ρύθμιση οικονομικά ~ για τις επιχειρήσεις. Συνθηκολόγηση με ~είς όρους. Πβ. καταπιεστικός, σκληρός.|| (ΝΟΜ.) ~ής: δικαιοπραξία (: με την οποία ο κληρονομούμενος μεταβιβάζει σε άλλον, με αντάλλαγμα, αντικείμενα της κληρονομιάς). Μεταβίβαση ακινήτου με ~ή αιτία (: συνήθ. αγορά έναντι τιμήματος). ● επίρρ.: επαχθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος βλ. χρέος [< αρχ. ἐπαχθής] | |
| 17412 | ΕΠΓ | (η): Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας. | |
| 17413 | ΕΠΔΔΑ | (η): Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. | |
| 17414 | ΕΠΕ | (η): Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης. | |
| 17415 | επέβαλε | βλ. επιβάλλω | |
| 17416 | επέβλεψε | βλ. επιβλέπω | |
| 17417 | επέδειξε | βλ. επιδεικνύω | |
| 17418 | επέδραμε | βλ. επιδράμω | |
| 17419 | επέδρασε | βλ. επιδρώ | |
| 17420 | επέδωσε | βλ. επιδίδω | |
| 17421 | επείγει | [ἐπείγει] ε-πεί-γει ρ. (αμτβ.) {-ουν, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): είναι επείγον, πρέπει να γίνει οπωσδήποτε χωρίς χρονοτριβή: ~ η έναρξη διαλόγου/η πάταξη της διαφθοράς. Ο χρόνος ~ (: δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια). Εκκρεμότητες/έργα/ζητήματα που ~ουν. Πβ. κατ~.|| (απρόσ.) ~ να δοθεί λύση (πβ. προέχει). Στείλε μήνυμα όποτε μπορείς· δεν ~. [< μτγν. ἐπείγω ‘πιέζω, (επι)σπεύδω’] | |
| 17422 | επείγομαι | [ἐπείγομαι] ε-πεί-γο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): βιάζομαι, συνήθ. επειδή τα χρονικά όρια είναι πιεστικά: ~εται να λάβει μια απάντηση.|| ~ για κάτι. Ας μην καθυστερούμε, γιατί ~. Πβ. καίγομαι. [< αρχ. ἐπείγομαι] | |
| 58710 | επειγοντολογία | [ἐπειγοντολογία] ε-πει-γο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ιατρικής με γνωστικό αντικείμενο τα επείγοντα περιστατικά και την αντιμετώπισή τους.[< αγγλ. emergency medicine, 1966, γαλλ. médecine d'urgence] | |
| 58709 | επειγοντολόγος | [ἐπειγοντολόγος] ε-πει-γο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. γιατρός με ειδικότητα στην επειγοντολογία. [< αγγλ. emergency physician, γαλλ. urgentiste, 1976, urgentologue, 1978] | |
| 17423 | επειγόντως | [ἐπειγόντως] ε-πει-γό-ντως επίρρ.: χωρίς χρονοτριβή, καθυστέρηση: Απαιτείται/ζητείται ~ λύση. Πρέπει να βρω δουλειά ~. Εισήχθη ~ στο νοσοκομείο. Πβ. αμέσως, γρήγορα, εσπευσμένα. Βλ. κατ~. | |
| 17424 | επείγων | , ουσα, ον [ἐπείγων] ε-πεί-γων επίθ. {επείγ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: που επείγει, που απαιτεί άμεση δράση ή προσοχή: ~ουσα: ανακοίνωση/έκκληση/κατάσταση. ~ον: έγγραφο/μήνυμα/σήμα. ~ουσες: αλλαγές (βλ. κρίσιμος). ~οντα: προβλήματα (πβ. καυτός). Θέματα με ~οντα χαρακτήρα. Δεν συντρέχει ~ λόγος να ... Είναι ~ον να ληφθούν µέτρα. Πβ. άμεσος, επιτακτικός. Βλ. κατ~, υπερ~. ● Ουσ.: επείγον (το) 1. χαρακτηρισμός αποστολών μέσω ταχυδρομείου που διεκπεραιώνονται κατά προτεραιότητα και κοστίζουν πιο ακριβά: φάκελοι με την ένδειξη "~". Βλ. εξπρές, κατ~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα αυτού που πρέπει να γίνει άμεσα: το ~ του προβλήματος (πβ. επιτακτικότητα)/της υπόθεσης. Ερώτηση που συζητήθηκε στη Βουλή με τη διαδικασία του ~οντος. ● ΣΥΜΠΛ.: επείγον (περιστατικό) 1. & έκτακτο (περιστατικό): βαριά βλάβη της υγείας που πρέπει να αντιμετωπιστεί αμέσως. 2. (κατ' επέκτ.-μόνο στον πληθ.) κατάλληλα εξοπλισμένος χώρος νοσοκομείου, για προβλήματα υγείας που επιβάλλουν άμεση περίθαλψη: Μεταφέρθηκε στα ~οντα. Τμήμα ~όντων ~ών. [< αγγλ. emergency] ● ΣΥΜΠΛ. επείγουσα ιατρική βλ. ιατρική ● ΦΡ.: υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< μτχ. εν. του ρ. ἐπείγω, γαλλ. urgent] | |
| 17425 | επειδή | [ἐπειδή] ε-πει-δή σύνδ.: (εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση) λόγω του ότι: ~ δεν είμαι σίγουρος, ρώτα άλλον. Φυλακίστηκε, ~ είχε χρέη (: για τον λόγο ότι, εξαιτίας του ότι). (σε αφήγηση:) Κ(α)ι ~ σας κούρασα, θα συνεχίσω αύριο. Πβ. αφού, γιατί, διότι. ● ΦΡ.: κι επειδή; (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί, ανάλογα με τον επιτονισμό, αδιαφορία ή αγανάκτηση: -Σήμερα γιορτάζει (ενν. ο τάδε). -~ ~ (: και τι μ' αυτό;) Πβ. ε, και;, και λοιπόν;|| ~ ~ σου το είπε κάποιος, εσύ το πίστεψες; [< αρχ. ἐπειδή] | |
| 17426 | έπειξη | [ἔπειξη] έ-πει-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιφνίδια επιτακτική ανάγκη: ~ για αφόδευση/ούρηση. Αίσθημα/σύνδρομο ~ης. Ακράτεια από ~. Βλ. νυκτ-, συχν-ουρία. [< μτγν. ἔπειξις 'βιασύνη'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ