| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17408 | επαύριο(ν) | [ἐπαύριο] ε-παύ-ρι-ο επίρρ. (λόγ.): (ύστερα από σημαντικό γεγονός) η αυριανή ημέρα, η επομένη: (συνήθ. ως ουσ. στην αιτ.) την ~ του δημοψηφίσματος/των εκλογών. [< μτγν. ἐπαύριον] | |
| 17409 | επαφή | [ἐπαφή] ε-πα-φή ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία, συνάντηση: γλωσσική (βλ. επίδραση)/διαδικτυακή/ηλεκτρονική/πνευματική/τηλεφωνική ~. Καθημερινή/στενή/συνεχής/σύντομη/φιλική ~. ~ με τον έξω κόσμο/τη φύση. Έχει ακουστική ~ με τους παγιδευμένους (βλ. αντίληψη). ~ γονέων και παιδιών. Προσωπική ~ με τον πελάτη. Αποφεύγουν κάθε κοινωνική ~. Δεν υπάρχει συναισθηματική ~ μεταξύ τους (βλ. έλξη, ταύτιση, χημεία). Εδώ και χρόνια έχουμε κόψει κάθε ~/τις ~ές (βλ. απομάκρυνση, χωρισμός). Στόχος του προγράμματος είναι η ~ (= εξοικείωση, γνωριμία) των μαθητών με τους υπολογιστές. Η πρώτη μου ~ με τη μουσική. 2. κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα σώματα (ή οντότητες) βρίσκονται πάρα πολύ κοντά, συνήθ. με αποτέλεσμα να ακουμπά, να αγγίζει το ένα το άλλο, να εφάπτονται μεταξύ τους: σωματική/φυσική ~. (Παρατεταμένη) ~ με το δέρμα. Ιός που μεταδίδεται με άμεση (βλ. αγκαλιά, φιλί, χειραψία)/έμμεση ~. Πβ. άγγιγμα, ψηλάφηση.|| Υλικά που αναφλέγονται σε ~ με τον αέρα. 3. (ειδικότ.) συνεύρεση: συχνότητα ~ών. Πβ. συνουσία. 4. ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση δύο ή περισσότερων αγωγών που επιτρέπει τη ροή (εξασφαλίζει τη δίοδο) ηλεκτρικού φορτίου· συνεκδ. το σημείο σύνδεσής τους ή ο ίδιος ο διακόπτης: Δεν κάνει καλή ~ ο φορτιστής με το κινητό μου.|| Καθαριστικό/σπρέι για ηλεκτρικές ~ές. ● επαφές (οι) 1. συνομιλίες, διαπραγματεύσεις, συναντήσεις· (για πρόσ.) γνωριμίες, σχέσεις: άτυπες/διεθνείς/διμερείς/εμπορικές/ενημερωτικές/μυστικές/πολιτικές/πολιτιστικές/προεκλογικές/τακτικές ~. ~ για το ασφαλιστικό. Νέος γύρος/σειρά ~ών. ~ του Υπουργού με συνδικαλιστικούς φορείς.|| Επαγγελματικές/φιλικές ~. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Διακοπή των ~ών. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Έχει ~ με αξιωματούχους. Πβ. διασυνδέσεις. Βλ. βύσμα, κονέ, μέσο. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. {σπανιότ. στον εν.} τα στοιχεία προσώπων (ονοματεπώνυμο,τηλέφωνο, διεύθυνση, ιμέιλ) που αποθηκεύει κάποιος στο κινητό του ή στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο: δημιουργία/διαγραφή ~ής. Αναζήτηση/λίστα ~ών. Πρόγραμμα διαχείρισης ~ών (: συνήθ. μέρος ολοκληρωμένων εφαρμογών αυτοματισμού γραφείου). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Σημείο Επαφής (ακρ. ΕΣΕ): υπηρεσία που έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο διακρατικών προγραμμάτων: Πανεπιστήμιο που λειτουργεί/ορίστηκε ως ~ ~ του ευρωπαϊκού προγράμματος ... [< αγγλ. National Contact Point (NCP)] , ερωτική/σεξουαλική επαφή & σαρκική επαφή: σεξουαλική πράξη, σεξ: ελεύθερη (: χωρίς προφύλαξη)/ολοκληρωμένη/πρώτη ~ ~. ΄Ηρθε σε σεξουαλική ~ μαζί της., σημείο επαφής 1. στο οποίο δύο ή περισσότερα σώματα, αντικείμενα εφάπτονται: Στο ~ ~ με το αλλεργιογόνο εμφανίζεται κνησμός. Γράσο που χρησιμοποιείται στα ~α ~ μετάλλων.|| (ειδικότ. για δήλωση εγγύτητας:) Ο ελλαδικός χώρος βρίσκεται στο ~ ~ τριών ηπείρων. 2. (μτφ.) κοινό στοιχείο μεταξύ ανθρώπων· δίαυλος επικοινωνίας: Δεν μπορεί να βρεθεί ~ ~ μεταξύ μας. Ψάχνουν ~α ~. [< γαλλ. point de contact, αγγλ. point of contact] , γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς) βλ. γραμμή, θερμική επαφή βλ. θερμικός, κύκλος επαφών βλ. κύκλος, οθόνη αφής βλ. οθόνη, οπτική επαφή βλ. οπτικός, σπορ επαφής βλ. σπορ, φακοί επαφής βλ. φακός, φατική επικοινωνία/επαφή βλ. φατικός, ψυχική επαφή βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: εξ επαφής (λόγ.) 1. από πολύ κοντά: εκτέλεση/πυροβολισμός ~ ~. ΑΝΤ. εξ αποστάσεως.|| (στο ποδόσφαιρο) Κεφαλιά/πλασέ/σουτ ~ ~. 2. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια που προκαλείται) εξαιτίας της επαφής με κάτι: αλλεργική δερματίτιδα ~ ~., επαφή με την πραγματικότητα (συνήθ. αρνητ.): επίγνωση όσων συμβαίνουν στον κόσμο: Δεν έχει καμία ~ ~., επαφή με το περιβάλλον: επικοινωνία ενός ανθρώπου με τους γύρω του· (ειδικότ. ΙΑΤΡ.) έλεγχος, διατήρηση των αισθήσεων: Ο ασθενής είχε πλήρη/δεν έχει ~ ~. Ανέκτησε (την) ~ ~., έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) 1. έχω επικοινωνία, ανταλλάσσω πληροφορίες, σκέψεις, συναισθήματα με κάποιον· γνωρίζω, μαθαίνω κάτι: έρχεται/είναι/βρίσκεται ~ ~ μαζί του. Οι δύο πλευρές δεν επιβεβαιώνουν ότι ήρθαν ~. Θα είμαστε συνεχώς ~. Βρίσκονται ~ με στελέχη του ...|| Ήρθε ~ με το κίνημα του ρομαντισμού. 2. ακουμπώ, εφάπτομαι: Απολυμαίνεται κάθε υλικό που ήρθε ~ με αίμα. Κτίρια που βρίσκονται ~ (: γειτνιάζουν, συνορεύουν). 3. (μόνο για το ρ. έρχομαι) συνουσιάζομαι. [< γαλλ. en contact (avec quelqu'un)] , κρατώ επαφή (με κάποιον): διατηρώ επικοινωνία (μαζί του): ~ ~ με παλιούς φίλους. Κρατήσαμε ~ μέσω ιμέιλ., στενές επαφές τρίτου τύπου: γενικός χαρακτηρισμός περιπτώσεων που αφορούν την (υποθετική) επικοινωνία ανθρώπων με εξωγήινες οντότητες. [< αγγλ. close encounters of the third kind] , φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά βλ. φέρνω, χάνω επαφή βλ. χάνω [< 2: μτγν. ἐπαφή, γαλλ.-αγγλ. contact] | |
| 17410 | επαφίεμαι | [ἐπαφίεμαι] ε-πα-φί-ε-μαι ρ. (μτβ.) {επαφίε-σαι, -ται, επαφιέ-μεθα, επαφίε-σθε, -νται· παρατ. επαφί-ετο, -εντο} (απαιτ. λεξιλόγ.): βασίζομαι, στηρίζομαι κάπου· έχω ή δείχνω εμπιστοσύνη σε κάτι ή κάποιον: ~ στην καλή σας θέληση/στα συναδελφικά σας αισθήματα. Μην ~σαι στην τύχη! Πβ. εμπιστεύομαι. ● επαφίεται: (εν)απόκειται, εξαρτάται: ~ σε σένα να ... Τα όποια σχόλια ~νται στην κρίση των αναγνωστών. [< αρχ. ἐπαφίεμαι, γαλλ. s΄en rapporter à] | |
| 5709 | επαφίεται | [ἀπόκειται] α-πό-κει-ται ρ. (+ σε) (λόγ.) 1. (απρόσ.) εξαρτάται, εναπόκειται: Η υπόθεση ~ (= επαφίεται) στην κρίση των αρμοδίων.|| (+ να) ~ στην επιτροπή να προτείνει λύσεις (: είναι στη διακριτική της ευχέρεια, πβ. είναι στο χέρι της ...). 2. βρίσκεται, υπάρχει: Χειρόγραφα που ~νται στο ιστορικό αρχείο. Βλ. κείμαι. [< αρχ. ἀπόκειμαι] | |
| 17411 | επαχθής | , ής, ές [ἐπαχθής] ε-πα-χθής επίθ. {επαχθ-ούς | -είς (ουδ. -ή) | επαχθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): δυσβάσταχτος: ~ής: φορολογία. ~ές: φορτίο. ~είς: συνέπειες. ~ή: μέτρα. Ρύθμιση οικονομικά ~ για τις επιχειρήσεις. Συνθηκολόγηση με ~είς όρους. Πβ. καταπιεστικός, σκληρός.|| (ΝΟΜ.) ~ής: δικαιοπραξία (: με την οποία ο κληρονομούμενος μεταβιβάζει σε άλλον, με αντάλλαγμα, αντικείμενα της κληρονομιάς). Μεταβίβαση ακινήτου με ~ή αιτία (: συνήθ. αγορά έναντι τιμήματος). ● επίρρ.: επαχθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος βλ. χρέος [< αρχ. ἐπαχθής] | |
| 17412 | ΕΠΓ | (η): Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας. | |
| 17413 | ΕΠΔΔΑ | (η): Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. | |
| 17414 | ΕΠΕ | (η): Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης. | |
| 17415 | επέβαλε | βλ. επιβάλλω | |
| 17416 | επέβλεψε | βλ. επιβλέπω | |
| 17417 | επέδειξε | βλ. επιδεικνύω | |
| 17418 | επέδραμε | βλ. επιδράμω | |
| 17419 | επέδρασε | βλ. επιδρώ | |
| 17420 | επέδωσε | βλ. επιδίδω | |
| 17421 | επείγει | [ἐπείγει] ε-πεί-γει ρ. (αμτβ.) {-ουν, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): είναι επείγον, πρέπει να γίνει οπωσδήποτε χωρίς χρονοτριβή: ~ η έναρξη διαλόγου/η πάταξη της διαφθοράς. Ο χρόνος ~ (: δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια). Εκκρεμότητες/έργα/ζητήματα που ~ουν. Πβ. κατ~.|| (απρόσ.) ~ να δοθεί λύση (πβ. προέχει). Στείλε μήνυμα όποτε μπορείς· δεν ~. [< μτγν. ἐπείγω ‘πιέζω, (επι)σπεύδω’] | |
| 17422 | επείγομαι | [ἐπείγομαι] ε-πεί-γο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): βιάζομαι, συνήθ. επειδή τα χρονικά όρια είναι πιεστικά: ~εται να λάβει μια απάντηση.|| ~ για κάτι. Ας μην καθυστερούμε, γιατί ~. Πβ. καίγομαι. [< αρχ. ἐπείγομαι] | |
| 58710 | επειγοντολογία | [ἐπειγοντολογία] ε-πει-γο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ιατρικής με γνωστικό αντικείμενο τα επείγοντα περιστατικά και την αντιμετώπισή τους.[< αγγλ. emergency medicine, 1966, γαλλ. médecine d'urgence] | |
| 58709 | επειγοντολόγος | [ἐπειγοντολόγος] ε-πει-γο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. γιατρός με ειδικότητα στην επειγοντολογία. [< αγγλ. emergency physician, γαλλ. urgentiste, 1976, urgentologue, 1978] | |
| 17423 | επειγόντως | [ἐπειγόντως] ε-πει-γό-ντως επίρρ.: χωρίς χρονοτριβή, καθυστέρηση: Απαιτείται/ζητείται ~ λύση. Πρέπει να βρω δουλειά ~. Εισήχθη ~ στο νοσοκομείο. Πβ. αμέσως, γρήγορα, εσπευσμένα. Βλ. κατ~. | |
| 17424 | επείγων | , ουσα, ον [ἐπείγων] ε-πεί-γων επίθ. {επείγ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: που επείγει, που απαιτεί άμεση δράση ή προσοχή: ~ουσα: ανακοίνωση/έκκληση/κατάσταση. ~ον: έγγραφο/μήνυμα/σήμα. ~ουσες: αλλαγές (βλ. κρίσιμος). ~οντα: προβλήματα (πβ. καυτός). Θέματα με ~οντα χαρακτήρα. Δεν συντρέχει ~ λόγος να ... Είναι ~ον να ληφθούν µέτρα. Πβ. άμεσος, επιτακτικός. Βλ. κατ~, υπερ~. ● Ουσ.: επείγον (το) 1. χαρακτηρισμός αποστολών μέσω ταχυδρομείου που διεκπεραιώνονται κατά προτεραιότητα και κοστίζουν πιο ακριβά: φάκελοι με την ένδειξη "~". Βλ. εξπρές, κατ~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα αυτού που πρέπει να γίνει άμεσα: το ~ του προβλήματος (πβ. επιτακτικότητα)/της υπόθεσης. Ερώτηση που συζητήθηκε στη Βουλή με τη διαδικασία του ~οντος. ● ΣΥΜΠΛ.: επείγον (περιστατικό) 1. & έκτακτο (περιστατικό): βαριά βλάβη της υγείας που πρέπει να αντιμετωπιστεί αμέσως. 2. (κατ' επέκτ.-μόνο στον πληθ.) κατάλληλα εξοπλισμένος χώρος νοσοκομείου, για προβλήματα υγείας που επιβάλλουν άμεση περίθαλψη: Μεταφέρθηκε στα ~οντα. Τμήμα ~όντων ~ών. [< αγγλ. emergency] ● ΣΥΜΠΛ. επείγουσα ιατρική βλ. ιατρική ● ΦΡ.: υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< μτχ. εν. του ρ. ἐπείγω, γαλλ. urgent] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ