Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18300-18320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17427επείσακτος, η, ο [ἐπείσακτος] ε-πεί-σα-κτος επίθ. (λόγ.): που (προ)έρχεται από ξένη χώρα· ξενόφερτος: ~ος: όρος. ~οι: θεσμοί. ~ες: ιδέες. ~α: προϊόντα. Πβ. αλλότριος, εξωγενής. ΑΝΤ. εγχώριος, ντόπιος (2) [< αρχ. ἐπείσακτος ‘αλλοδαπός’]
17428επεισοδιακός, ή, ό [ἐπεισοδιακός] ε-πει-σο-δι-α-κός επίθ.: που συνοδεύτηκε από επεισόδια (ταραχές, δυσάρεστα ή/και απρόβλεπτα γεγονότα, ένταση): ~ή: διαμαρτυρία/πορεία/συγκέντρωση. ~ό: διαζύγιο (: θυελλώδες)/ματς/ταξίδι. ~ές: διακοπές/συνεδριάσεις. Συνέλευση με ~ό χαρακτήρα. ~ό καλοκαίρι, με καύσωνες και πυρκαγιές.|| Έκανε ~ή εμφάνιση (: προκάλεσε αναστάτωση). Πβ. θορυβ-, περιπετει-, ταραχ-ώδης. ● επίρρ.: επεισοδιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
17429επεισόδιο[ἐπεισόδιο] ε-πει-σό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {επεισοδί-ου | -ων} 1. γεγονός που διαταράσσει την τάξη ή τις σχέσεις δύο ή περισσότερων πλευρών· σειρά από τέτοια περιστατικά, σύγκρουση, συμπλοκή μεταξύ αντιμαχόμενων μερών: αιματηρό/δυσάρεστο/έντονο/μεθοριακό/οικογενειακό/πολιτικό/τραγικό/χοντρό ~. Αφηγούμαι/εξιστορώ ένα ~. Το ~ διαδραματίστηκε/έλαβε χώρα/σημειώθηκε/συνέβη (ξημερώματα Κυριακής). Το ~ θεωρείται λήξαν (πβ. διαπληκτισμός, καβγάς, φιλονικία).|| Βίαια/γενικευμένα/εκτεταμένα/θλιβερά/πρωτοφανή ~α (σε ολόκληρη τη χώρα/στο κέντρο της πόλης). Οι ηθικοί αυτουργοί των ~ων. Ένταση και ~α για ένα εισιτήριο. Καταδικάστηκε για εμπλοκή/συμμετοχή σε ~α βίας. Απειλήθηκαν/ξέσπασαν/προκλήθηκαν/πυροδοτήθηκαν ~α. Σοβαρά ~α έγιναν/εκτυλίχθηκαν μεταξύ οπαδών μετά το τέλος του αγώνα (βλ. βανδαλισμός). Πβ. ταραχές. Βλ. μικρο~.|| (γενικότ., συμβάν) Θα αναφερθώ σε δύο γνωστά ~α της ελληνικής ιστορίας ... Βλ. ανέκδοτο. 2. καθένα από τα ξεχωριστά μέρη στα οποία χωρίζεται τηλεοπτική σειρά· (στο αρχ. ελλην. δράμα) ενότητα μεταξύ δύο χορικών στην οποία εξελίσσεται η δράση: αυτοτελή/ημίωρα/καθημερινά/ωριαία ~α. Τέλος ~ου. Καινούργιος κύκλος ~ων. Πότε θα παιχτεί/προβληθεί το επόμενο ~ (του σίριαλ); ~α που γυρίστηκαν στο εξωτερικό.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~α τραγωδίας. Βλ. έξοδος, πάροδος, πρόλογος, στάσιμο. 3. ΙΑΤΡ. ξαφνική εκδήλωση ενός προβλήματος υγείας: βαρύ εγκεφαλικό ~ (= εγκεφαλικό). Θρομβωτικό/λιποθυμικό (= λιποθυμία)/υπογλυκαιμικό (= υπογλυκαιμία) ~. Οξύ ~ άσθματος. (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μανιακό/μείζον καταθλιπτικό ~. Βουλιμικά ~α (= υπερφαγία). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμό επεισόδιο: ΠΟΛΙΤ. σύντομη ένοπλη σύρραξη των στρατιωτικών δυνάμεων δύο χωρών· οξεία αντιπαράθεση: παραλίγο/πιθανό ~ ~ στον αέρα/στη θάλασσα. Κίνδυνος/φόβος για ~ ~.|| ~ ~ μεταξύ των δύο βουλευτών., διπλωματικό επεισόδιο βλ. διπλωματικός, καρδιακό επεισόδιο βλ. καρδιακός, ισχαιμικό επεισόδιο βλ. ισχαιμικός, φραστικό επεισόδιο βλ. φραστικός ● ΦΡ.: χάνω επεισόδια & τεύχη (προφ.): δεν ενημερώνομαι για τις πρόσφατες εξελίξεις: Έχω χάσει ~· τι έγινε; Μήπως/πάλι έχασα ~; [< αρχ. ἐπεισόδιον, γαλλ. épisode, incident, αγγλ. episode]
17430έπειτα[ἔπειτα] έ-πει-τα επίρρ. ΣΥΝ. μετά, ύστερα 1. για να δηλωθεί χρονική συνήθ. ακολουθία: Έμεινε για λίγο άφωνος κι ~ έσκασε στα γέλια. Έλα πρώτα από 'δω κι ~ συζητάμε! Από αυτό το σημείο/αυτή τη στιγμή/'κει κι ~ ... ~ από τη συμφωνία τους έφυγε. ~ από πολύ καιρό. (προφ.) Κι ~; (: τι έγινε στη συνέχεια;)|| Πρώτα τα μαθήματα, ~ η διασκέδαση. Πβ. κατόπιν. ΑΝΤ. πριν (1) 2. (ως σύνδ.-συχνά προηγείται το και) για να εισαχθεί συμπλήρωση στα προαναφερθέντα: Θα μείνω σπίτι, έχω δουλειά· ~ δεν έχω και χρήματα. Δεν σου συνέβη δα και κάτι τραγικό. Κι ~ δεν είσαι η πρώτη ούτε η τελευταία. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού, εξάλλου, επιπλέον.|| (με αντιθ. ή συμπερασματική σημασία:) Πάντα αργεί· κι ~ μου λες να μη θυμώνω! Είναι από τους καλύτερους· ~ πώς να μη θαυμάσεις την πολυμάθειά του; 3. (ως πρόθ. + από) για να εκφραστεί αντίθεση: ~ από τόσο διάβασμα, δεν πήγε να δώσει. Πβ. παρά, παρόλο. ● ΦΡ.: (ε) κι έπειτα/ύστερα; βλ. και, μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη [< αρχ. ἔπειτα]
17431επείχεβλ. επέχω
17432επέκεινα[ἐπέκεινα] ε-πέ-κει-να επίρρ. (λόγ.) : πέρα από κάτι, κάποιο σημείο, συνήθ. χρονικό: από το έτος 2012 και ~. (ΦΙΛΟΣ.) ~ του είναι. ● Ουσ.: επέκεινα (το): η μετά θάνατον ζωή, ο άλλος κόσμος. Πβ. υπερπέραν. [< αρχ. ἐπέκεινα]
17433επέκειτοβλ. επίκειται
17434επέκταση[ἐπέκταση] ε-πέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αύξηση της έκτασης: εδαφική ~ (κράτους). ~ του δικτύου ύδρευσης/των ορίων του οικισμού. ~ γραμμής λεωφορείου/σχεδίου πόλεως.|| (συνεκδ.) ~ (: επιπλέον κομμάτι) καλωδίου για συσκευές. Πβ. προέκταση. 2. εξάπλωση, διεύρυνση: ~ της επιδημίας/πυρκαγιάς. ~ του ομίλου στο εξωτερικό.|| (μτφ.) Επενδυτική/επιχειρηματική/οικονομική ~. ~ δραστηριοτήτων/εργασιών. ~ της εμβέλειας (μετάδοσης)/της επιρροής (ενός κινήματος)/της ισχύος (ενός νόμου). ~άσεις εγγυήσεων. Χρονική ~ της συνεργασίας (για δύο επιπλέον έτη). ~ του ορίου (αφυπηρέτησης)/του ωραρίου του μετρό. Πβ. γενίκευση, παρέκταση. 3. ΠΛΗΡΟΦ. {συνηθέστ. στον πληθ.} τελικό τμήμα ονόματος αρχείου, συνήθ. με τρεις λατινικούς χαρακτήρες, που δηλώνει τον τύπο του. ΣΥΝ. κατάληξη (4), προέκταση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα επέκτασης βλ. κάρτα ● ΦΡ.: κατ' επέκταση (συνήθ. προηγείται το και) 1. περαιτέρω: το υπουργείο και ~ ~ η κυβέρνηση ... Η γραφή και ~ ~ η γλώσσα ... Eίναι, ~ ~, απορίας άξιο πώς ... ΣΥΝ. κατά προέκταση 2. με διεύρυνση της σημασίας μιας λέξης: "Καρποφόρος" σημαίνει "που φέρει καρπούς" και ~ ~ "εύφορος". [< 1,2: αρχ. ἐπέκτασις, γαλλ. extension, expansion 3: αγγλ. extension]
17435επεκτάσιμος, η, ο [ἐπεκτάσιμος] ε-πε-κτά-σι-μος επίθ.: που μπορεί να επεκταθεί, που επιδέχεται επέκταση: ~η: κεραία. Βλ. πτυσσόμενος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: γλώσσα σήμανσης/μνήμη. ~ο: πρόγραμμα. [< αγγλ. extensible, expandable, 1926]
17436επεκτασιμότητα[ἐπεκτασιμότητα] ε-πε-κτα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δυνατότητα επέκτασης: ~ εφαρμογών/υπηρεσιών. Πρόβλεψη ~ας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Απεριόριστη/βελτιωμένη/μέγιστη ~. ~ δικτύου/μνήμης. ~ λογισμικού/συστήματος (βλ. αναβάθμιση). ~ συσκευής (: συνδεσιμότητα). Θύρες ~ας. Βλ. διαλειτουργικότητα, -ότητα. [< αγγλ. extensibility, expandability, 1961]
17437επεκτατικός, ή, ό [ἐπεκτατικός] ε-πε-κτα-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί σε επέκταση, κυρ. εδαφική ή οικονομική: ~ός: εθνικισμός/πόλεμος. ~ή: πολιτική. ~ές: βλέψεις/διαθέσεις. ~ά: σχέδια. Εκστρατεία με ~ό χαρακτήρα. Πβ. ιμπεριαλιστ-, κατακτητ-ικός.|| ~ό: πρόγραμμα (επιχείρησης). Εταιρεία με ανοδική και ~ή πορεία. ● επίρρ.: επεκτατικά [< μτγν. ἐπεκτατικός, γαλλ. expansionniste]
17438επεκτατισμός[ἐπεκτατισμός] ε-πε-κτα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική που αποσκοπεί στην αύξηση των ορίων μιας χώρας με κατάληψη ξένων εδαφών ή γενικότ. στη διεύρυνση της επιρροής της: εδαφικός/οικονομικός/πολιτισμικός ~. (ΙΣΤ.) Ευρωπαϊκός ~ και αποικιοκρατία. Πβ. ιμπεριαλισμός. Βλ. επεμβατισμός, -ισμός. [< γαλλ. expansionnisme, 1911]
17439επεκτείνω[ἐπεκτείνω] ε-πε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {επέκτεινε (λόγ.) επεξέτεινε, επεκτά-θηκε (λόγ. επεξετάθη, μτχ. επεκτα-θείς, -θείσα, -θέν), επεκταμένος (λόγ.) επεκτεταμένος, επεκτείν-οντας} 1. αυξάνω την έκταση: Εταιρεία που ~ει τις κτιριακές της εγκαταστάσεις. Το ευρυζωνικό/σιδηροδρομικό δίκτυο ~θηκε. Πβ. μεγαλώνω, προεκτείνω. 2. (κατ' επέκτ.) εξαπλώνω, διευρύνω: Οι φλόγες ~θηκαν με μεγάλη ταχύτητα.|| (μτφ.) ~ τις γνώσεις μου. Επέκτεινε το πεδίο δράσης της/το συμβόλαιό του για τρία χρόνια. Συνεχώς ~εται (= διαδίδεται) η χρήση του διαδικτύου. H κρίση ~θηκε στις γειτονικές χώρες. Πβ. αναπτύσσω, γενικεύω, ευρύνω.|| Δεν ~θηκε σε λεπτομέρειες (: δεν αναφέρθηκε αναλυτικά). ΑΝΤ. περιορίζω (1) [< αρχ. ἐπεκτείνω]
17440επέλαση[ἐπέλαση] ε-πέ-λα-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. μαζική έφοδος στρατιωτικής δύναμης: θριαμβευτική/νικηφόρα ~. ~ του εχθρού/των τεθωρακισμένων.|| (κατ' επέκτ., στο ποδόσφαιρο:) ~ (ενν. παίκτη) από αριστερά/δεξιά. Πβ. επίθεση, εφόρμηση. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) σφοδρή, ορμητική ή και μαζική εμφάνιση, είσοδος, άφιξη: κερδοσκοπική ~. ~ του χειμώνα/χιονιά. ~ φτηνών προϊόντων στην αγορά. Η ~ των τουριστών. Πβ. εισβολή. [< 1: μτγν. ἐπέλασις]
17441επελαύνω[ἐπελαύνω] ε-πε-λαύ-νω ρ. (αμτβ.) {επέλα-σε, επελά-σει, μτχ. επελαύν-ων, -οντας} (λόγ.): κάνω επέλαση: Στρατός που ~ει από πόλη σε πόλη.|| (κατ' επέκτ., στον αθλητισμό) Ομάδα που ~ει με έξι σερί νίκες.|| (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ει κύμα καύσωνα (πβ. ενσκήπτει)/η φωτιά. Η ~ουσα οικονομική κρίση. Πβ. επιτίθεμαι, εφορμώ. [< αρχ. ἐπελαύνω ‘πορεύομαι εναντίον’]
17442επελέγηβλ. επιλέγω
17443επέλεξαβλ. επιλέγω
17444επέλευση[ἐπέλευση] ε-πέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ερχομός ή πραγματοποίηση συνήθ. αρνητικού γεγονότος: ~ της αναπηρίας/του θανάτου. Δυσκολία στην ~ του ύπνου.|| (ΝΟΜ.) ~ ζημίας. Πβ. έλευση. [< μτγν. ἐπέλευσις ‘άφιξη’]
17445επέλθειβλ. επέρχεται
17446επεμβαίνω[ἐπεμβαίνω] ε-πεμ-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {επενέβαινα, (λόγ.) επενέβ-η, -ησαν, επεμβαίν-οντας} 1. συμμετέχω σε ξένες υποθέσεις, χωρίς να μου έχει ζητηθεί· ανακατεύομαι, αναμειγνύομαι: Συγγνώμη που ~ στα προσωπικά σας. Μην ~εις σε θέματα που δεν σε αφορούν. Δεν θέλω να επέμβω στη δουλειά σας.|| Χώρες που ~ουν στα εσωτερικά άλλων κρατών. 2. αναλαμβάνω δράση ώστε να μεταβάλω, να διορθώσω μια κατάσταση ή να βοηθήσω κάποιον: Η Αστυνομία ~η, για να αποσοβήσει τον κίνδυνο. Οι πυροσβέστες είναι έτοιμοι να επέμβουν. Πβ. μεσολαβώ, παρεμβαίνω, μπαίνω στη μέση. [< πβ. αρχ. ἐπεμβαίνω ‘ανεβαίνω επάνω, ποδοπατώ’, γαλλ. intervenir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.