| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17447 | επέμβαση | [ἐπέμβαση] ε-πέμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εσκεμμένη ενέργεια με στόχο τη μεταβολή μιας κατάστασης· ειδικότ. ανάμειξη κράτους στα εσωτερικά ενός άλλου: αστυνομική/εισαγγελική ~. (Άμεση) ~ του Λιμενικού Σώματος/της Πυροσβεστικής. (ΒΙΟΛ.) Γενετική ~ στο DNA. Επιχειρησιακό σχέδιο ~ης. Ανθρώπινες ~άσεις στη φύση. Καλλιεργητικές ~άσεις στο έδαφος (: όργωμα, άρδευση). Πολεοδομικές/τεχνικές ~άσεις σε κτίρια. Ήπιες/σωστικές ~άσεις συντήρησης σε μνημεία. Δεν κάνει ~άσεις (= δεν παρεμβαίνει) στο έργο των υφισταμένων του. Πβ. παρέμβαση.|| Διπλωματική/ειρηνευτική/ένοπλη/στρατιωτική ~. ~ της διεθνούς κοινότητας (πβ. μεσολάβηση). Ξένη ιμπεριαλιστική ~. 2. ΙΑΤΡ. εγχείρηση, συνήθ. ήπιας μορφής: αισθητικές/γυναικολογικές/επανορθωτικές ~άσεις. Βλ. μικρο~. ● επεμβάσεις (οι): διορθώσεις, βελτιώσεις σε κείμενο: Στη δεύτερη έκδοση έγιναν κάποιες μικρές ~. ● Υποκ.: επεμβασούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστική επέμβαση & ανθρωπιστικός πόλεμος & ανθρωπιστική παρέμβαση: που γίνεται από κράτος, ομάδα κρατών ή διεθνή οργανισμό, στο έδαφος άλλου κράτους, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, με στόχο να αντιμετωπιστούν σοβαρές και μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Η ~ ~ προσκρούει στην αρχή της κρατικής κυριαρχίας., πλαστική εγχείρηση/επέμβαση βλ. πλαστικός, χειρουργική επέμβαση βλ. χειρουργικός [< μτγν. ἐπέμβασις ‘έφοδος, επίθεση’, γαλλ. intervention] | |
| 17448 | επεμβατικός | , ή, ό [ἐπεμβατικός] ε-πεμ-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επέμβαση: ~ή: πολιτική. ~ά: δικαιώματα (ξένης δύναμης στα εσωτερικά άλλης χώρας, βλ. κηδεμονία).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ακτινολογία/καρδιολογία (βλ. αγγειοπλαστική, μπαλονάκι)/λαπαροσκόπηση. Ελάχιστα ~ή θεραπεία/χειρουργική. Μη ~ές (= αναίμακτες) μέθοδοι. ● επίρρ.: επεμβατικά [< αγγλ. invasive] | |
| 17449 | επεμβατισμός | [ἐπεμβατισμός] ε-πεμ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτική αυθαίρετης επέμβασης ενός κράτους στα εσωτερικά κάποιου άλλου. Πβ. παρεμβατισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ουδετερότητα [< γαλλ. interventionnisme] | |
| 17450 | επένδυση | [ἐπένδυση] ε-πέν-δυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. {συνηθέστ. στον πληθ.} μετατροπή κεφαλαίου σε υλικά ή/και άυλα αγαθά· το ίδιο το κεφάλαιο: ακριβή/βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη/παραγωγική/προσοδοφόρα/στρατηγική/συμφέρουσα/τουριστική/χαμηλή ~. Η απόδοση/η ασφάλεια/το ρίσκο/το ύψος μιας ~ης. Αγροτικές/επιχειρηματικές/ιδιωτικές/ξένες/πράσινες/υψηλές/χρηματιστηριακές ~ύσεις. ~ύσεις εκσυγχρονισμού (π.χ. ξενοδοχείων). ~ σε ακίνητα/ανθρώπινο δυναμικό/μετοχές. ~ύσεις στη γνώση/στην εκπαίδευση/στην έρευνα. Ελληνικές ~ύσεις στο εξωτερικό. Εταιρεία (= επενδυτική)/σύμβουλος/τράπεζα ~ύσεων. Βλ. απο~, μακροοικονομία. 2. κάλυψη επιφάνειας αντικειμένου με άλλο υλικό για την προστασία ή/και τη διακόσμησή του· συνεκδ. το ίδιο το επιπρόσθετο στρώμα και ειδικότ. κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται στο εσωτερικό ενδυμάτων ή σε συγκεκριμένα μέρη τους για διάφορους λόγους, συνήθ. για να είναι πιο ζεστά: δερμάτινη/ηχομονωτική/μεταλλική (βλ. επιμετάλλωση)/πέτρινη/πλαστική/υφασμάτινη ~. Εσωτερική και εξωτερική ~ σωλήνων με αντιδιαβρωτικά υλικά. ~ δαπέδου/τοίχου με ξύλο (πβ. ξυλ~). ΣΥΝ. επικάλυψη, επίστρωση.|| Κασετίνα με ~ από βελούδο (πβ. κάλυμμα, ντουμπλάρισμα, ντύσιμο). Γάντια με βαμβακερή ~ (πβ. φόδρα). 3. (μτφ.) δαπάνη χρόνου, δυνάμεων, ταλέντου, με σκοπό το μακροπρόθεσμο όφελος· συνεκδ. όποιος ή ό,τι μπορεί να αποβεί ωφέλιμο(ς) μελλοντικά: συναισθηματική ~. ~ στο μέλλον. Οι σπουδές αποτελούν ~ ζωής. Το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό είναι η καλύτερη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιες επενδύσεις: ΟΙΚΟΝ. κατασκευή κοινωφελών έργων, με σκοπό την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξη. Βλ. ΠΔΕ., μουσική επένδυση & ηχητική επένδυση: μουσική που ακούγεται κατά τη διάρκεια παράστασης, εκδήλωσης, κινηματογραφικού φιλμ, τηλεοπτικής εκπομπής: ~ ~ ταινίας. Πβ. σάουντρακ, τζινγκλ., ακαθάριστη επένδυση βλ. ακαθάριστος [< μεσν. επένδυσις 1: αγγλ. investment, γαλλ. investissement, 1924, 2: γαλλ. revêtement] | |
| 17451 | επενδύσιμος | , η, ο [ἐπενδύσιμος] ε-πεν-δύ-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που μπορεί να επενδυθεί: ~α: κεφάλαια. | |
| 17452 | επενδύτης | [ἐπενδύτης] ε-πεν-δύ-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πανωφόρι: (ΣΤΡΑΤ.) ~ες εκστρατείας (: τζάκετ παραλλαγής). Βλ. αμπέχονο, ζιπούνι, μπουφάν, χιτώνιο. [< αρχ. ἐπενδύτης] | |
| 17453 | επενδυτής | [ἐπενδυτής] ε-πεν-δυ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επενδύτρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κάνει επενδύσεις με σκοπό το κέρδος: ιδιώτες/ξένοι/υποψήφιοι ~ές. Οι ~ές του Χρηματιστηρίου. Η προστασία των ~ών (: με διατάξεις, μέτρα, νόμους).|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία/χώρα. Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατηγικός επενδυτής: που έχει αποκτήσει μεγάλο μερίδιο μετοχών επιχείρησης και τη διοικεί. [< αγγλ. strategic investor] , θεσμικός επενδυτής βλ. θεσμικός [< αγγλ. investor, γαλλ. investisseur, 1960] | |
| 17454 | επενδυτικός | , ή, ό [ἐπενδυτικός] ε-πεν-δυ-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον επενδυτή ή τις επενδύσεις: ~ός: κίνδυνος/νόμος/όμιλος/σχεδιασμός. ~ή: δραστηριότητα/θέση (της χώρας)/πολιτική/στρατηγική. ~ό: ενδιαφέρον/κεφάλαιο/κλίμα/κοινό/πλάνο/πρόγραμμα. Επιχορηγήσεις για ~ούς σκοπούς. ● ΣΥΜΠΛ.: επενδυτικά αγαθά: αυτά που καθιστούν δυνατή την παραγωγή (κυρ. εγκαταστάσεις, εξοπλισμός, μηχανήματα). Πβ. κεφαλαιουχικά αγαθά. [< γαλλ. biens d'investissement] | |
| 17455 | επενδύω | [ἐπενδύω] ε-πεν-δύ-ω ρ. (μτβ.) {επένδυ-σα, επενδύ-θηκε, -οντας, -όμενος, -μένος (λόγ. επενδεδυμένος)} 1. ΟΙΚΟΝ. (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) κάνω επένδυση: ~σε σε ακίνητα/αμοιβαία κεφάλαια/μετοχές/ομόλογα. Εταιρείες που ~ουν σε προγράμματα περιβαλλοντικής δράσης. ~σαν ... εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία νέων καταστημάτων/στην υγεία. Ξένοι επιχειρηματίες ενδιαφέρονται να ~σουν στη χώρα μας. Έχει ~σει (= τοποθετήσει) τις οικονομίες του στο χρηματιστήριο. Το ελληνικό ~μένο κεφάλαιο στο γειτονικό κράτος ανέρχεται στα ... ευρώ. 2. επιστρώνω, καλύπτω: Το τζάκι έχει ~θεί με τούβλα. Η πόρτα ~θηκε εσωτερικά με φύλλο μολύβδου. Το κράνος είναι ~μένο με αντιαλλεργικό και απορροφητικό υλικό. Πβ. ντουμπλάρω, φοδράρω.|| (μτφ.) Η εκδήλωση ~θηκε με ζωντανή μουσική (ΣΥΝ. ντύνω). Επιθετικότητα που ~εται ιδεολογικά (πβ. καμουφλάρω, συγκαλύπτω). 3. (μτφ.) δαπανώ χρόνο, δυνάμεις, με σκοπό το μακροπρόθεσμο όφελος ή στηρίζομαι σε κάποιον ή κάτι: ~ει συναισθηματικά στη σχέση του. ~ουμε το μέλλον μας στους νέους. Πβ. εναποθέτω. [< πβ. μτγν. ἐπενδύω ‘βάζω πάνω μου, ντύνομαι’ 1: αγγλ. invest, γαλλ. investir, 1922, 2: γαλλ. revêtir] | |
| 17456 | επενέβη | βλ. επεμβαίνω | |
| 17457 | επενεργεί | [ἐπενεργεῖ] ε-πε-νερ-γεί ρ. (μτβ.) {επενέργ-ησε (σπάν.-λόγ.) επενήργ-ησε, επενεργ-ήσει, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδρά: Φάρμακο που ~ στο νευρικό σύστημα. Εξελίξεις που θα ~ήσουν θετικά στην αγορά. [< γερμ. einwirken] | |
| 17458 | επενέργεια | [ἐπενέργεια] ε-πε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επίδραση: η ~ του ανθρώπου στο περιβάλλον. (στη φωτοσύνθεση:) Η ~ του ηλιακού φωτός. (λόγ.) Υπό την ~ πολλών παραγόντων. Ουσίες με δυσμενείς ~ες στην υγεία. Πβ. δράση, ενέργεια. || Θεϊκή ~. [< γερμ. Einwirkung] | |
| 17459 | επεξεργάζομαι | [ἐπεξεργάζομαι] ε-πε-ξερ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {επεξεργά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} 1. υποβάλλω κάτι σε μια σειρά νοητικών διαδικασιών, προκειμένου να το αναλύσω, να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα ή να του δώσω νέα και βελτιωμένη ή τελική μορφή: Η Αστυνομία ~εται διάφορα σενάρια. Θα ~στώ την ιδέα/την πρόταση/το σχέδιο και θα σου πω. ΣΥΝ. εξετάζω, μελετώ.|| ~στηκα το κείμενο/τη μετάφραση. ~σμένες: πληροφορίες. ~σμένα: στοιχεία. Πβ. δουλεύω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο υπολογιστής ~εται (: αναλύει) τεράστιο όγκο δεδομένων. Ψηφιακά ~σμένες εικόνες (: με χρήση επεξεργαστή). 2. επεμβαίνω σε πρώτη ύλη με τη χρήση τεχνητών ή (σπανιότ.) φυσικών μεθόδων, προκειμένου να τροποποιήσω και να βελτιώσω τη μορφή, τη σύσταση και τις ιδιότητές της και να δημιουργήσω ένα τελικό προϊόν: Μονάδα που ~εται βαμβάκι (βλ. εκκοκκιστήριο)/δέρματα (βλ. βυρσοδεψείο). Πβ. δουλεύω, κατεργάζομαι. Βλ. μεταποιώ.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~σμένες: τροφές (: με συντηρητικά). ~σμένα: προϊόντα. [< μτγν. ἐπεξεργάζομαι ‘πραγματοποιώ επιπλέον, ολοκληρώνω, διερευνώ’, αγγλ. process] | |
| 17460 | επεξεργασία | [ἐπεξεργασία] ε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία κατά την οποία ερευνάται κάτι στις λεπτομέρειές του, συμπληρώνεται ή βελτιώνεται, ώστε να προκύψει η τελική μορφή του: ~ νομοσχεδίου/πολιτικών θέσεων. Στατιστική ~ αποτελεσμάτων. Έχει υποστεί ~. Αποτελεί αντικείμενο ~ας. Από την ~ των στοιχείων, προκύπτει ότι ... Πβ. εξέταση, μελέτη.|| ~ του άρθρου. Πβ. δούλεμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ (πβ. τηλ~). ~ δεδομένων/εγγράφου/εικόνας/φωτογραφίας. Βλ. μετα~. 2. σειρά από ενέργειες με τις οποίες μεταβάλλεται με φυσικά ή τεχνητά μέσα κάτι ως προς τη μορφή, την υφή ή τα γνωρίσματά του: βιομηχανική/θερμική/μηχανική ~. ~ γυαλιού/μετάλλων/νημάτων/ξύλου/υδάτων/υφασμάτων/χαρτιού. Μονάδα ~ας λυμάτων. Δυνατότητα ~ας (= επεξεργασιμότητα). || (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ και τυποποίηση ελαιολάδου/ζάχαρης/ξηρών καρπών/οσπρίων. Βιομηχανία ~ας γάλακτος/κρέατος. Πβ. δούλεμα, κατεργασία. Βλ. επαν~. ● ΣΥΜΠΛ.: επεξεργασία αποβλήτων βλ. απόβλητα, κεντρική μονάδα επεξεργασίας βλ. μονάδα [< μτγν. ἐπεξεργασία ‘πραγματοποίηση, διερεύνηση’, αγγλ. processing] | |
| 58706 | επεξεργάσιμος | , η, ο [ἐπεξεργάσιμος] ε-πε-ξερ-γά-σι-μος επίθ.: που μπορεί να υποστεί επεξεργασία: ~ες: μορφές αρχείων/ψηφιακές εικόνες. ~α: δεδομένα/στοιχεία. Μερικώς/μηχανογραφικά/πλήρως ~ες πληροφορίες. Εύκολα ~ο υλικό. [< αγγλ. processable, 1954] | |
| 58705 | επεξεργασιμότητα | [ἐπεξεργασιμότητα] ε-πε-ξερ-γα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): δυνατότητα, διαδικασία και αποτέλεσμα επεξεργασίας: ~ αποβλήτων με βιολογικές διεργασίες. υλικά με άριστη/καλή ~. [< αγγλ. processability] | |
| 17461 | επεξεργαστής | [ἐπεξεργαστής] ε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.) ΠΛΗΡΟΦ. 1. η κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, η οποία εκτελεί τις εντολές των προγραμμάτων: ταχύτητα/ψύκτρα ~ή. ΣΥΝ. CPU. Βλ. μικρο~, συν~. 2. πρόγραμμα για τη δημιουργία και επεξεργασία αρχείου δεδομένων: ~ γραφικών/εικόνας/ήχου. Βλ. μετα~. ● ΣΥΜΠΛ.: επεξεργαστής κειμένου: πρόγραμμα δημιουργίας και επεξεργασίας εγγράφων που παρέχει πολλές δυνατότητες μορφοποίησης του κειμένου και επιτρέπει την εισαγωγή εικόνων, πινάκων και άλλων γραφικών στοιχείων. Βλ. κειμενογράφος. [< αμερικ. word processor, 1968] [< μεσν. επεξεργαστής, αμερικ. processor, 1934, γαλλ. processeur, 1957] | |
| 17462 | επεξεργαστικός | , ή, ό [ἐπεξεργαστικός] ε-πε-ξερ-γα-στι-κός επίθ.: συνήθ. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την επεξεργασία ή τον επεξεργαστή: ~ή: ισχύς. ~ό: φορτίο. ~ές: δυνατότητες (υπολογιστή). ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρική μονάδα επεξεργασίας βλ. μονάδα [<πβ. μτγν. ἐπεξεργαστικός ‘αποτελεσματικός’] | |
| 17463 | επεξηγηματικός | , ή, ό [ἐπεξηγηματικός] ε-πε-ξη-γη-μα-τι-κός επίθ.: που επεξηγεί κάτι: ~ή: αναφορά/υποσημείωση. ~ό: σχόλιο/υπόμνημα. ~ές: πινακίδες/πληροφορίες. ~ά: διαγράμματα/παραδείγματα. Συμπληρωματική και ~ή δήλωση. ΣΥΝ. διασαφηνιστικός, διευκρινιστικός ● επίρρ.: επεξηγηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπεξηγηματικός] | |
| 17464 | επεξήγηση | [ἐπεξήγηση] ε-πε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διευκρίνιση, εξήγηση: ~ συμβόλων/συντομογραφιών. ~ του κειμένου. Γλωσσάρι με ~ εννοιών/όρων. Ο αστερίσκος παραπέμπει στην ~ της λέξης. Θα δοθούν περαιτέρω ~ήσεις. Παροχή ~ήσεων και οδηγιών. ΣΥΝ. αποσαφήνιση, διασαφήνιση 2. ΓΡΑΜΜ. ομοιόπτωτος προσδιορισμός ο οποίος επεξηγεί τον προσδιοριζόμενο όρο, που είναι γενικός και αόριστος· τίθεται ανάμεσα σε κόμματα και αποδίδεται με το "δηλαδή": π.χ. το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ο Όλυμπος, ... [< μτγν. ἐπεξήγησις ‘λεπτομερής εξήγηση’, αγγλ. epexegesis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ