Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18340-18360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17465επεξηγώ[ἐπεξηγῶ] ε-πε-ξη-γώ ρ. (μτβ.) {επεξηγείς ... | επεξήγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: παρέχω επεξήγηση: Μέσα σε παρενθέσεις ~ τι εννοώ. Λεξικό πληροφορικής, που ~εί αναλυτικά τον κάθε όρο. Οι διατάξεις ~ούνται λεπτομερώς. Πβ. απο-, δια-σαφηνίζω. ΣΥΝ. διευκρινίζω [< μτγν. ἐπεξηγοῦμαι ‘εξηγώ αναλυτικά’]
17466επέπλευσεβλ. επιπλέω
17467επέπληξα: βλ. επιπλήττω
17468επέπρωτοβλ. πέπρωται
17573επερδειν

[ἐπιδεινώνω] ε-πι-δει-νώ-νω ρ. (μτβ.) {επιδείνω-σε, επιδεινώ-σει, -θηκε, -θεί, επιδεινών-οντας, επιδειν-ούμενος, επιδεινω-μένος} (λόγ.): χειροτερεύω: Με τη στάση σου ~εις το πρόβλημα. Ασθένειες τις οποίες ~ει η παχυσαρκία. ~θηκε ραγδαία η κατάσταση της υγείας του. Αναμένεται να ~θούν οι καιρικές συνθήκες. Συνεχώς ~ούμενη νόσος. ~ούμενο: οικονομικό κλίμα. ~μένες: σχέσεις. Πβ. παροξύνω. ΑΝΤ. βελτιώνω, καλυτερεύω (2) [< γερμ. verschlechtern]

17469επέρχεται[ἐπέρχεται] ε-πέρ-χε-ται ρ. (αμτβ.) {επήλθε, επέλθει, επερχ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): συμβαίνει, συνήθ. ως συνέπεια, αποτέλεσμα· πραγματοποιείται κάτι που επιδιώκεται: Επήλθε ηρεμία/το μοιραίο (= πέθανε)/ρήξη/το χάος. Επήλθε κρίση (= ενέσκηψε, ξέσπασε). Πβ. ακολουθώ, επακολουθεί, έπομαι.|| Επήλθαν βελτιώσεις στο νομοσχέδιο. Δεν έχει επέλθει μεταβολή/συμφωνία. [< αρχ. ἐπέρχομαι]
17470επερχόμενος, η, ο [ἐπερχόμενος] ε-περ-χό-με-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (με οριστικό άρθ.) που πρόκειται να συμβεί, να εμφανιστεί ή να έλθει, που ακολουθεί χρονικά: ο ~ κίνδυνος/χειμώνας. Οδηγίες για την αντιμετώπιση του ~ου καύσωνα. Οι ~ες γενιές (= οι ερχόμενες, μετέπειτα)/εκλογές/εξελίξεις. Τα ~α χρόνια. Πβ. επικείμενος, επόμενος, μελλοντικός. Βλ. απερχόμενος. || (ως ουσ.) κληρονομιά για τους/συμβουλές στους επερχομένους. 2. (για ποδοσφαιριστή) που έρχεται προς την αντίπαλη εστία, με σκοπό να ολοκληρώσει επιθετική ενέργεια της ομάδας του: Ο ... σέντραρε κι ο ~ (ενν. όνομα παίκτη) ισοφάρισε με κεφαλιά.
17471επερώτηση[ἐπερώτηση] ε-πε-ρώ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. έγγραφο που κατατίθεται στη Βουλή από έναν ή περισσότερους βουλευτές, όταν κρίνουν ότι η απάντηση Υπουργού σε προηγούμενη ερώτησή τους, που αφορούσε πράξη ή παράλειψή του, δεν ήταν επαρκής: ~ (της αξιωματικής αντιπολίτευσης) για εκπαιδευτικά θέματα/την κοινωνική ασφάλιση. Κατάθεση ~ης. ~ (που απευθύνεται) προς τον/στον Υπουργό Εξωτερικών. Βλ. κοινοβουλευτικός έλεγχος.|| (κατ' επέκτ.) ~ δημοτικού συμβούλου. ● ΣΥΜΠΛ.: επίκαιρη επερώτηση: που αφορά θέματα της επικαιρότητας και συζητάται κάθε Δευτέρα στην Ολομέλεια της Βουλής. Βλ. επίκαιρη ερώτηση. [< γαλλ. interpellation d’actualité] [< πβ. μτγν. ἐπερώτησις ‘αναζήτηση συμβουλής, καθοδήγησης’, γαλλ. interpellation]
17472επερωτώ[ἐπερωτῶ] ε-πε-ρω-τώ ρ. (μτβ.) {επερωτ-ά ... | επερώτ-ησε, -άται, (λόγ. μτχ. -ών, -ώσα | -ώμενος)}: ΠΟΛΙΤ. (για βουλευτή) καταθέτω επερώτηση: ~άται η κυβέρνηση/ο Υπουργός Υγείας για ... Τον λόγο έχει ο ~ών/η ~ώσα συνάδελφος (: λέγεται από τον Πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα της Βουλής). [< μτγν. ἐπερωτῶ ‘ρωτώ, ζητώ να μάθω’, γαλλ. interpeller]
17473έπεσαβλ. πέφτω
17474επέστη[ἐπέστη] ε-πέ-στη ρ. (τριτοπρόσ.) (αρχαιοπρ.): (με χρον. σημασία) έφτασε, ήλθε: ~ η ώρα της κρίσεως. ~ ο καιρός για την αντεπίθεση. ~ ο χρόνος να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις. [< αρχ. ἐπέστη, αόρ. β’, γ’ πρόσ. εν. του ρ. ἐφίσταμαι ‘επίκειμαι, πλησιάζω’]
17475επέστησαβλ. εφιστώ
17476έπεται[ἕπεται] έ-πε-ται ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (σπάν. έπομαι) (επίσ.): ακολουθεί: Η περίοδος που ~εται των εκλογών. ~ονται (: επακολουθούν, επέρχονται) ανακατατάξεις. Η μέρα που ~εται (: η επόμενη). ΑΝΤ. προηγούμαι ● έπεται 1. συνεπάγεται: Αυτές είναι απόψεις μου· δεν ~ (= σημαίνει) ότι πρέπει να τις ασπάζονται όλοι. 2. (+ να) απομένει: Αυτό που ~ να εκτιμηθεί είναι ... Πβ. πρόκειται. ● ΦΡ.: ενός κακού μύρια έπονται (παροιμ.): ένα αρνητικό γεγονός ακολουθείται συνήθ. και από πολλά άλλα., έπεται/υπάρχει (και) συνέχεια: για κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο, που πρόκειται να συνεχιστεί ή να εξελιχθεί: ~ ~ στις αποκαλύψεις/στις απολύσεις/στα μέτρα. Το ζήτημα δεν σταματά εδώ· ~ ~. Το υπό έκδοση βιβλίο έχει φτάσει στις ... σελίδες και ~ ~. [< 1: αρχ. ἕπομαι]
17477επετέθηβλ. επιτίθεμαι
17478επετειακός, ή, ό [ἐπετειακός] ε-πε-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με επέτειο: ~ός: εορτασμός. ~ή: εκδήλωση. ό: αφιέρωμα/έτος/λεύκωμα/μήνυμα/συνέδριο/τεύχος. ~ή έκδοση για τα/με αφορμή τα εκατό χρόνια από ... [< γαλλ. anniversaire]
17479επετειολόγιο[ἐπετειολόγιο] ε-πε-τει-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος επετείων: ιστορικό ~. Βλ. -λόγιο.
17480επέτειος[ἐπέτειος] ε-πέ-τει-ος ουσ. (θηλ.) {επετεί-ου} : ημέρα κατά την οποία κλείνει ένας τουλάχιστον χρόνος από τότε που συνέβη ένα σπουδαίο γεγονός: γαμήλια/εθνική/θλιβερή/ιστορική/λαμπρή/μαύρη/τραγική ~. Η ~ του Πολυτεχνείου. Η εκατοστή ~ από τη γέννηση του συνθέτη. Εορτασμός ~ου. Τιμήθηκε η ~ της Εθνικής Αντίστασης/της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Δοξολογία/εκδήλωση για την ~ο του Όχι. ● ΣΥΜΠΛ.: αργυρή/ασημένια επέτειος: τα εικοσιπέντε χρόνια από ένα αξιοσημείωτο γεγονός: Γιορτάζουν την ~ ~ο του γάμου τους. Βλ. αδαμάντινος. [< αγγλ. silver anniversary] , χρυσή επέτειος: για τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από κάποιο σημαντικό γεγονός. Πβ. ιωβηλαίο. [< αγγλ. golden jubilee] [< αρχ. ἐπέτειος ‘ετήσιος’, γαλλ. anniversaire]
17481επετηρίδα[ἐπετηρίδα] ε-πε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επίσημος κατάλογος ονομάτων υπαλλήλων υπηρεσίας, αποφοίτων σχολής, τα οποία καταχωρίζονται σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, όπως η αρχαιότητα: εγγραφή στην ~. Η ~ των αξιωματικών/των δικαστών. Κατάργηση της ~ας (: ως μέσου διορισμού εκπαιδευτικών, βλ. ΑΣΕΠ). Παραβίαση της ~ας. Τηρείται η ~.|| (ειρων.) Κομματική ~ (: ιεραρχία). 2. & (λόγ.) επετηρίς: βιβλίο που εκδίδεται ανά έτος από ίδρυμα ή σύλλογο και στο οποίο καταγράφονται οι δραστηριότητες του προηγούμενου χρόνου, τα δημοσιεύματά του, τα μέλη, το προσωπικό και οι υπηρεσίες του: επιστημονική/στατιστική ~. Επετηρίς της Ακαδημίας Αθηνών/της Εταιρείας (Βυζαντινών Σπουδών). Βλ. -ετηρίδα. [< γαλλ. annuaire]
17482επετράπηβλ. επιτρέπω
17483επέτυχαβλ. επιτυγχάνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.