| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17484 | ΕΠΕΥ | (η): Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. | |
| 17485 | επευφημία | [ἐπευφημία] ε-πευ-φη-μί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ενθουσιώδης επιδοκιμασία που εκφράζεται μαζικά και δημόσια: Έγινε δεκτός/τον υποδέχθηκαν με ~ες. Οι θεατές ξέσπασαν σε ~ες και χειροκροτήματα. (λόγ.) Εν μέσω ~ών. Πβ. ζήτω, ζητωκραυγή. Βλ. πανηγυρισμός. ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα | |
| 17486 | επευφημώ | [ἐπευφημῶ] ε-πευ-φη-μώ ρ. (μτβ.) {επευφημ-εί ... | επευφήμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ώντας}: επιδοκιμάζω κάποιον ή κάτι δημόσια και με ενθουσιασμό: Η εξέδρα/το πλήθος τον ~ούσε. (ελλειπτ.) Οι θεατές χειροκροτούν και ~ούν. Η ομιλία του ~ήθηκε από τους συνέδρους. Πβ. αποθεώνω, ζητωκραυγάζω. Βλ. πανηγυρίζω. ΑΝΤ. γιουχάρω [< αρχ. ἐπευφημῶ] | |
| 17487 | επέχω | [ἐπέχω] ε-πέ-χω ρ. (μτβ.) {επείχε}: μόνο στη ● ΦΡ.: επέχει θέση (+ γεν.) (επίσ.): ισοδυναμεί με, λειτουργεί ως: Έντυπο που ~ ~ υπεύθυνης δήλωσης. Διαβεβαίωση που ~ ~ όρκου. Δευτερεύουσα πρόταση που ~ ~ αντικειμένου. [< γαλλ. tenir lieu] [< αρχ. ἐπέχω ‘έχω, κρατώ’] | |
| 17488 | επήκοος | , ος, ο [ἐπήκοος] ε-πή-κο-ος επίθ. (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εις επήκοον όλων & πάντων: με τρόπο ώστε να ακούν όλοι· ανοιχτά, δημόσια: Επαναλαμβάνω μεγαλοφώνως και ~ ~ ότι ... Μου απάντησε ~ ~ των παρευρισκομένων. [< αρχ. εἰς ἐπήκοον ‘με τρόπο που μπορεί να ακουστεί’ < ἐπήκοος ‘αυτός που ακούει προσεκτικά’] | |
| 17489 | επήλθε | βλ. επέρχεται | |
| 17490 | έπηλυς | [ἔπηλυς] έ-πη-λυς επίθ. {αρσ. κ. θηλ. | συνήθ. στον πληθ. επήλυ-δες} (αρχαιοπρ.): που έχει έρθει από άλλον τόπο, άλλη χώρα, σε αντιδιαστολή με τον ντόπιο: ~δες: λαοί/πληθυσμοί (= ξένοι). ~δες: φυλές. Πβ. αλλοδαπός, έποικος, ετερόχθων. ΑΝΤ. αυτόχθων (1) [< αρχ. ἔπηλυς] | |
| 17491 | επηρεάζω | [ἐπηρεάζω] ε-πη-ρε-ά-ζω ρ. (μτβ.) {επηρέα-σα, επηρεά-σω, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, επηρεαζ-όμενος, επηρεα-σμένος, επηρεάζ-οντας}: ασκώ επίδραση, επιρροή σε κάποιον ή κάτι· ειδικότ. επιδρώ στη σκέψη ή το συναίσθημα (κάποιου): Η διατροφή ~ει την υγεία μας. Η μείωση των βροχοπτώσεων θα ~σει δυσμενώς τις καλλιέργειες.|| Οι φίλοι τον ~ουν στις αποφάσεις/επιλογές του. Χωρίς να θέλω να σε ~σω (: ώστε να διαμορφώσω ή να αλλάξω τη γνώμη σου), πιστεύω ότι ... Επιχείρησε να ~σει τους δικαστές. Δεν ~ομαι (εύκολα) από τους άλλους/τις κριτικές/τα σχόλια. Τα παιδιά ~ονται πολύ από τις διαφημίσεις. Καλλιτέχνης που ~στηκε από την ξένη μουσική σκηνή. ~στηκαν αρνητικά (ενν. ψυχολογικά) από τις αποδοκιμασίες. ● Μτχ.: επηρεασμένος , η, ο: που έχει δεχθεί επιρροή: κτίριο ~ο απο τη βυζαντινή αρχιτεκτονική.|| Βιώματα από τα οποία είναι ~. ΑΝΤ. ανεπηρέαστος [< πβ. αρχ. ἐπηρεάζω ‘κακομεταχειρίζομαι’, γαλλ. influencer] | |
| 17492 | επηρεασμός | [ἐπηρεασμός] ε-πη-ρε-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άσκηση επίδρασης, επιρροής: αρνητικός/θετικός/ψυχολογικός ~. ~ του νευρικού συστήματος από τη χρήση χημικών. ~ της αγοράς από την κρίση.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ και καθοδήγηση/χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Προσπάθεια ~ού των ψηφοφόρων. [< πβ. αρχ. ἐπηρεασμός ‘κακομεταχείριση, αναίδεια’, γαλλ. influence] | |
| 17493 | επήρεια | [ἐπήρεια] ε-πή-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίδραση στον οργανισμό, συνήθ. από παραισθησιογόνες και εξαρτησιογόνες ουσίες: Πέρασε η ~ της νάρκωσης. Κυρ. στη ● ΦΡ.: υπό την επήρεια (+ γεν.) (επίσ.): κάτω από την επίδραση: οδήγηση ~ ~ αλκοόλ/μέθης/ναρκωτικών/οινοπνεύματος/φαρμάκων (ΣΥΝ. υπό την επίδραση). Βρίσκεται ακόμη ~ ~ του σοκ. [< γαλλ. sous l' influence (de)] [< πβ. αρχ. ἐπήρεια κακομεταχείριση, αυθάδεια’] | |
| 17494 | επηρμένος | , η, ο [ἐπηρμένος] ε-πηρ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) & επαρμένος: (για πρόσ.) αλαζόνας· (για συμπεριφορά) που φανερώνει έπαρση: ~ και εγωκεντρικός/ματαιόδοξος. Πβ. ξιπασμένος, σνομπ, υπερ-όπτης, -φίαλος.|| ~η: δήλωση. ~ο: ύφος. ~α: λόγια. ● επίρρ.: επηρμένα ● βλ. επαίρομαι [< αρχ. ἐπηρμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐπαίρομαι] | |
| 17495 | επί & επ' & εφ' | [ἐπί] ε-πί πρόθ. {"επ'" πριν από φωνήεν, "εφ'" πριν από παλαιότ. δασυνόμενο φωνήεν} (λόγ.) δηλώνει 1. (+ γεν.) προσδιορισμό στον χρόνο ή στον τόπο ή αναφορά: ~ Ενετών/Tουρκοκρατίας (: την εποχή της Tουρκοκρατίας).|| ~ ξένου εδάφους. Η συνέχεια ~ της οθόνης. Στάση ~ της οδού Πειραιώς. Είναι ~ των επάλξεων της απεργίας (: μάχιμος). (ως εκκλησ. ευχή) ~ γης ειρήνη. (ΑΘΛ.) Χόκεϊ ~ πάγου/χόρτου.|| Διευκρινίσεις ~ της διαδικασίας. Προτάσεις ~ του σχεδίου νόμου. Ποσοστό ~ του συνόλου. (Οι υπάλληλοι) ~ της υποδοχής. 2. (+ αιτ.) διάρκεια ή χρονικό διάστημα, κατεύθυνση ή τάση προς κάτι: ~ πολλή ώρα/πολύ (= για πολύ). Απουσίαζε ~ (= για) δύο μήνες/χρόνια. (+ γεν.) Η υπηρεσία λειτουργεί ~ εικοσιτετραώρου/μονίμου βάσεως (= συνέχεια).|| (ΣΤΡΑΤ.) Κλίνατε επ' αριστερά/~ δεξιά (: παράγγελμα για στροφή προς την αντίστοιχη κατεύθυνση).|| (+ λόγ. επίθ. συγκρ.) ~ το ελληνικότερον (: επεξηγηματικά). 3. (λόγ., σε στερεότυπες φρ.) τρόπο, σκοπό ή αιτία: εργασία ~ αμοιβή (= με αμοιβή· πβ. έναντι ~ής). ~ τη εορτή/τη επετείω. ~ παραδείγματι (= για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν/χάρη). Πρέσβης ~ τιμή (πβ. επίτιμος). Διατριβή ~ υφηγεσία.|| Καταδικάστηκε ~ (= για) εσχάτη προδοσία/κατασκοπεία. 4. ΜΑΘ. το σημείο του πολλαπλασιασμού (×): δύο ~ δέκα (2×10). ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα) επί κοντώ βλ. κοντός, εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος, κυρία (επί) των τιμών βλ. τιμή ● ΦΡ.: επί τα βελτίω/επί τα χείρω (λόγ.): προς το καλύτερο/προς το χειρότερο: αλλαγή ~ ~. Η κατάσταση βαίνει επί τα χείρω., (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, (επί) τοις εκατό/στα εκατό βλ. εκατό, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, γενεές (επί) γενεών βλ. γενεά, επ' αγαθώ βλ. αγαθό, επ' ανδραγαθία βλ. ανδραγαθία, επ' αόριστον βλ. αόριστος, επ' άπειρον βλ. άπειρο, επ' αυτού βλ. αυτός, επ' αυτοφώρω βλ. αυτόφωρος, επ' εσχάτων βλ. έσχατος, επ' ονόματι βλ. ονόματι, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, επ' ώμου βλ. ώμος, επ' ωφελεία βλ. ωφέλεια, επί αιώνες βλ. αιώνας, επί θύραις/προ των θυρών βλ. θύρα, επί ίσοις όροις βλ. ίσος, επί λέξει βλ. λέξη, επί μακρόν βλ. μακρός, επί μάλλον και μάλλον βλ. μάλλον, επί ματαίω βλ. μάταιος, επί μέρους βλ. μέρος, επί ξύλου κρεμάμενος βλ. ξύλο, επί ξυρού ακμής βλ. ακμή, επί παντός (του) επιστητού βλ. επιστητό, επί πιστώσει βλ. πίστωση, επί πληρωμή βλ. πληρωμή, επί ποδός βλ. πους, επί ποινή βλ. ποινή, επί πτυχίω βλ. πτυχίο, επί σειρά(ν) ετών βλ. έτος, επί σκηνής βλ. σκηνή, επί σκοπόν βλ. σκοπός, επί συμβάσει βλ. σύμβαση, επί συνόλου βλ. σύνολο, επί τη εμφανίσει βλ. εμφάνιση, επί της αρχής βλ. αρχή, επί της ουσίας βλ. ουσία, επί το έργον βλ. έργο, επί το λαϊκότερον βλ. λαϊκός, επί το ορθότερο(ν) βλ. ορθός, επί τόπου βλ. τόπος, επί του θέματος βλ. θέμα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, επί του πιεστηρίου βλ. πιεστήριο, επί του προκειμένου βλ. προκείμενος, επί τούτου βλ. τούτος, επί τροχάδην/επιτροχάδην βλ. τροχάδην, επί των ημερών (κάποιου) βλ. ημέρα, επί χάρτου βλ. χάρτης, επί χρήμασι βλ. χρήμα, επί/περί του πρακτέου βλ. πρακτέον, εφ' ενός ζυγού βλ. ζυγός, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, εφ' όπλου λόγχη βλ. λόγχη, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία, με την ευκαιρία βλ. ευκαιρία, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, πατά(ει) επί πτωμάτων βλ. πτώμα, στη βάση βλ. βάση, συζητήσεις επί συζητήσεων βλ. συζήτηση, ως επί το πλείστον βλ. πλείστοι [< αρχ. ἐπί] | |
| 17719 | επί κοντώ | βλ. κοντός | |
| 17496 | επι- & επί- & επ- & εφ- | η λόγια πρόθεση επί ως πρόθημα με τη σημασία του 1. επάνω και ειδικότ. του άνω ή εξωτερικού τμήματος: επι-κάλυμμα (βλ. περι-). Επι-χρυσωμένος. Επί-στρωση (ΑΝΤ. υπό-). Επί-γειος (βλ. υπερ-). Έφ-ιππος.|| Επι-γάστριο/~γλωττίδα/~γονατίδα.|| (μτφ.) Eπ-οικοδομητικός. Επ-ωμίζομαι.|| (του αμέσως ανώτερου βαθμού σε ιεραρχική κλίμακα:) Eπι-κελευστής/~λοχίας. Επι-πυραγός. Βλ. αρχι-. 2. επιπλέον, παραπάνω: επι-πρόσθετος. Επι-βαρύνω/~σωρεύω. Επ-αυξάνω.|| (κυρ. επιτατ.) Επι-δεικνύω/~μένω (πβ. εμ-)/~τείνω (πβ. εν-). Επ-αρκής/~ονείδιστος. 3. σκοπού ή της αιτίας: επι-τέλεση.|| Επι-βλαβής/~ζήμιος/~κερδής. Επ-ωφελής. 4. εναντίον: επί-κριση (πβ. κατα-). Επι-πλήττω/~στρατεύω/~τίθεμαι (βλ. αντι-)/~φέρω. 5. κατά τη διάρκεια ή μετά: εφ-ημερεύω (πβ. δι-).|| Eπί-γονος (πβ. απο-). Επί-κτητος.|| Επι-βιώνω. | |
| 17497 | επιαγκωνίδα | [ἐπιαγκωνίδα] ε-πι-α-γκω-νί-δα ουσ. (θηλ.): προστατευτικό κάλυμμα του αγκώνα που φορούν κυρ. αθλητές: ~ με δέστρα. Βλ. επιγονατίδα, επικαλαμίδα, επιστραγαλίδα. | |
| 17498 | επίατρος | [ἐπίατρος] ε-πί-α-τρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ιατρός που ανήκει στο υγειονομικό σώμα του Στρατού Ξηράς και έχει τον βαθμό που αντιστοιχεί σε εκείνον του ταγματάρχη. Βλ. -ίατρος. | |
| 17499 | επιβαίνω | [ἐπιβαίνω] ε-πι-βαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παρατ. επέβαιν-α, επιβαίν-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): είμαι επιβάτης μεταφορικού μέσου, βρίσκομαι και μετακινούμαι με αυτό: Στο αεροπλάνο/τρένο ~ουν εκατόν πενήντα ταξιδιώτες. Στο διαστημόπλοιο ~ουν επτά αστροναύτες (: ως πλήρωμα). Οι δράστες ~αν σε μοτοσικλέτα.|| (+ γεν., λόγ.) Ο γιατρός που ~ει του ασθενοφόρου ... [< αρχ. ἐπιβαίνω] | |
| 17500 | επιβάλλω | [ἐπιβάλλω] ε-πι-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. επέβαλλα, αόρ. επέβαλε, επιβάλει, επιβλή-θηκε (λόγ. επεβλήθη, μτχ. επιβλη-θείς, -θείσα, -θέν), επιβλη-θεί, επιβεβλημένος, επιβάλλ-οντας, επιβαλλ-όμενος}: κάνω κάτι (αναγκαίο, δυσάρεστο ή που απορρέει από τον νόμο) να γίνει αποδεκτό από μια ομάδα προσώπων, συνήθ. χωρίς τη θέλησή τους, να εφαρμοστεί ή να ισχύσει, χρησιμοποιώντας κύρος, εξουσία ή βία· ειδικότ. καθιστώ κάτι απαραίτητο: ~ ησυχία/πειθαρχία. Η Αστυνομία προσπαθεί να επιβάλει την τάξη (: σε συγκεκριμένη περίπτωση). Η αρμόδια Αρχή μπορεί να επιβάλλει ποινές (: κάθε φορά που παραβιάζεται ο Νόμος). ~ μια απόφαση/έναν κανονισμό/μία συμπεριφορά/έναν τρόπο ζωής. ~ τη(ν) άποψή/τη θέλησή/τις θέσεις/τους όρους μου. Η κοινωνία ~ει κανόνες. Το δικαστήριο του επέβαλε (= όρισε) ποινή φυλάκισης δύο ετών. ~θηκε εμπάργκο/καθεστώς (τρομοκρατίας). ~θηκαν κυρώσεις/περιορισμοί. ~όμενος/~θείς: φόρος. ~θείσα: αύξηση. ~θέν: πρόστιμο. Βλ. καθιερώνω.|| Μου επέβαλε να διαβάσω (: με εξανάγκασε, υποχρέωσε). Λέω απλώς μια γνώμη, δεν σου την ~.|| Οι καιρικές συνθήκες ~ουν (= απαιτούν) τη λήψη έκτακτων μέτρων. Οι λόγοι που επέβαλαν την παραίτησή μου ήταν σοβαροί. ● Παθ.: επιβάλλεται {απρόσ.} (+ να): είναι αναγκαίο, πρέπει: ~ να εισαχθεί στο νοσοκομείο.|| Τέτοιες ώρες ~ ψυχραιμία (= χρειάζεται)., επιβάλλομαι 1. κυριαρχώ λόγω του σεβασμού ή του δέους που εμπνέω ή της προσοχής που προκαλώ· έχω επιβολή: ~εται (στην τάξη) με την παρουσία/το ύφος/τη φωνή (του). Μπορεί και ~εται στους υφισταμένους της. Ήταν ατίθασος, αλλά κατάφερε να του ~θεί (= να τον δαμάσει, να του πάρει τον αέρα).|| Μνημείο που ~εται στον χώρο με τον όγκο του.|| Δεν μπορείς να ~θείς στον εαυτό σου; Πβ. αυτοσυγκρατούμαι, έχω αυτοκυριαρχία. 2. νικώ, υπερισχύω (σε αγώνα): Επιβλήθηκε στον αντίπαλό του/(λόγ., + γεν.) των αντιπάλων του. Οι γηπεδούχοι ~θηκαν με τρία μηδέν. [< γαλλ. s΄ imposer] ● βλ. επιβεβλημένος [< αρχ. ἐπιβάλλω, γαλλ. imposer] | |
| 17501 | επιβάρυνση | [ἐπιβάρυνση] ε-πι-βά-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πρόσθετη χρέωση, οικονομικό βάρος: δημοσιονομική/οικονομική/φορολογική/χρηματική ~. ~ του κόστους/της τιμής του προϊόντος (πβ. αύξηση). ~ των καταναλωτών με επιπλέον έξοδα (πβ. καπέλο). Η εκπρόθεσμη εξόφληση λογαριασμού συνεπάγεται ~ με τόκους. Υπηρεσίες που προσφέρονται χωρίς άλλη/καμία ~. Με μια μικρή ~ ... ευρώ το δίκλινο γίνεται τρίκλινο. Κοινωνικές ~ύνσεις και βοηθήµατα. Καταβολή τελών και λοιπών ~ύνσεων. 2. επιδείνωση μιας κατάστασης, συνήθ. εξαιτίας της αύξησης ενός ποσού, της ανόδου ενός δείκτη: κυκλοφοριακή ~ του οδικού άξονα με χίλια αυτοκίνητα ανά ώρα. Περιβαλλοντική ~ του πλανήτη. ~ της ατμόσφαιρας από/με ρύπους. ~ του οργανισμού από την ακτινοβολία/τα φάρμακα. ~ της υγείας του ασθενή.|| Ψυχολογική ~ του παιδιού. Πβ. φόρτιση. ΑΝΤ. ξαλάφρωμα.|| ~ της θέσης της γυναίκας/του κατηγορουμένου. Πβ. χειροτέρευση. [< γαλλ. aggravation , γερμ. Belastung] | |
| 17502 | επιβαρυντικός | , ή, ό [ἐπιβαρυντικός] ε-πι-βα-ρυ-ντι-κός επίθ.: που επιβαρύνει, επιδεινώνει μια κατάσταση: παράγοντες ~οί για τον οργανισμό/την υγεία. Ουσίες ~ές για το περιβάλλον.|| (σε δίκη:) ~ή: κατάθεση. Δεν προέκυψαν ~ά στοιχεία για τους συλληφθέντες. Πβ. ενοχοποιητικός. ΑΝΤ. ελαφρυντικός (1) ● επίρρ.: επιβαρυντικά ● ΣΥΜΠΛ.: επιβαρυντική περίσταση/περίπτωση: ΝΟΜ. που αφορά τη διάπραξη ποινικά κολάσιμου αδικήματος, αυξάνει τον βαθμό ευθύνης ή ενοχής του κατηγορούμενου και επισύρει πιο αυστηρή ποινή: Τέλεση εγκλήματος από φυλετικό ή θρησκευτικό μίσος συνιστά ~ ~. [< γαλλ. circonstance aggravante] [< γαλλ. aggravant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ