| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 836 | αδικοπραξία | [ἀδικοπραξία] α-δι-κο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.) & αδικοπραγία: ΝΟΜ. παράνομη πράξη σε βάρος κάποιου ή πρόκληση ζημίας σε άλλον, με υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση: διεθνείς ~ες. Ευθύνη εξ ~ας. Τελέστηκε ~. Διαπράττω ~ (= αδίκημα). [< γαλλ. délit] | |
| 837 | άδικος | , η, ο [ἄδικος] ά-δι-κος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίκου} 1. που παραβιάζει το νομικό δίκαιο ή το γενικό περί δικαίου αίσθημα: ~ος: άνθρωπος/κανονισμός/κόσμος/κριτής (ΑΝΤ. (ακριβο)δίκαιος, αμερόληπτος)/νόμος/χαρακτηρισμός. ~η: απόφαση/δίωξη/επίθεση/κατηγορία/κριτική/µεταχείριση (πβ. άνιση, ανισότιμη. ΑΝΤ. δίκαιη, ίση, ισότιμη)/ποινή/πράξη/τιμωρία. ~α: κέρδη (: που αποκτήθηκαν παράνομα)/μέτρα. Μη γίνεσαι ~! Γιατί είσαι ~η απέναντί/μαζί μου; Θα ήμουν ~, αν έλεγα ότι δεν με στήριξε (πβ. αχάριστος).|| (ως ουσ.) Η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης αποθαρρύνει τους δικαίους και ενθαρρύνει τους αδίκους. 2. που δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: αγώνας. ~η: προσπάθεια/ταλαιπωρία. ΣΥΝ. μάταιος (1) 3. για κάτι δυσάρεστο που συνέβη σε κάποιον χωρίς να του αξίζει: ~ος: θάνατος. ~η: ήττα (ομάδας)/μοίρα. ~ο: τέλος. ~α: έξοδα. Ο ξαφνικός και ~ χαμός της μας συγκλόνισε. ● επίρρ.: άδικα & (λόγ.) αδίκως 1. με τρόπο άδικο, αντίθετο προς το δίκαιο: ~ βασανίστηκε/καταδικάστηκε. Έφυγε/χάθηκε ~ (= πέθανε, ΣΥΝ. πήγε άδικα). 2. αδικαιολόγητα, μάταια, ανώφελα, άσκοπα: ~ στενοχωριέμαι/χάνω τον καιρό μου. Έχει δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στο θέμα και όχι ~. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος βλ. κόπος ● ΦΡ.: άδικα των αδίκων (επιτατ.): πολύ άδικα: ~ ~ θρηνήσαμε τόσα θύματα., ήρξατο χειρών αδίκων (αρχαιοπρ.): διέπραξε πρώτος μια άδικη, μεμπτή, αξιόποινη πράξη., πάει άδικα: για πρόσ. που παθαίνει κάτι χωρίς να του αξίζει ή γενικότ. για κάτι που δεν αξιοποιείται, πηγαίνει χαμένο: Κρίμα νέο παιδί να πάει έτσι ~ (: να πεθάνει)!|| Δεν πήγε ~ η θυσία/προσπάθειά τους., (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, τελεί εν αδίκω βλ. τελώ, τζάμπα κι άδικα βλ. τζάμπα [< αρχ. ἄδικος] | |
| 839 | αδικοχαμένος | , η, ο [ἀδικοχαμένος] α-δι-κο-χα-μέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που έχασε τη ζωή του άδικα, πρόωρα, βίαια: ~ο: παλικάρι. ~ες: ζωές/ψυχές. | |
| 840 | αδικώ | [ἀδικῶ] α-δι-κώ ρ. (μτβ.) {αδικ-είς ..., -ώντας | αδίκ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. διαπράττω αδικία, παραβαίνω το δίκαιο: Τον ~ησαν (: τον έριξαν) τ' αδέρφια του στη μοιρασιά της περιουσίας. Δεν θέλω να ~ήσω (: να βλάψω) κανένα. Τα μικρά κόμματα ~ούνται (: ζημιώνονται) από το εκλογικό σύστημα. Αισθάνεται μονίμως ~ημένη (= ριγμένη). ~ημένος από τη φύση/τον ~ησε η φύση (: για άνθρωπο με σωματική ή πνευματική αναπηρία). 2. κρίνω άδικα: Οι δικαστές τον ~ησαν. Ήθελες κι εσύ να ξεσκάσεις, δεν σ' ~ (: έχεις δίκιο, δεν σε κατηγορώ, πβ. παρεξηγώ). Ο μεγάλος ~ημένος της απονομής των φετινών μουσικών βραβείων (πβ. χαμένος). 3. παρουσιάζω, καθιστώ, θεωρώ κάποιον ή κάτι κατώτερο ή χειρότερο από ό,τι είναι, μειώνω, υποτιμώ: ~είς τον εαυτό σου με τέτοιες επιλογές. Το κούρεμα/το ντύσιμο αυτό την ~εί (: δεν την κολακεύει). Το αποτέλεσμα ~εί κατάφωρα την ομάδα (: είναι πολύ κατώτερο της εμφάνισής/απόδοσής της).|| ~είται σ' αυτή τη δουλειά, αξίζει κάτι καλύτερο. [< 1: αρχ. ἀδικῶ 2,3: γαλλ. faire injustice] | |
| 841 | αδιοίκητος | , η, ο [ἀδιοίκητος ] α-δι-οί-κη-τος επίθ.: που δεν έχει διοίκηση, δεν διοικείται (συνήθ. σωστά): ~η: εταιρεία. ~ο: ίδρυμα. Ο οργανισμός λειτουργεί ~, χωρίς έλεγχο από κανέναν. Πβ. ακέφαλος, ακυβέρνητος. [< αρχ. ἀδιοίκητος] | |
| 842 | αδιόρατος | , η, ο [ἀδιόρατος] α-δι-ό-ρα-τος επίθ.: που φαίνεται αμυδρά, γίνεται αντιληπτός με δυσκολία: ~ος: φόβος. ~η: απειλή (βλ. αόρατος)/ειρωνεία/θλίψη/ρυτίδα (ΣΥΝ. δυσδιάκριτη). ~ο: χαμόγελο. ~ες: αλλαγές (ΣΥΝ. ανεπαίσθητες). Το μέλλον είναι ~ο (= αβέβαιο). ● επίρρ.: αδιόρατα [< μτγν. ἀδιόρατος ‘μη ορατός’, γαλλ. imperceptible] | |
| 843 | αδιόρθωτος | , η, ο [ἀδιόρθωτος] α-δι-όρ-θω-τος επίθ. 1. που δεν έχει διορθωθεί· σπανιότ. που δεν έχει επισκευαστεί: ~η: άσκηση/έκθεση. ~ο: γραπτό/διαγώνισμα. ~α: τυπογραφικά λάθη (ΑΝΤ. διορθωμένα).|| ~ο: μηχάνημα/ρολόι. 2. που παραμένει ίδιος, δεν διορθώνεται, δεν βελτιώνεται: ~ος: γυναικάς/τεμπέλης/ψεύτης (ΣΥΝ. αγιάτρευτος, αμετανόητος). Παραμένει αμετανόητα/πεισματικά/προκλητικά ~.|| (ως ουσ.) Άντε τώρα να διορθώσεις τα ~α! ● επίρρ.: αδιόρθωτα: Είναι ~ αισιόδοξος/αφελής/ρομαντικός (ΣΥΝ. αθεράπευτα). [< 1: αρχ. ἀδιόρθωτος 2: μτγν. ~, γαλλ. incorrigible] | |
| 844 | αδιοριστία | [ἀδιοριστία] α-δι-ο-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.): η κατάσταση του αδιόριστου: ~ των αποφοίτων των καθηγητικών σχολών. Βλ. επετηρίδα. | |
| 845 | αδιόριστος | , η, ο [ἀδιόριστος] α-δι-ό-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει διοριστεί, κυρ. σε δημόσια υπηρεσία: ~οι: εκπαιδευτικοί. ~οι επιτυχόντες στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. [< μτγν. ἀδιόριστος 'απροσδιόριστος'] | |
| 846 | αδιπικός | , ή, ό [ἀδιπικός] α-δι-πι-κός επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αδιπικό οξύ: ΧΗΜ. κορεσμένο οξύ που χρησιμοποιείται ως βασική πρώτη ύλη για πλαστικά, λιπαντικά και νάιλον. [< γαλλ. acide adipique] | |
| 847 | αδίστακτος | , η, ο [ἀδίστακτος ] α-δί-στα-κτος επίθ. & (προφ.) αδίσταχτος (αρνητ. συνυποδ.): που δεν έχει ηθικούς φραγμούς: ~ος: δημαγωγός/εγκληματίας/εκμεταλλευτής/κακοποιός/πολιτικός (ΣΥΝ. ανενδοίαστος)/τυχοδιώκτης. ~η: κερδοσκοπία/συμμορία. ~ο: κύκλωμα. ~οι: καταπατητές. Αμείλικτος/σκληρός/στυγνός και ~. ● επίρρ.: αδίστακτα & (προφ.) αδίσταχτα [< μτγν. ἀδίστακτος] | |
| 848 | αδιύλιστος | , η, ο [ἀδιύλιστος] α-δι-ύ-λι-στος επίθ.: που δεν έχει διυλιστεί, φιλτραριστεί: ~ο: νερό/πετρέλαιο. ~α: λάδια. ΣΥΝ. αφιλτράριστος (1) [< μτγν. ἀδιύλιστος, αγγλ. undistilled] | |
| 849 | αδίωκτος | , η, ο [ἀδίωκτος] α-δί-ω-κτος επίθ. (σπάν.-επίσ.): που δεν διώκεται (συνήθ. δικαστικά για τη διάπραξη αδικήματος): ~ από τη δικαιοσύνη. Οι δολοφόνοι έμειναν/παραμένουν ~οι και ατιμώρητοι.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των οφειλετών. Πβ. ακαταδίωκτος. [< μτγν. ἀδίωκτος] | |
| 850 | αδογμάτιστος | , η, ο [ἀδογμάτιστος] α-δογ-μά-τι-στος επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από δογματισμό: ~ος: διάλογος/πολιτικός/στοχαστής. ~η: διδασκαλία/θέση/κριτική. ~ο: πνεύμα. ~ και αφανάτιστος. ΑΝΤ. δογματικός (1) ● επίρρ.: αδογμάτιστα [< μεσν. αδογμάτιστος] | |
| 851 | αδόκητος | , η, ο [ἀδόκητος] α-δό-κη-τος επίθ. (επίσ.): (για κάτι αρνητικό, κυρ. για θάνατο) που δεν ήταν αναμενόμενος, που συμβαίνει ξαφνικά: ~ος: χαμός. ~η: απώλεια/εισβολή/συμφορά. ~ο: χτύπημα (της μοίρας). ΣΥΝ. απροσδόκητος ● επίρρ.: αδόκητα & (λόγ.) αδοκήτως [< αρχ. ἀδόκητος] | |
| 852 | αδοκίμαστος | , η, ο [ἀδοκίμαστος] α-δο-κί-μα-στος επίθ. 1. που δεν έχει δοκιμαστεί, ελεγχθεί, εξεταστεί: ~η: μέθοδος/συσκευή. ~ο: αυτοκίνητο/ρούχο/φάρμακο. ΑΝΤ. δοκιμασμένος. 2. (σπάν.) που δεν έχει υποστεί δοκιμασίες, ταλαιπωρίες, βάσανα: ~ από τη ζωή. Άπειρος και ~. [< αρχ. ἀδοκίμαστος] | |
| 853 | αδόκιμος | , η, ο [ἀδόκιμος] α-δό-κι-μος επίθ. (λόγ.) 1. που αποκλίνει από τα καθιερωμένα, δεν θεωρείται σωστός: ~ος: νεολογισμός/όρος/τύπος (: διδάσκοντας αντί διδάσκων). ~η: διατύπωση (: αντιβαίνει τους νόμους)/έκφραση/λέξη (λ.χ. αδειανοσύνη)/μετάφραση (π.χ. χημική μηχανική)/χρήση. ~ο: ύφος. ΑΝΤ. δόκιμος (2), καθιερωμένος (1) 2. που δεν έχει καθιερωθεί: ~ος: συγγραφέας (ΑΝΤ. αναγνωρισμένος, καθιερωμένος). [< αρχ. ἀδόκιμος ‘αβάσιμος, αναξιόπιστος (για επιχείρημα)] | |
| 854 | αδολεσχία | [ἀδολεσχία] α-δο-λε-σχί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): φλυαρία, πολυλογία: ακατάσχετη/δημαγωγική ~. Φληναφήματα και ~ες. Πβ. αμετροέπεια, βερμπαλισμός, παπαρδέλα. [< αρχ. ἀδολεσχία] | |
| 855 | άδολος | , η, ο [ἄδολος] ά-δο-λος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει δόλο, πονηριά, αγνός, γνήσιος: ~ος: θαυμασμός/λυρισμός/χαρακτήρας (ΣΥΝ. αγαθός, αθώος, άκακος. ΑΝΤ. δολερός, δόλιος, πονηρός). ~η: αγάπη (πβ. ανυστερόβουλη)/καρδιά/φιλία/ψυχή. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: προθέσεις. ~α: αισθήματα/ιδανικά/κίνητρα. Αθώα και ~α (: απονήρευτα) παιδιά. ● επίρρ.: άδολα [< αρχ. ἄδολος] | |
| 857 | αδόξαστος | [ἀδόξαστος] α-δό-ξα-στος ουσ. (αρσ.) {μόνο στην αιτ. εν.}: διάβολος (ως ανάξιος να δοξάζεται, να εξυμνείται): (προφ.-υβριστ.) Τον ~ό σου (= τον διάολό σου)! Κυρ. στις ● ΦΡ.: μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία (προφ.): (κάποιος/κάτι) με βασάνισε, ταλαιπώρησε, εξουθένωσε: Μου έβγαλε τον ~/την πίστη, μέχρι να το φτιάξω. (απειλητ.) Θα τον στρώσω στη δουλειά και θα του αλλάξω τον ~! ΣΥΝ. μου άλλαξε τα φώτα, τραβώ τον αδόξαστο (σπάν.): βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι υπερβολικά. ΣΥΝ. τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου [< αρχ. ἀδόξαστος 'βέβαιος'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ