Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18380-18400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17503επιβαρύνω[ἐπιβαρύνω] ε-πι-βα-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {επιβάρ-υνε, -ύνθηκε, -υνθεί, -υμένος (λογιότ. επιβεβαρυμένος) κ. (εσφαλμ.) -ημένος, επιβαρύν-οντας} (λόγ.) 1. επιβάλλω σε κάποιον ή κάτι πρόσθετες, κυρ. οικονομικές, υποχρεώσεις: Τον ~ει οικονομικά. Οι αυξήσεις στα προϊόντα ~ουν τα χαμηλά εισοδήματα. Δαπάνες που ~ουν τον προϋπολογισμό. Για πόσο ακόμη θα ~εις τους γονείς σου (= γίνεσαι βάρος· ΑΝΤ. ξαλαφρώνω); Τα έξοδα δικηγόρου τα ~εσαι εσύ (= αναλαμβάνεις, επιφορτίζεσαι, χρεώνεσαι). Αγαθά/τιμές που ~ονται με ΦΠΑ (: αυξάνεται το κόστος). Ο καθένας θα ~υνθεί με εκατό ευρώ επιπλέον. Νοικοκυριά ~υμένα με χρέη. Πβ. βαραίνω. ΑΝΤ. ελαφρύνω 2. φορτώνω· επιδεινώνω: Η ανθρώπινη δραστηριότητα ~ει την ατμόσφαιρα/το περιβάλλον/τον πλανήτη. Απόβλητα ~υμένα με βαρέα μέταλλα. Το πρόγραμμα ~ύνθηκε από έκτακτα μαθήματα.|| Το κάπνισμα ~ει την υγεία. Τροφές που δεν μας ~ουν με θερμίδες. Ασθενείς με ~υμένο ιατρικό ιστορικό. ~υμένος: οργανισμός.|| Δεν ήθελα να σας ~ με τα δικά μου προβλήματα (πβ. ενοχλώ). Συναισθηματικά ~υμένος. Πβ. φορτίζω.|| Όσο μιλάς/ό,τι και να πεις, ~εις τη θέση σου. Πβ. δυσκολεύω, δυσχεραίνω, χειροτερεύω. [< μτγν. ἐπιβαρύνω, γαλλ. aggraver, γερμ. belasten]
17504επιβατάμαξα[ἐπιβατάμαξα] ε-πι-βα-τά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ., παλαιότ.): σιδηροδρομικό όχημα μεταφοράς επιβατών· επιβατική αμαξοστοιχία. Βλ. βαγκόν-λι, φορτάμαξα.
17505επιβατηγός, ός, ό [ἐπιβατηγός] ε-πι-βα-τη-γός επίθ. (επίσ.): επιβατικός: ~ός: ναυτιλία. ~ό: (αερο)σκάφος/αυτοκίνητο/πλοίο. ● Ουσ.: επιβατηγό (το): όχημα, συνήθ. πλοίο, που μεταφέρει επιβάτες, σε αντιδιαστολή με το εμπορικό ή το φορτηγό: ~-οχηματαγωγό. Πβ. φεριμπότ. [< μτγν. ἐπιβατηγός (ναῦς) ‘πλοίο που μεταφέρει στρατεύματα’]
17506επιβάτης[ἐπιβάτης] ε-πι-βά-της ουσ. (αρσ.) {επιβατ-ών} , επιβάτιδα & επιβάτισσα & (λόγ.) επιβάτις (η): πρόσωπο που ταξιδεύει με μεταφορικό μέσο χωρίς να το οδηγεί ή να αποτελεί μέλος του πληρώματος: οι ~ες του πλοίου/τρένου. Η ασφάλεια/προστασία των ~ών. Ο θάλαμος των ~ών (: σε αεροπλάνο, αυτοκίνητο· βλ. πιλοτήριο). Μεγάλοι χώροι για ~ες και αποσκευές. Βλ. λαθρ~, συν~, οδηγός, ταξιδιώτης. [< μτγν. ἐπιβάτης]
17507επιβατικός, ή, ό [ἐπιβατικός] ε-πι-βα-τι-κός επίθ.: που μεταφέρει επιβάτες· που προορίζεται για αυτούς ή σχετίζεται μαζί τους: ~ή: αμαξοστοιχία (= επιβατάμαξα). ~ό: αεροπλάνο. ~ά και εμπορικά/φορτηγά πλοία. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. αυτοκίνητα).|| ~οί και εμπορευματικοί λιµένες/σταθμοί. ΣΥΝ. επιβατηγός.|| ~ή: κίνηση/πτήση. ~ές: μεταφορές. ● ΣΥΜΠΛ.: επιβατικό κοινό (περιληπτ.): οι επιβάτες: το ~ ~ του μετρό. Η ασφάλεια/εξυπηρέτηση του ~ού ~ού. [< πβ. μτγν. ἐπιβατικός ‘σχετικός με πολεμιστή σε πλοίο’, αγγλ. passenger]
17508επιβεβαιώνω[ἐπιβεβαιώνω] ε-πι-βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {επιβεβαίω-σα, -θηκα, -θεί, -μένος, επιβεβαιών-οντας}: αποδεικνύω, βεβαιώνω ότι κάτι είναι αληθές, σίγουρο ή ότι πράγματι ισχύει: Τα αποτελέσματα ~ουν ότι ... Η υπουργός με δήλωσή της ~σε την ακρίβεια του ρεπορτάζ. Θεωρία που δεν ~εται στην πράξη/επιστημονικά. Τα στοιχεία ~θηκαν επισήμως/με πείραμα. Οι προβλέψεις/φήμες ~θηκαν (: βγήκαν αληθινές). ~μένα και αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα. Μη ~μένες πληροφορίες (= ανεπιβεβαίωτες). Πβ. εξακριβώνω, επαληθεύω, πιστοποιώ.|| Οι εξελίξεις με ~σαν (τελικά). Δυστυχώς, ~θηκα για ακόμα μία φορά (: είχα δίκιο). ΑΝΤ. διαψεύδω (1) ● Παθ.: επιβεβαιώνομαι: αντλώ αυτοπεποίθηση μέσω της αναγνώρισης της αξίας μου, αυτοεπιβεβαιώνομαι: Κάνει σχέσεις μόνο και μόνο για να ~εται (ως άνδρας/ως γυναίκα).|| (στην ενεργ. φωνή) Θέλει κάποιον, για να τον ~ει διαρκώς. ΑΝΤ. μειώνω, υποβιβάζω. ● ΦΡ.: η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα βλ. εξαίρεση [< αρχ. ἐπιβεβαιῶ]
17509επιβεβαίωση[ἐπιβεβαίωση] ε-πι-βε-βαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβεβαιώνω: γραπτή/έγγραφη ~ (μιας συναλλαγής). Έμπρακτη ~. Εμπειρική/πειραματική ~ (ενός νόμου). ~ ενός ισχυρισμού/μιας υποψίας. ~ της αρχικής διάγνωσης. ~ παράδοσης παραγγελίας. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κωδικού/συνθηματικού (: με την εκ νέου αναγραφή του). Συλλογή στοιχείων με επανειλημμένες διασταυρώσεις και ~ώσεις. Θα επικοινωνήσουμε για ~ της κράτησής σας. Πβ. εξακρίβωση, πιστοποίηση. Βλ. τεκμηρίωση. ΣΥΝ. επαλήθευση ΑΝΤ. διάψευση (1) 2. αναγνώριση της αξίας που έχει κάτι ή κάποιος: βρίσκει την καλύτερη/πλήρη ~. ανάγκη για ~ του ανδρισμού/εγώ τους. Δεν ζητάω/δεν χρειάζομαι ~ από τους άλλους. Βλ. αυτο~.|| Η εμπιστοσύνη των πελατών είναι η ~ της δουλειάς μας. ΑΝΤ. μείωση (2), υποβιβασμός (2) [< αρχ. ἐπιβεβαίωσις, γαλλ. confirmation]
17510επιβεβαιωτικός, ή, ό [ἐπιβεβαιωτικός] ε-πι-βε-βαι-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που επιβεβαιώνει κάτι: ~ή: αίτηση/επιστολή. ~ό: ιμέιλ. [< γαλλ. confirmatif]
17511επιβεβαρυμένος, η, ο βλ. επιβαρύνω
17512επιβεβλημένος, η, ο [ἐπιβεβλημένος] ε-πι-βε-βλη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που επιβάλλεται, απαραίτητος, αναγκαίος: ~ος: (ο) διάλογος. ~η: απάντηση/απόφαση. ~ο: καθήκον. ~ες: (οι) αλλαγές/(οι) αυξήσεις. ~α: μέτρα. Ενέργειες ~ες από τις ιστορικές συνθήκες. Θεώρησα/έκρινα ~η την παρέμβασή μου. Είναι ~ο (= πρέπει) να ... ΣΥΝ. επιτακτικός (1), υποχρεωτικός (1) ● βλ. επιβάλλω [< ἐπιβεβλημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐπιβάλλω, γαλλ. imposé]
17513επιβήτορας[ἐπιβήτορας] ε-πι-βή-το-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΤ. αρσενικό ζώο, συνήθ. άλογο ή ταύρος, που χρησιμοποιείται κυρ. για αναπαραγωγή. Βλ. -τορας. 2. (συνήθ. ειρων.) άντρας που (φημολογείται ότι) έχει μεγάλες σεξουαλικές επιδόσεις. Πβ. γαμιάς. ● ΦΡ.: επιβήτορες της εξουσίας (μτφ.): που την καταχρώνται. [< 1: αρχ. ἐπιβήτωρ]
17514επιβιβάζω[ἐπιβιβάζω] ε-πι-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {επιβίβα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, επιβιβάζ-οντας} (επίσ.): ανεβάζω επιβάτη σε μέσο μεταφοράς: Ο οδηγός ~σε τον πελάτη στο ταξί. ~σαν τους αλλοδαπούς/λαθρομετανάστες/ομήρους στο σκάφος.|| (σπάν.-καταχρ.) Το λεωφορείο ~σε είκοσι άτομα. ΑΝΤ. αποβιβάζω (1) ● Παθ.: επιβιβάζομαι: ανεβαίνω, μπαίνω σε μέσο μεταφοράς: Οι ταξιδιώτες ~ονται στο πλοίο. Οι δράστες ~στηκαν σε μοτοσικλέτα και τράπηκαν σε φυγή. ~στηκε στο μετρό/πούλμαν/τρένο. Βλ. μετεπιβιβάζομαι. [< αρχ. ἐπιβιβάζω, γαλλ. embarquer]
17515επιβίβαση[ἐπιβίβαση] ε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανέβασμα σε μεταφορικό μέσο: ~ των επιβατών και φόρτωση των αποσκευών. ~ στο αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο/τρένο. Κάρτα/πύλη/σταθμός/χώρος (βλ. αποβάθρα, στάση)/ώρα ~ης. Βλ. απο~, λαθρ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατάσταση ~ης (: έγγραφο που χορηγείται σε οπλίτες για δωρεάν μετακίνηση με όλα τα συγκοινωνιακά μέσα). ΑΝΤ. αποβίβαση [< μεσν. επιβίβασις, γαλλ. embarquement]
17516επιβιώματα[ἐπιβιώματα] ε-πι-βι-ώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. επιβίωμα}: επιβιώσεις: ~ αρχαίων εθίμων.
17517επιβιώνω[ἐπιβιώνω] ε-πι-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {επιβίω-σα, επιβιών-οντας} 1. καταφέρνω να μείνω ζωντανός παρόλες τις αντιξοότητες: Φυτό που ~ει στην ξηρασία. Μπόρεσε να ~σει χωρίς νερό και τροφή για τρεις μέρες/κάτω από τα συντρίμμια. Πβ. επιζώ, συντηρούμαι. Βλ. διαβιώνω. 2. (μτφ.) αντέχω ξεπερνώντας μεγάλες δυσκολίες: Έχω μάθει/ξέρω να ~ χωρίς βοήθεια. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ~ουν δύσκολα. Πβ. επιπλέω.επιβιώνει (μτφ.): συνεχίζει να υπάρχει: Γλώσσα/έθιμο/παράδοση που ~ μέχρι τις μέρες μας (= διασώζεται, διατηρείται). [< 1: αρχ. ἐπιβιῶ, γαλλ. survivre, αγγλ. survive]
17518επιβίωση[ἐπιβίωση] ε-πι-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβιώνω: ~ κάτω από τα χαλάσματα. Ποσοστό/χρόνος ~ης των καρκινοπαθών. Πιθανότητες ~ης από αεροπορικό δυστύχημα. || Είδη/εξοπλισμός/κιτ/σετ ~ης. Βλ. διαβίωση.|| (μτφ.) Eθνική ~. ~ της γλώσσας/της οικονομίας. ~ των καταστημάτων (από την κρίση). Τρόποι ~ης. Αγώνας/μάχη για (την) ~.|| ~ αρχαίων δοξασιών/μύθων/παραδόσεων.επιβιώσεις (οι): πολιτισμικά στοιχεία (κυρ. έθιμα, παραδόσεις, δοξασίες, νοοτροπίες) που προέρχονται από παλαιότερες εποχές και διατηρούνται έως σήμερα, κατάλοιπα: οι ~ του λαϊκού πολιτισμού στη σύγχρονη κοινωνία. Πβ. απομεινάρι, λείψανο, υπόλειμμα. ΣΥΝ. επιβιώματα [< αγγλ. survivals] ● ΣΥΜΠΛ.: ένστικτο (της) αυτοσυντήρησης/επιβίωσης βλ. αυτοσυντήρηση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος [< μεσν. επιβίωσις, γαλλ. survie. Βλ. αγγλ. survival kit]
17519επιβιώσιμος[ἐπιβιώσιμος] ε-πι-βι-ώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να επιβιώσει: ~ος: ιός. ~ή: λύση. Η κλιματική αλλαγή πρέπει να διατηρηθεί σε επιβιώσιμα επίπεδα. [< αγγλ. survivable, 1955
17520επιβιωσιμότητα[ἐπιβιωσιμότητα] ε-πι-βι-ω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα αντοχής, δυνατότητα επιβίωσης: ~ δικτύων/πλοίων/σκαφών. Ελικόπτερα με μεγάλη ~ σε περιβάλλον μάχης. Αεροσκάφη με υψηλό ποσοστό ~ας. || ~ των ιών. Πβ. ανθεκτικότητα. [< αγγλ. survivability]
17521επιβλαβής, ής, ές [ἐπιβλαβής] ε-πι-βλα-βής επίθ. {επιβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή) | επιβλαβέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): βλαβερός, ζημιογόνος: ~ής: έκθεση (σε ακτινοβολία)/ουσία (= επικίνδυνη). ~είς: επιδράσεις/επιπτώσεις/συνέπειες. ~ή: έντομα. Διατροφή ~ για την υγεία. Τα ~ή αποτελέσματα του καπνίσματος. Πβ. φθοροποιός. ΣΥΝ. επιζήμιος ΑΝΤ. αβλαβής (1), επωφελής ● επίρρ.: επιβλαβώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπιβλαβής]
17522επιβλέπω[ἐπιβλέπω] ε-πι-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {επέβλε-ψε, επιβλέπ-οντας}: παρακολουθώ και κατευθύνω την εκτέλεση ενός έργου ή γενικότ. μιας διαδικασίας, ώστε να ελέγχω αν γίνεται σωστά, με ασφάλεια: Η επιτροπή που ~ει την εφαρμογή του κανονισμού. Υπηρεσίες που ~ουν αν τηρούνται οι διατάξεις. Οι βρεφοκόμοι ~ουν τα παιδιά την ώρα του παιχνιδιού. Η εκπόνηση της διατριβής ~εται από τριμελή επιτροπή. Πβ. διευθύνω, επιστατώ, επιτηρώ, εποπτεύω, προσέχω. [< αρχ. ἐπιβλέπω ‘κοιτάζω προσεκτικά, εξετάζω’, γαλλ. surveiller, αγγλ. supervise]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.