| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17523 | επιβλέπων | , ουσα, ον [ἐπιβλέπων] ε-πι-βλέ-πων επίθ. {επιβλέπ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που επιβλέπει: ~ων: μηχανικός. ~ουσα: ο επιβλέπων της διατριβής. Αρχή/υπηρεσία. ~ σε δημόσια έργα. ● ΣΥΜΠΛ.: επιβλέπων (καθηγητής): καθηγητής πανεπιστημίου που επιβλέπει την εκπόνηση συνήθ. διδακτορικής διατριβής και σπανιότ. διπλωματικής ή άλλης εργασίας: Το θέμα της πτυχιακής καθορίζεται σε συνεργασία με τον ~οντα ~ή. [< αρχ. ἐπιβλέπων, γαλλ. superviseur, αγγλ. supervisor] | |
| 17524 | επίβλεψη | [ἐπίβλεψη] ε-πί-βλε-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβλέπω: ~ των εργασιών. ~ της διατριβής/διπλωματικής (βλ. επιβλέπων καθηγητής). ~ της υγείας των εργαζομένων (βλ. ιατρική της εργασίας). Υγειονομική ~ εγκατάστασης. Παιδιά χωρίς γονική ~ (πβ. κηδεμονία). Τεχνικό γραφείο μελετών-~έψεων-κατασκευών. Ποιος έχει τη γενική ~ (βλ. πρόσταγμα); Το έργο βρίσκεται/(λόγ.) τελεί υπό/κάτω από την (αυστηρή/επιστημονική/στενή) ~ του ... Πβ. επιστασία, επιτήρηση, εποπτεία. Βλ. συντονισμός, τηλ~. [< πβ. αρχ. ἐπίβλεψις ‘κοίταγμα, όψη, παρατήρηση’, γαλλ. surveillance] | |
| 17525 | επιβλήθηκα | βλ. επιβάλλω | |
| 17526 | επιβλητικός | , ή, ό [ἐπιβλητικός ] ε-πι-βλη-τι-κός επίθ. : που προκαλεί δέος χάρη στο μέγεθος, τη δύναμη ή τη μεγαλοπρέπειά του: ~ός: ανδριάντας/ναός. ~ή: θέα/μορφή/τελετή/φυσιογνωμία. ~ό: θέαμα/κτίριο/μνημείο/παράστημα/ύφος. ~ές: διαστάσεις. ~ά: τείχη. Θεόρατα και ~ά βουνά. Καλλιτέχνης με ~ή παρουσία στη σκηνή. Ισχυρή και ~ή προσωπικότητα. Πβ. εντυπωσιακός, μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής.|| (για αθλητή ή ομάδα) ~ή: εμφάνιση/νίκη με 4-0. ● επίρρ.: επιβλητικά [< μτγν. ἐπιβλητικός ‘αυτός που προσηλώνεται (για να επιβληθεί)’, γαλλ. imposant] | |
| 17527 | επιβλητικότητα | [ἐπιβλητικότητα] ε-πι-βλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιβλητικού: η ~ του μνημείου/τοπίου. Πβ. αίγλη, λαμπρότητα, μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια. Βλ. -ότητα. | |
| 17528 | επιβοηθητικός | , ή, ό [ἐπιβοηθητικός] ε-πι-βο-η-θη-τι-κός επίθ.: που λειτουργεί συμπληρωματικά και βοηθητικά: ~ός: παράγοντας/ρόλος. ~ές: παρατηρήσεις/πληροφορίες. Πβ. υποβοηθητικός, επικουρικός. ● επίρρ.: επιβοηθητικά | |
| 17529 | επιβοηθώ | [ἐπιβοηθῶ] ε-πι-βο-η-θώ ρ. (μτβ.) {επιβοηθείς ... | επιβοήθ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή} (λόγ.): προσφέρω πρόσθετη, συμπληρωματική βοήθεια: Μάθηση που ~είται από υπολογιστές. Πβ. (υπο)βοηθώ, επικουρώ. [< αρχ. ἐπιβοηθῶ] | |
| 17530 | επιβολή | [ἐπιβολή] ε-πι-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. εξαναγκασμός κάποιου να αποδεχτεί κάτι ανεπιθύμητο ή υποχρεωτικό: ~ της άποψης της πλειοψηφίας/θέλησης του δυνατού.|| ~ κυρώσεων/μέτρων/ποινών/προστίμων/φόρων. Πβ. κυριάρχηση, ορισμός. 2. εγκαθίδρυση καθεστώτος αυθαίρετα ή με τη βία· εδραίωση κατάστασης: ~ δικτατορίας.|| ~ της πειθαρχίας/τάξης. 3. επιρροή κάποιου λόγω αξιώματος ή κύρους. Πβ. επιβλητικότητα. [< πβ. αρχ. ἐπιβολή ‘ρίξιμο επάνω, πρόστιμο, φόρος’, γαλλ. imposition] | |
| 17531 | επιβουλεύομαι | [ἐπιβουλεύομαι] ε-πι-βου-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {επιβουλεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): κάνω ύπουλες σκέψεις για να βλάψω κάποιον ή να οικειοποιηθώ κάτι που του ανήκει: Κανείς δεν έχει δικαίωμα να ~εται τη ζωή των συνανθρώπων του. Χώρα που ~εται την ακεραιότητα/την ελευθερία άλλης. Συμφέροντα που ~ονται τις δασικές εκτάσεις/την περιουσία μας (πβ. σφετερίζομαι). Τον ~ονται οι συνεργάτες του (πβ. υπονομεύω, υποσκάπτω). Πβ. μηχανορραφώ. [< αρχ. ἐπιβουλεύω] | |
| 17532 | επιβουλή | [ἐπιβουλή] ε-πι-βου-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβουλεύομαι: ξένη ~. ~ της ανεξαρτησίας του Τύπου/ζωής. Προάσπιση της δημοκρατίας/χώρας από κάθε ~. Πβ. μηχανορραφία, σφετερισμός, υπονόμευση. [< αρχ. ἐπιβουλή] | |
| 17533 | επίβουλος | , η, ο [ἐπίβουλος] ε-πί-βου-λος επίθ. (λόγ.): που έχει πρόθεση επιβουλής, ύπουλος: ~ος: εχθρός. ~ο: σχέδιο. ~ες: σκέψεις. Πβ. δόλιος, πανούργος. ● επίρρ.: επίβουλα [< αρχ. ἐπίβουλος] | |
| 17534 | επιβράβευση | [ἐπιβράβευση] ε-πι-βρά-βευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβραβεύω· συνεκδ. η ίδια η ανταμοιβή, υλική ή μη: δίκαιη/επάξια/ηθική (βλ. βραβείο, έπαινος, μετάλλιο)/οικονομική (βλ. αμοιβή, μπόνους, πριμ) ~. ~ της καλής δουλειάς/των κόπων του. ~ για τον αγώνα/τις προσπάθειές του. ~ των αριστούχων μαθητών/για τους κορυφαίους αθλητές. Δέχτηκε/έλαβε/του αξίζει ~ για τις επιδόσεις του. Πβ. αναγνώριση, δικαίωση. | |
| 17535 | επιβραβεύσιμος | , η, ο [ἐπιβραβεύσιμος] ε-πι-βρα-βεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να επιβραβευτεί: ~η: πράξη. Βλ. -ιμος. | |
| 17536 | επιβραβεύω | [ἐπιβραβεύω] ε-πι-βρα-βεύ-ω ρ. (μτβ.) {επιβράβευ-σα, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας, (σπάν.) -όμενος, -μένος}: προσφέρω ηθική ή υλική ανταμοιβή σε κάποιον, ως αναγνώριση της αξίας ή της προσπάθειάς του: ~τηκε για τους βαθμούς του με έπαινο (: για μαθητή)/για τις επιδόσεις του με μετάλλιο (: για αθλητή)/για την αποδοτικότητά του με πριμ (: για εργαζόμενο). [< μεσν. επιβραβεύω] | |
| 17537 | επιβράδυνση | [ἐπιβράδυνση] ε-πι-βρά-δυν-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. επιτάχυνση 1. ΦΥΣ. σταδιακή μείωση της ταχύτητας κινούμενου σώματος: ~ του αυτοκινήτου. Βλ. πέδηση, φρενάρισμα. 2. (μτφ.) ελάττωση του ρυθμού· ειδικότ. καθυστέρηση: οικονομική/σημαντική/σκόπιμη ~. ~ της ανάπτυξης/της διαδικασίας/της παραγωγής/των πωλήσεων. Πβ. τρενάρισμα. Βλ. ρελαντί. || (ΙΑΤΡ.) ~ των (νοητικών) λειτουργιών. Βλ. μαλάκυνση του εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< γαλλ. ralentissement] | |
| 17538 | επιβραδυντής | [ἐπιβραδυντής] ε-πι-βρα-δυ-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ουσία που χρησιμοποιείται για να μειώσει την ταχύτητα χημικής αντίδρασης. Βλ. καταλύτης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ καύσης/φλόγας (ΣΥΝ. επιβραδυντικό). ~ πήξης σκυροδέματος. ΑΝΤ. επιταχυντής (2) 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. σώμα (νερό, βαρύ ύδωρ ή γραφίτης) που επιτρέπει τον έλεγχο των αλυσιδωτών αντιδράσεων μέσα σε πυρηνικό αντιδραστήρα, επιβραδύνοντας τα γρήγορα νετρόνια τα οποία παράγονται από αντίδραση σχάσης. [< γαλλ. retardateur] | |
| 17539 | επιβραδυντικός | , ή, ό [ἐπιβραδυντικός] ε-πι-βρα-δυ-ντι-κός επίθ.: που προκαλεί επιβράδυνση, συνήθ. χημικής αντίδρασης: (για έλεγχο και περιορισμό της φωτιάς:) ~ός: αφρός. ~ό: υγρό/υλικό.|| (σπανιότ. μτφ.) ~ός: παράγοντας (στην/για την επίτευξη συµφωνίας). ΑΝΤ. επιταχυντικός ● Ουσ.: επιβραδυντικό (το): επιβραδυντής: ~ φλόγας. ● επίρρ.: επιβραδυντικά [< γαλλ. retardateur] | |
| 17540 | επιβραδύνω | [ἐπιβραδύνω] ε-πι-βρα-δύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιβράδυ-να, επιβραδύ-νθηκε, -νθεί, επιβραδύν-οντας, -όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} ΑΝΤ. επιταχύνω 1. ελαττώνω την ταχύτητα: ~ το βήμα μου. Η ακινησία ~ει την κυκλοφορία του αίματος.|| ~όμενη: κίνηση. Το προπορευόμενο όχημα ~ει ή φρενάρει (πβ. κόβω ταχύτητα). ~ετε σταδιακά. ΣΥΝ. βραδύνω (1) 2. (μτφ.) μειώνω τον ρυθμό: Η άσκηση ~ει τη γήρανση. Φάρμακο που ~ει την εξέλιξη της ασθένειας (πβ. τρενάρω). ~νθηκε η ανάπτυξη της αγοράς/η κάμψη των εξαγωγών/η οικονομική δραστηριότητα/η παραγωγή. ~νθηκαν οι διαδικασίες/οι συναλλαγές. Πβ. καθυστερώ. ΑΝΤ. επισπεύδω [< μτγν. ἐπιβραδύνω, γαλλ. ralentir, retarder] | |
| 17541 | επιγαμία | [ἐπιγαμία] ε-πι-γα-μί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. γάμος ανάμεσα σε μέλη διαφορετικών ομάδων (φυλετικών, εθνικών, θρησκευτικών): απαγόρευση/σχέσεις ~ας. Πολιτισμικές μίξεις και ~ες. Βλ. ενδο-, εξω-γαμία, επιμιξία. [< αρχ. ἐπιγαμία] | |
| 17542 | επιγαστρικός | , ή, ό [ἐπιγαστρικός] ε-πι-γα-στρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το επιγάστριο: ~ός: πόνος. ~ή: δυσφορία/κήλη. ~ό: άλγος. Βλ. γαστρικός. ΣΥΝ. επιγάστριος [< γαλλ. épigastrique, αγγλ. epigastric] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ