Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18420-18440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17543επιγάστριο[ἐπιγάστριο] ε-πι-γά-στρι-ο ουσ. (ουδ.) {επιγαστρί-ου}: ΑΝΑΤ. το άνω κεντρικό μέρος της κοιλιάς, κάτω από το στέρνο: πόνος στο ~. Βλ. υπογάστριο. [< μτγν. ἐπιγάστριον]
17544επιγάστριος, α, ο [ἐπιγάστριος] ε-πι-γά-στρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. επιγαστρικός. [< μτγν. ἐπιγάστριος]
17545επίγειος, α, ο [ἐπίγειος] ε-πί-γει-ος επίθ. 1. που βρίσκεται ή συμβαίνει στην επιφάνεια της Γης, του εδάφους: ~ος: δέκτης/σταθμός. ~α: γραμμή/εξυπηρέτηση/κεραία/(ψηφιακή) τηλεόραση. ~ο: σήμα/τηλεσκόπιο. ~α: συστήματα (επικοινωνίας). ~α μέσα μεταφοράς. Βλ. δορυφορικός.|| (ΒΟΤ.) Το ~ο τμήμα του αγωγού/του φυτού. Πβ. υπέργειος. Βλ. -γειος. ΑΝΤ. υπόγειος (1) 2. που αναφέρεται στον υλικό, αισθητό κόσμο, σε αντιδιαστολή με τον πνευματικό ή τον μεταθανάτιο: η ~α ζωή. Τα ~α αγαθά. Πβ. γήινος, εγκόσμιος.|| (μτφ.) ~ος: άγγελος/θεός/παράδεισος. ΑΝΤ. επουράνιος [< αρχ. ἐπίγειος, 1: γαλλ. épigé]
17546επιγενετική[ἐπιγενετική] ε-πι-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μελέτη των μηχανισμών που εμπλέκονται στη δημιουργία της φαινοτυπικής πολυπλοκότητας κατά τη μορφογένεση: ~ καρκίνου/χρόνιων ασθενειών. [< αγγλ. epigenetics, 1942, γαλλ. épigénétique, γερμ. Epigenetik]
17547επιγενετικός, ή, ό [ἐπιγενετικός] ε-πι-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που προκαλεί γενετικές μεταλλάξεις: ~ός: μηχανισμός. ~οί: παράγοντες (= στοιχεία του περιβάλλοντος που επιδρούν στη λειτουργία των γονιδίων). ~ές: αλλαγές. [< γαλλ. épigénétique, αγγλ. epigenetic]
17548επιγέννημα[ἐπιγέννημα] ε-πι-γέν-νη-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επακόλουθο, απόρροια: Η ανεργία αποτελεί ~ της οικονομικής δυσχέρειας της χώρας. Πβ. συνέπεια. [< μτγν. ἐπιγέννημα]
17549επιγενόμενος, η, ο [ἐπιγενόμενος] ε-πι-γε-νό-με-νος επίθ. (επίσ.): που συμβαίνει μετά από κάτι άλλο, που ακολουθεί χρονικά: ~η: απώλεια/πάθηση. ~ες: αλλαγές/πράξεις. Αρχική και ~η ζημία. Τέκνα που νομιμοποιήθηκαν με ~ο γάμο. Πβ. μεταγενέστερος, υστερογενής. ● Ουσ.: επιγενόμενα (τα) (λόγ.): τα επακόλουθα: ~ της μεγάλης κρίσης., επιγενόμενοι (οι): (λόγ.) οι επόμενες γενιές: παράδειγμα/παρακαταθήκη για τους ~μένους. Χρέος έναντι των ~μένων. Πβ. απόγονος. [< αρχ. οἱ ἐπιγενόμενοι] [< αρχ. ἐπιγενόμενος]
17550επίγευση[ἐπίγευση] ε-πί-γευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η γευστική εντύπωση μετά την κατάποση ποτού (κυρ. κρασιού) ή τροφίμου: απαλή/αρωματική/γλυκιά/δυνατή/έντονη/μακρά (: με διάρκεια)/μέτρια/σύντομη/φρουτώδης ~.|| (μτφ.) Ταινία που αφήνει μια γλυκόπικρη ~ (: αίσθηση, γεύση). [< γαλλ. arrière-goût]
17551επιγλωττίδα[ἐπιγλωττίδα] ε-πι-γλωτ-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. τριγωνική χόνδρινη δομή που φράζει το άνω στόμιο του λάρυγγα και τον προφυλάσσει κατά την κατάποση: Η ~ εμποδίζει τις τροφές να περάσουν στις αναπνευστικές οδούς. Βλ. σταφυλή. [< αρχ. ἐπιγλωττίς, γαλλ. épiglotte , αγγλ. epiglottis]
17552επίγνωση[ἐπίγνωση] ε-πί-γνω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βαθιά γνώση, σαφής αντίληψη, συναίσθηση: ηθική/πολιτισμική ~. ~ των κινδύνων/προβλημάτων/συνεπειών/υποχρεώσεων. ~ των αδυναμιών/του εαυτού μας (βλ. αυτογνωσία). Έχω (απόλυτη/πλήρη) ~ (του γεγονότος) ότι .../της κατάστασής μου/της πραγματικότητας (= ξέρω, συναισθάνομαι). Mε ~ (= γνωρίζοντας καλά) των δυσκολιών/ευθυνών, αποφάσισε να ... Πβ. συνείδηση, συνειδητοποίηση, συνειδητότητα. Βλ. αυτ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επίγνωση & γλωσσική ενημερότητα: ΓΛΩΣΣ. συνειδητή γνώση της φύσης και του ρόλου της γλώσσας ως κοινωνικού φαινομένου: κριτική ~ ~. Η ~ ~ συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη διδασκαλία, εκμάθηση και χρήση της γλώσσας. [< αγγλ. language awareness] , φωνολογική επίγνωση βλ. φωνολογικός [< μτγν. ἐπίγνωσις, γαλλ. conscience]
17553επιγονατίδα[ἐπιγονατίδα] ε-πι-γο-να-τί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. μικρό πλατύ τριγωνικό οστό που βρίσκεται μπροστά από το μηριαίο, στην περιοχή του γόνατος, και προστατεύει την άρθρωση: εξάρθρημα/χονδροπάθεια (της) ~ας. 2. προστατευτικό κάλυμμα του γόνατος που φορούν κυρ. αθλητές. Βλ. επιαγκωνίδα, επικαλαμίδα, επιστραγαλίδα. [< 1: αρχ. ἐπιγονατίς]
17554επιγονατιδικός, ή, ό [ἐπιγονατιδικός] ε-πι-γο-να-τι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επιγονατίδα: (ΑΝΑΤ.) ~ός: τένοντας/σύνδεσμος. ~ή: τενοντίτιδα.|| ~ή: δέστρα.
17555επιγονάτιο[ἐπιγονάτιο] ε-πι-γο-νά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {επιγονατί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. άμφιο επισκόπων ή ιερέων που φέρουν τίτλο πρωτοπρεσβύτερου ή αρχιμανδρίτη, το οποίο έχει σχήμα ρόμβου και κρέμεται από τη ζώνη δίπλα στο δεξί γόνατο. Βλ. επιμάνικα, επιτραχήλιο. [< μεσν. επιγονάτιον]
17556επίγονος[ἐπίγονος] ε-πί-γο-νος ουσ. (αρσ.) {επιγόνου, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): συνεχιστής (ρεύματος, ιδεών ή κινήματος): ~οι του ρομαντισμού.|| (ΙΣΤ.) Οι ~οι του Μεγάλου Αλεξάνδρου (: οι διάδοχοι των διαδόχων του). Βλ. -γονος. ΣΥΝ. απόγονος (2) [< αρχ. ἐπίγονος, γαλλ. épigone, αγγλ. epigone]
17557επίγραμμα[ἐπίγραμμα] ε-πί-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. έμμετρη επιγραφή που συνήθ. χαρασσόταν σε έργο τέχνης, μνημείο ή αφιέρωμα και γνώρισε ακμή κατά την ελληνιστική περίοδο· κατ' επέκτ. σύντομο ποίημα καθώς και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος: αναθηματικά/επιδεικτικά/επιτάφια/επιτύμβια/ερωτικά/συμποτικά ~ατα. Βλ. ελεγεία, ίαμβος. [< αρχ. ἐπίγραμμα, γαλλ. épigramme, αγγλ. epigram]
17558επιγραμματικός, ή, ό [ἐπιγραμματικός] ε-πι-γραμ-μα-τι-κός επίθ. 1. σύντομος και περιεκτικός: ~ή: διατύπωση. ~ές: πληροφορίες. Μεστός/πυκνός και ~ λόγος. (για πρόσ.) Θα φροντίσω να είμαι ~. Πβ. αποφθεγματ-, λακων-ικός. 2. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με το επίγραμμα: ~ή: ποίηση. ~οί: στίχοι. ● επίρρ.: επιγραμματικά [< μεσν. επιγραμματικός, γαλλ. épigrammatique, αγγλ. epigrammatic]
17559επιγραμματικότητα[ἐπιγραμματικότητα] ε-πι-γραμ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιγραμματικού· λακωνικότητα, συντομία: ~ στην έκφραση. Λιτότητα/πυκνότητα/σαφήνεια και ~. Πβ. απλότητα, βραχυλογία. Βλ. -ότητα.
17560επιγραμματοποιός[ἐπιγραμματοποιός] ε-πι-γραμ-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ.): (στην αρχαιότητα) δημιουργός επιγραμμάτων. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ἐπιγραμματοποιός]
17561επιγραμμικός, ή, ό [ἐπιγραμμικός] ε-πι-γραμ-μι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ονλάιν. ● επίρρ.: επιγραμμικά
17562επιγραφή[ἐπιγραφή] ε-πι-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. σύντομο κείμενο γραμμένο ή γενικότ. αποτυπωμένο σε επιφάνεια· (συνήθ. κατ' επέκτ.) η πινακίδα, η ταμπέλα με το αντίστοιχο κείμενο: διαφημιστική/ηλεκτρονική/φωτεινή ~. ~ από νέον. Οι ~ές των καταστημάτων. Ανάρτηση/τοποθέτηση ~ών. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κείμενο χαραγμένο σε σκληρό υλικό (πέτρα, ξύλο, μέταλλο, πηλός): αρχαία/αφιερωματική/βυζαντινή/εγχάρακτη/έμμετρη/καρκινική/κτητορική/μνημειακή/σκαλιστή/τιμητική ~. ~ σε γραμμική Β. Εδώλια/πλάκες με ~ές. [< αρχ. ἐπιγραφή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.