| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17563 | επιγραφική | [ἐπιγραφική] ε-πι-γρα-φι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των επιγραφών. Βλ. νομισματική, παλαιογραφία, παπυρολογία. [< γαλλ. épigraphie, αγγλ. epigraphy, γερμ. Epigraphik] | |
| 17564 | επιγραφικός | , ή, ό [ἐπιγραφικός] ε-πι-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τις επιγραφές: ~ή: μαρτυρία. ~ό: μουσείο. ~ές: πηγές. ~ά: ευρήματα/στοιχεία. [< μεσν. επιγραφικός 'που έχει σχέση με τον τίτλο΄, γαλλ. épigraphique, αγγλ. epigraphic] | |
| 17565 | επιγραφολόγος | [ἐπιγραφολόγος] ε-πι-γρα-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. αρχαιολόγος με ειδίκευση στην επιγραφική. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. épigraphiste, γερμ. Epigraphiker] | |
| 17566 | επιγράφω | [ἐπιγράφω] ε-πι-γρά-φω ρ. (μτβ.) {επιγράφ-εται, -ονται} (λόγ.): τιτλοφορώ: Άρθρο κανονισμού που ~εται ... [< μτγν. ἐπιγράφω] | |
| 17567 | επιδαπέδιος | , α, ο [ἐπιδαπέδιος] ε-πι-δα-πέ-δι-ος επίθ. (λόγ.): που είναι τοποθετημένος πάνω σε δάπεδο: ~α: θέρμανση (= ενδοδαπέδια). ~ο: ηχείο. ~α: φωτιστικά. Βλ. επιτοίχιος, επιτραπέζιος. | |
| 17568 | επιδαψίλευση | [ἐπιδαψίλευση] ε-πι-δα-ψί-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. ειρων.): γενναιόδωρη παροχή: ~ αγαθών/επαίνων. Προνόμια και ~εύσεις. | |
| 17569 | επιδαψιλεύω | [ἐπιδαψιλεύω] ε-πι-δα-ψι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {επιδαψίλευ-σε, -εται} (λόγ.): προσφέρω απλόχερα, αφειδώς, με γενναιοδωρία: Πολιτικός που δεν ~ει υποσχέσεις. Του ~ουν κολακείες/τιμές. [< μτγν. ἐπιδαψιλεύω] | |
| 17570 | επιδεικνύω | [ἐπιδεικνύω] ε-πι-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {επέδει-ξε, επιδεικνύ-εται, επιδεί-χθηκε (λόγ. επεδείχθη), επιδεικνύ-οντας} (λόγ.) 1. προβάλλω κάτι με στόχο τον εντυπωσιασμό: ~ει (με προκλητικό τρόπο) τις ικανότητές/τα κάλλη/την καταγωγή/τα πλούτη της. Επιδείκνυε το καινούργιο του αυτοκίνητο σε κάθε ευκαιρία (πβ. μοστράρω).|| (μεσοπαθ.) Του αρέσει να ~εται (= κάνει επίδειξη, φιγούρα) για τις γνώσεις του. Πβ. αυτοπροβάλλομαι. 2. δείχνω, προσκομίζω (συνήθ. επίσημο έγγραφο): ~ το βιβλιάριο/το πιστοποιητικό/τα συμβόλαια. ~ το διαβατήριό/το δίπλωμά/την ταυτότητά μου (σε αρμόδια Αρχή/υπάλληλο/υπηρεσία). Τα δικαιολογητικά θα πρέπει να ~ονται σε κάθε φορολογικό έλεγχο. Πβ. εμφανίζω. 3. παρουσιάζω ένα προϊόν ή μία πρακτική για διαφημιστικούς ή διδακτικούς λόγους: ~ καλλυντικά/σκεύη (: κάνω επίδειξη σε ιδιωτικούς χώρους).|| ~ τη λειτουργία μιας συσκευής. 4. δείχνω έμπρακτα, εκδηλώνω συγκεκριμένη συμπεριφορά: ~ει αδιαφορία/αλαζονεία/αμέλεια/αποφασιστικότητα/ζήλο/σεβασμό (πβ. εκφράζω)/σύνεση/ψυχραιμία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του ~ξε συνέπεια και σοβαρότητα. ● ΦΡ.: έχει να επιδείξει (κάτι): είναι σε θέση να παρουσιάσει κάτι που έχει δημιουργήσει ή πετύχει: Ο πολιτισμός μας ~ ~ σημαντικά επιτεύγματα. Ως τώρα δεν ~ ~ κάποιο έργο. [< αρχ. ἐπιδείκνυμι, μεσν. επιδεικνύω] | |
| 17571 | επιδεικτικός | , ή, ό [ἐπιδεικτικός] ε-πι-δει-κτι-κός επίθ. 1. (αρνητ. συνυποδ.) που γίνεται για λόγους επίδειξης: ~ή: αδιαφορία/απουσία/πόζα/σιωπή/σπατάλη/συμπεριφορά/υπεροψία/φιλανθρωπία. ~ό: ντύσιμο. Πβ. εφετζ-, φιγουρατζ-ίδικος, πομπώδης, προκλητικός.|| (για πρόσ.) Θρασύς και ~. 2. που στοχεύει στο να επιδείξει κάτι: (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~ός: λόγος (: που αποσκοπούσε στην εξύμνηση προσώπων, καταστάσεων ή πραγμάτων). Πβ. πανηγυρικός. Βλ. δικανικός, συμβουλευτικός λόγος.|| Έργα ~ά καινοτόμων τεχνολογιών (πβ. υποδειγματικός). ● επίρρ.: επιδεικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Γύρισε ~ την πλάτη του. [< αρχ. ἐπιδεικτικός] | |
| 17572 | επιδεικτικότητα | [ἐπιδεικτικότητα] ε-πι-δει-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τάση για επίδειξη. Πβ. επιδειξιομανία. Βλ. αυτοπροβολή, μόστρα, φιγούρα, -ότητα. | |
| 17574 | επιδείνωση | [ἐπιδείνωση] ε-πι-δεί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χειροτέρευση: απότομη/ξαφνική/ραγδαία/σοβαρή/σταδιακή ~ του καιρού. Δραματική ~ της υγείας του (πβ. επιπλοκή). Τάσεις ~ης της κατάστασης. Κίνδυνος ~ης των ήδη ψυχρών σχέσεων (ενν. μεταξύ δύο χωρών). ~ της κρίσης χρέους. ΣΥΝ. δείνωση (2) ΑΝΤ. βελτίωση, καλυτέρευση [< γερμ. Verschlechterung] | |
| 17575 | επίδειξη | [ἐπίδειξη] ε-πί-δει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προβολή με στόχο τον εντυπωσιασμό: προκλητική ~. ~ γνώσεων/πλούτου. Μας κάνει συνεχώς ~ (= επιδεικνύεται, κάνει μόστρα, φιγούρα). Πβ. αυτο-επίδειξη, -προβολή. 2. (επίσ.) προσκόμιση και παρουσίαση εγγράφου ή πράγματος σε πρόσωπο που έχει έννομο δικαίωμα να το δει: ~ άδειας οδήγησης/διαβατηρίου/πειστηρίων/πιστοποιητικού/πτυχίου. ~ δελτίου ταυτότητας σε αρμόδια Αρχή (π.χ. Αστυνομία). Είσοδος κατόπιν ~είξεως του εισιτηρίου/της πρόσκλησης. Επικύρωση του φωτοαντίγραφου με ~ του πρωτοτύπου. 3. παρουσίαση μπροστά σε κοινό ιδ. προϊόντος ή πρακτικής για διαφημιστικούς κυρ. λόγους: ~ γυμναστικών ασκήσεων/παραδοσιακών χορών. ~ των δυνατοτήτων (της τεχνολογίας)/λειτουργίας (συσκευής)/τεχνικής. ~ απεγκλωβισμού από διασώστες της ΕΜΑΚ. Διάσημοι σεφ έκαναν ~ της τέχνης τους.|| ~ (εσω)ρούχων/καλλυντικών (πβ. δειγματισμός). ~ μαγειρικής σε μεγάλο ξενοδοχείο. 4. (λόγ.) εκδήλωση συγκεκριμένης συμπεριφοράς: ~ αδιαφορίας/αλαζονείας/θάρρους/σοβαρότητας/ψυχραιμίας. ● επιδείξεις (οι): οργανωμένη εκδήλωση, όπου παρουσιάζεται ομαδικό πρόγραμμα ασκήσεων, αθλοπαιδιών, χορών: αεροπορικές/αθλητικές/γυμναστικές/ιππικές/στρατιωτικές/χορευτικές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επίδειξη μόδας βλ. μόδα ● ΦΡ.: επίδειξη δύναμης & δυνάμεων/ισχύος/πυγμής: συμπεριφορά που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό για άσκηση πίεσης ή/και εκφοβισμό του αντιπάλου: Κάνουν ~ (ναυτικής/στρατιωτικής) ~. [< αρχ. ἐπίδειξις ‘εκδήλωση, παρουσίαση’, γαλλ. démonstration] | |
| 17576 | επιδειξίας | [ἐπιδειξίας] ε-πι-δει-ξί-ας ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. πρόσωπο που πάσχει από επιδειξιομανία. Βλ. εφαψ-, ηδονοβλεψ-ίας. ΣΥΝ. επιδειξιομανής (2) [< γαλλ. exhibitionniste] | |
| 17577 | επιδειξιομανής | , ής, ές [ἐπιδειξιομανής] ε-πι-δει-ξι-ο-μα-νής επίθ./ουσ. & επιδειξιμανής 1. πρόσωπο που προσπαθεί με κάθε τρόπο να αυτοπροβάλλεται και να εντυπωσιάζει: ~είς και νάρκισσοι/υπερφίαλοι. Πβ. φιγουρατζής. Βλ. ξερόλας, ψώνιο.|| (ως επίθ.) ~ής: ρητορεία. ~είς: νεόπλουτοι. Βλ. -μανής. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. επιδειξίας. [< γαλλ. exhibitionniste] | |
| 17578 | επιδειξιομανία | [ἐπιδειξιομανία] ε-πι-δει-ξι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) & επιδειξιμανία 1. έντονη τάση για επίδειξη, αυτοπροβολή με στόχο τον εντυπωσιασμό: αυτάρεσκη/νεοπλουτίστικη/υπερφίαλη ~. Φιλαυτία και ~. Βλ. μεγαλομανία, ναρκισσισμός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παρέκκλιση που συνίσταται σε επίδειξη των γεννητικών οργάνων κάποιου με σκοπό τη σεξουαλική του ικανοποίηση. Βλ. παραφιλία, -μανία. [< γαλλ. exhibitionnisme] | |
| 17580 | επιδεκτικότητα | [ἐπιδεκτικότητα] ε-πι-δε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιδεκτικού: ~ (ενν. του οργανισμού) σε ασθένειες/μολύνσεις. Πβ. δεκτικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική επιδεκτικότητα: ΦΥΣ. σταθερά που εκφράζει την ευκολία ή δυσκολία με την οποία μαγνητίζεται ένα υλικό και ισούται με το πηλίκο της μαγνήτισης του υλικού σε ορισμένο σημείο ενός μαγνητικού πεδίου προς την ένταση του πεδίου στο σημείο αυτό: ~ ~ των πετρωμάτων. [< γαλλ. susceptibilité] | |
| 17581 | επιδέξιος | , α, ο [ἐπιδέξιος] ε-πι-δέ-ξι-ος επίθ.: που έχει ή φανερώνει εξαιρετική δεξιότητα, ικανότητα σε κάτι: ~ος: τεχνίτης. ~ο: χέρι. ~οι: χειρισμοί. ~ες: (χορευτικές) κινήσεις. Αλλάζει θέμα με ~ο τρόπο. Πβ. επιτήδειος, επιτυχής, εύστοχος. ΑΝΤ. αδέξιος ● επίρρ.: επιδέξια ● ΦΡ.: τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους βλ. βρακί [< αρχ. ἐπιδέξιος ‘αυτός που βρίσκεται στα δεξιά, ικανός’] | |
| 17582 | επιδεξιότητα | [ἐπιδεξιότητα] ε-πι-δε-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιδέξιου: ~ στο τιμόνι/στα χέρια/στον χορό. Παιχνίδια/τεστ ~ας. Ικανός πολιτικός, με ιδιαίτερη ~ στην τέχνη της διπλωματίας. Πβ. δεξιο-σύνη, -τεχνία, δεξιότητα, μαεστρία, -ότητα. ΑΝΤ. αδεξιότητα [< αρχ. ἐπιδεξιότης ‘ικανότητα, επινοητικότητα’] | |
| 17583 | επιδερμίδα | [ἐπιδερμίδα] ε-πι-δερ-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. η εξωτερική στιβάδα του ανθρώπινου δέρματος: απαλή/αφυδατωμένη/βελούδινη/ευαίσθητη/λαμπερή/λεία/λιπαρή/νεανική/ξηρή/ροδαλή ~. H ~ του προσώπου/των χεριών. Γήρανση/καθαρισμός/ξεφλούδισμα/περιποίηση/φροντίδα της ~ας. Η όψη της ~ας. Τύποι ~ας. ~ες με τάση για ακμή/ερεθισμούς. Κρέμα που αναζωογονεί/συσφίγγει/τονώνει την ~. Βλ. επιθήλιο. 2. ΒΟΤ. λεπτή διάφανη μεμβράνη που καλύπτει τα φύλλα και τα εναέρια τμήματα νεαρού φυτού. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η κρούστα γύρω από το τυρί που συνήθ. αφαιρείται προτού καταναλωθεί. [< 1: αρχ. ἐπιδερμίς, γαλλ. épiderme, αγγλ. epidermis] | |
| 17584 | επιδερμιδικός | , ή, ό [ἐπιδερμιδικός] ε-πι-δερ-μι-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. επιδερμικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ