| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17587 | επίδεση | [ἐπίδεση] ε-πί-δε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάλυψη, δέσιμο μέρους του σώματος με επίδεσμο ή άλλο υλικό: ελαστική/πιεστική ~. Γάζες/ταινίες για την ~ τραυμάτων. Πβ. περίδεση. [< αρχ. ἐπίδεσις] | |
| 58704 | επιδεσμικός | , ή, ό [ἐπιδεσμικός] ε-πι-δε-σμι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην επίδεση και περίδεση: ~ό: υλικό (: γάζες, επιθέματα, ταινίες). ~ές: μεμβράνες. | |
| 17588 | επίδεσμος | [ἐπίδεσμος] ε-πί-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου}: μακρόστενο κομμάτι γάζας που χρησιμοποιείται για την επίδεση τραύματος ή την ακινητοποίηση μέρους του σώματος: αδιάβροχος/αιμοστατικός (= τουρνικέ)/αποστειρωμένος/ατομικός/αυτοκόλλητος/γύψινος/ελαστικός/πιεστικός ~. Δένω τον αστράγαλο με ~ο. Τύλιξε τον ~ο γύρω από τον καρπό. [< αρχ. ἐπίδεσμος] | |
| 17589 | επιδέχομαι | [ἐπιδέχομαι] ε-πι-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): (συνήθ. με άρνηση) μπορώ να δεχτώ, να αφήσω να μου συμβεί κάτι: Θέμα που δεν ~εται αναβολή/καθυστέρηση. Τα βιβλία ~ονται αλλαγές/διορθώσεις. Δεν ~εται αμφισβήτηση/βελτίωση (σπανιότ. αμφισβήτησης/βελτίωσης). Διατύπωση που ~εται (= είναι επιδεκτική) πολλαπλών ερμηνειών/πολλαπλές ερμηνείες. Πβ. επιτρέπω, σηκώνω. ● ΦΡ.: κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση [< αρχ. ἐπιδέχομαι ‘δέχομαι επιπλέον, αποδέχομαι’] | |
| 17590 | επιδημητικός | , ή, ό [ἐπιδημητικός] ε-πι-δη-μη-τι-κός επίθ.: ΟΡΝΙΘ. (για πτηνό) που δεν απομακρύνεται ποτέ από τον τόπο του: ~ό: είδος/θήραμα. ~ά: πουλιά. Βλ. κουρούνα. ΑΝΤ. αποδημητικός, μεταναστευτικός [< αρχ. ἐπιδημητικός] | |
| 17591 | επιδημία | [ἐπιδημία] ε-πι-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) {επιδημι-ών} 1. ΙΑΤΡ. εξάπλωση λοιμώδους ασθένειας σε μια περιοχή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) η ίδια η νόσος: ~ γρίπης/έιτζ/ευλογιάς/κορονοϊού/μηνιγγίτιδας/χολέρας. Η έκταση της ~ας. Έξαρση ~ας. ~ που εκδηλώθηκε/ενέσκηψε/ξέσπασε. Αντιμετώπιση/καταπολέμηση των ~ών. Βλ. εν-, παν-δημία, επιζωοτία, κρούσμα.|| Πείνα, φτώχεια και ~ες.|| (κατ' επέκτ. για μη μολυσματική νόσο) Υπέρταση, μια παγκόσμια ~. 2. (μτφ.) αρνητικό φαινόμενο που συμβαίνει όλο και πιο συχνά: ~ αυτοκτονιών/πανικού. Το κάπνισμα και η παχυσαρκία έχουν λάβει διαστάσεις/μορφή ~ας. 3. (λόγ.) διαμονή ή παραμονή σε έναν τόπο: άδεια ~ας. [< 1,3: αρχ. ἐπιδημία, γαλλ. épidémie, αγγλ. epidemic] | |
| 17592 | επιδημικός | , ή, ό [ἐπιδημικός] ε-πι-δη-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επιδημία: ~ή: ασθένεια/έκρηξη/νόσος. ~ό: κλίμα. Βλ. εν-, παν-δημικός.|| (μτφ.) Πρόβλημα με ~ές διαστάσεις/που έχει λάβει ~ό χαρακτήρα. [< μτγν. ἐπιδημιακός, γαλλ. épidémique, αγγλ. epidemic] | |
| 17593 | επιδημιολογία | [ἐπιδημιολογία] ε-πι-δη-μι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η μελέτη των παραγόντων που επηρεάζουν την εμφάνιση μιας νόσου, τη συχνότητα, την κατανομή και την εξέλιξή της· κυρ. κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος ή η σχετική ειδικότητα: γενετική/γενική/διατροφική/επαγγελματική/κλινική/κοινωνική/μοριακή/περιβαλλοντική/περιγραφική ~. ~ της γρίπης/των ζωονόσων/των ιών. Εργαστήριο Υγιεινής και ~ας. Βλ. προληπτική ιατρική, -λογία. [< γαλλ. épidémiologie, 1855, αγγλ. epidemiology, 1850] | |
| 17594 | επιδημιολογικός | , ή, ό [ἐπιδημιολογικός] ε-πι-δη-μι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την επιδημιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: επιτήρηση/έρευνα/καμπύλη/κατάσταση/παρακολούθηση. ~ό: τρίγωνο (: οι τρεις βασικοί παράγοντες μιας επιδημίας: παθογόνο, ξενιστής, εξωτερικοί παράγοντες)/ φορτίο. ~οί: δείκτες. ~ές: μελέτες. ~ά: δεδομένα/στοιχεία/πρότυπα. Τα ~ά και νοσολογικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού. [< γαλλ. épidémiologique, αγγλ. epidemiologic(al)] | |
| 17595 | επιδημιολόγος | [ἐπιδημιολόγος] ε-πι-δη-μι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στην επιδημιολογία: βιοστατιστικός ~. ~-μικροβιολόγος/-υγιεινολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. épidémiologiste, αγγλ. epidemiologist] | |
| 17596 | επιδιαιτησία | [ἐπιδιαιτησία] ε-πι-δι-αι-τη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διαιτησία που ορίζεται σε περίπτωση ισοψηφίας ή διαφωνίας μεταξύ διαιτητών: άσκηση/διαδικασία ~ας. Διπλωματική παρέμβαση και ~. Επίλυση του ζητήματος μέσω ~ας. | |
| 17597 | επιδιαιτητής | [ἐπιδιαιτητής] ε-πι-δι-αι-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. διαιτητής που ορίζεται για την άσκηση επιδιαιτησίας: ουδέτερος ~. ~ και εγγυητής της συμφωνίας. Βλ. διαμεσολαβητής. [< γαλλ. surarbitre] | |
| 17598 | επιδιαιτητικός | , ή, ό [ἐπιδιαιτητικός] ε-πι-δι-αι-τη-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που στοχεύει στην επιδιαιτησία: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση. | |
| 17599 | επιδιασκόπιο | [ἐπιδιασκόπιο] ε-πι-δι-α-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή προβολής διαφανών και αδιαφανών αντικειμένων (διαφάνειες, φωτογραφίες) σε μεγέθυνση με αντανάκλαση. Πβ. δια-, διαφανο-σκόπιο, προτζέκτορας. [< γαλλ. épidiascope, 1930, αγγλ. epidiascope, 1903] | |
| 17600 | επιδιδυμίδα | [ἐπιδιδυμίδα] ε-πι-δι-δυ-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μακρόστενο όργανο πάνω και πίσω από τον κάθε όρχι, στο οποίο αποθηκεύονται και ωριμάζουν τα σπερματοζωάρια και από εκεί προωθούνται στον σπερματικό πόρο. Βλ. όσχεο. [< μτγν. ἐπιδιδυμίς, αγγλ. epididymis, γαλλ. épididyme] | |
| 17601 | επιδιδυμίτιδα | [ἐπιδιδυμίτιδα] ε-πι-δι-δυ-μί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της επιδιδυμίδας. Βλ. ορχίτ-, προστατίτ-ιδα. [< γαλλ. épididymite, αγγλ. epididymitis] | |
| 17602 | επιδίδω | [ἐπιδίδω] ε-πι-δί-δω ρ. (μτβ.) {επέδω-σε, επιδίδ-εται, επιδό-θηκε, επιδίδ-οντας, -όμενος} (λόγ.): δίνω, παραδίδω κάτι σε κάποιον, συνήθ. με επισημότητα: Ο νέος πρέσβης ~σε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι αγρότες ~σαν ψήφισμα διαμαρτυρίας στον περιφερειάρχη. Του ~θηκε ένταλμα σύλληψης/τιμητική πλακέτα/φύλλο πορείας. Πβ. εγχειρίζω. ● Παθ.: επιδίδομαι: ασχολούμαι με κάτι συστηματικά ή για πολλή ώρα: ~ σε ένα άθλημα. ~εται (με ζήλο) σε φιλανθρωπίες. Πβ. αποδύ-, καταγίν-, καταπιάν-ομαι.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~θηκαν σε βανδαλισμούς και λεηλασίες. [< αρχ. ἐπιδίδωμι, μεσν. επιδίδω] | |
| 17603 | επιδικάζει | [ἐπιδικάζει] ε-πι-δι-κά-ζει ρ. (μτβ.) {επιδίκα-σε (λόγ.) επεδίκασε, επιδικά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, επιδικάζ-οντας}: ΝΟΜ. (για δικαστήριο) αναγνωρίζει τη νομιμότητα δικαιώματος ή απαίτησης: Το πρωτοδικείο ~σε αποζημίωση ύψους ... ευρώ στην οικογένεια του θύματος. ~στηκε πρόστιμο κατά της εταιρείας. Ποσό που έχει ~στεί υπέρ των εναγόντων/πληγέντων ... [< αρχ. ἐπιδικάζω] | |
| 17604 | επιδίκαση | [ἐπιδίκαση] ε-πι-δί-κα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιδικάζει: ~ απαίτησης/διατροφής/χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης/τόκων υπερημερίας. Βλ. εκδίκαση. | |
| 17605 | επίδικος | , η/ος, ο [ἐπίδικος] ε-πί-δι-κος επίθ. 1. ΝΟΜ. που τελεί υπό την κρίση δικαστηρίου· που διεκδικείται δικαστικά: ~η: διαφορά/υπόθεση. ~ες: απαιτήσεις. Βλ. υπόδικος.|| ~ος: έκταση. ~ο: ακίνητο/δικαίωμα/ποσό. 2. που έχει γίνει αντικείμενο διένεξης, επίμαχος: ~ο: ζήτημα/θέμα. ~α: δημοσιεύματα. [< 1: αρχ. ἐπίδικος 2: γαλλ. litigieux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ