| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17606 | επιδιορθώνω | [ἐπιδιορθώνω] ε-πι-δι-ορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {επιδιόρθω-σα, επιδιορθώ-θηκε, -θεί, -μένος, επιδιορθών-οντας}: διορθώνω ζημιά: ~ει παπούτσια (: ο τσαγκάρης)/ρούχα (: η μοδίστρα, ο ράφτης). Ο ηλεκτρολόγος/υδραυλικός ~σε τη βλάβη (πβ. αποκαθιστώ). Η συσκευή δεν ~εται. Η στέγη ~θηκε. ΣΥΝ. επισκευάζω [< μτγν. ἐπιδιορθῶ] | |
| 17607 | επιδιόρθωση | [ἐπιδιόρθωση] ε-πι-δι-όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.): διόρθωση ζημιάς, επισκευή: ~ της βλάβης (πβ. αποκατάσταση). ~ (παλαιών) αγωγών/δρόμων/κτιρίου (βλ. ανακαίνιση)/μηχανημάτων/πεζοδρομίων (πβ. ανάπλαση). ~ αυτοκινήτων/ζαντών (: στο συνεργείο). ~ώσεις δερμάτινων/ενδυμάτων (πβ. μεταποίηση)/υποδημάτων. Συντήρηση και ~ εξοπλισμού. Εργασίες ~ης. [< μτγν. ἐπιδιόρθωσις] | |
| 17608 | επιδιορθωτής | [ἐπιδιορθωτής] ε-πι-δι-ορ-θω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επιδιορθώτρια}: τεχνίτης που κάνει επιδιορθώσεις: ~ παπουτσιών (= τσαγκάρης)/ρολογιών (βλ. ωρολογοποιός). Πβ. επισκευαστής. | |
| 17609 | επιδιορθωτικός | , ή, ό [ἐπιδιορθωτικός] ε-πι-δι-ορ-θω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην επιδιόρθωση: ~ή: συντήρηση (εξοπλισμού). ~ές: εργασίες (σε οικοδομή). Πβ. επισκευαστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: επιδιορθωτικά ένζυμα: ΒΙΟΧ. που διορθώνουν τα λάθη που δεν επιδιόρθωσαν οι DNA πολυμεράσες κατά την αντιγραφή του DNA. [< αγγλ. repair enzymes] [< μτγν. ἐπιδιορθωτικός] | |
| 17610 | επιδιώκω | [ἐπιδιώκω] ε-πι-δι-ώ-κω ρ. (μτβ.) {επιδίω-ξε (λόγ.) επεδίω-ξε, επιδιώ-χθηκε, -χθεί, μτχ. ενεστ. επιδιώκ-οντας, -όμενος}: προσπαθώ να εκπληρώσω έναν στόχο, να πετύχω κάτι: ~ πάντα το καλύτερο. Δεν ~ει να εντυπωσιάσει. Δεν ~ξα ποτέ τη δημοσιότητα/την προβολή. ~χθηκε η υλοποίηση των στόχων. Θα ~χθεί να γίνει διάλογος με ... Οι συνομιλίες τους δεν είχαν το ~όμενο αποτέλεσμα. Πβ. απο-βλέπω, -σκοπώ, γυρεύω, επιζητώ, στοχεύω. Βλ. προσδοκώ. ΑΝΤ. αποφεύγω (3) [< αρχ. ἐπιδιώκω ‘καταδιώκω, αναζητώ’, γαλλ. poursuivre] | |
| 17611 | επιδίωξη | [ἐπιδίωξη] ε-πι-δί-ω-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική προσπάθεια για την επίτευξη κάποιου στόχου: ~ ομοφωνίας/συμφωνίας/συναίνεσης. Η ~ της ανάπτυξης/ειρήνης/ευτυχίας (πβ. κυνήγι). ~ για κέρδος, δύναμη και εξουσία. Αγάπη ανιδιοτελής, χωρίς ~ ανταπόδοσης. Πβ. αναζήτηση, επιζήτηση. 2. (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) στόχος, σκοπός: βασική/κεντρική/κοινή/κύρια/μόνιμη/σταθερή/στρατηγική ~. Ατομικές/επαγγελματικές/ευγενείς/(μικρο)κομματικές/οικονομικές/πολιτικές/προσωπικές ~ώξεις. ~ώξεις και προσδοκίες/συμφέροντα/φιλοδοξίες. Εκπλήρωση/υλοποίηση των ~ώξεών της. Ξεκινούν συνομιλίες, με ~ την επίλυση του προβλήματος. Το να γίνω αρεστός δεν είναι (μέσα) στις ~ώξεις μου. [< πβ. μτγν. ἐπιδίωξις ‘καταδίωξη’] | |
| 3654 | Επιδιώχθει | , η, ο [ἀνεγχείρητος] α-νεγ-χεί-ρη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί, δεν πρέπει να ή δεν έχει εγχειριστεί: ~ος: καρκίνος (= μη χειρουργήσιμος). ~οι: ασθενείς. ΑΝΤ. εγχειρήσιμος [< μεσν. ανεγχείρητος 'που δεν μπορεί να επιδιωχθεί', γαλλ. inopérable] | |
| 17612 | επιδοκιμάζω | [ἐπιδοκιμάζω] ε-πι-δο-κι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {επιδοκίμα-σα, επιδοκιμάζ-εται, επιδοκιμά-στηκε κ. -σθηκε, επιδοκιμάζ-οντας}: εκφράζω την επιδοκιμασία μου: ~ την άποψή σου (πβ. προσυπογράφω, συμφωνώ). Δεν ~ βίαιες πρακτικές (πβ. ασπάζομαι, ενστερνίζομαι). Θέση που ~στηκε θερμά (πβ. χαιρετίζω). Η ταινία ~στηκε από το κοινό. ~στηκε με τη λαϊκή ψήφο (= εκλέχτηκε). Πβ. εγκρίνω, επικροτώ. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω [< μτγν. επιδοκιμάζω, γαλλ. approuver] | |
| 17613 | επιδοκιμασία | [ἐπιδοκιμασία] ε-πι-δο-κι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): αποδοχή άποψης ή προσώπου, η οποία εκδηλώνεται συνήθ. με ενθουσιασμό: ~ες και ζητωκραυγές/πανηγυρισμοί/χειροκροτήματα. (λόγ.) Εν μέσω ~ών. Η πρόταση έτυχε ~ας. Είχε/κέρδισε την ~ του κόσμου. Πβ. έγκριση, επικρότηση, προσυπογραφή, συμφωνία. ΑΝΤ. αποδοκιμασία [< γαλλ. approbation] | |
| 17614 | επιδοκιμαστικός | , ή, ό [ἐπιδοκιμαστικός] ε-πι-δο-κι-μα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εκφράζει επιδοκιμασία: ~ό: νεύμα (βλ. καταφατικό)/χειροκρότημα. ~ές: χειρονομίες. ~ά: επιφωνήματα/σχόλια. ΑΝΤ. αποδοκιμαστικός, επικριτικός ● επίρρ.: επιδοκιμαστικά [< γαλλ. approbatif] | |
| 17615 | επίδομα | [ἐπίδομα] ε-πί-δο-μα ουσ. (ουδ.) {επιδόμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΟΙΚΟΝ. ποσό που δίνεται ανά συγκεκριμένα διαστήματα ως ενίσχυση σε ειδικές κατηγορίες εργαζομένων του δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα: γονικό/έκτακτο/κρατικό/μηνιαίο/οικογενειακό/προνοιακό/στεγαστικό/συμπληρωματικό/φοιτητικό ~. ~ αδείας/αναπηρίας/ανεργίας/ασθενείας/γάμου/θέσης (ευθύνης)/μητρότητας/παιδιών/παραπληγίας/(πετρελαίου) θέρμανσης/χρήσης Η/Υ. Αίτηση/διεκδίκηση/δικαίωμα/κατάργηση/παροχή/χορήγηση ~ατος. Προνοιακά ~ατα. Ενσωμάτωση του ~ατος στον μισθό/στη σύνταξη. Καταβολή των ~άτων στους δικαιούχους. ~ατα: εξαθλίωσης/πείνας/πτωχοκομείου. Πβ. βοήθημα. Βλ. αναδρομικά (τα), αποζημίωση, προσαύξηση, χρονο~. [< μτγν. ἐπίδομα ‘συνεισφορά, συμμετοχή’] | |
| 17616 | επιδοματικός | , ή, ό [ἐπιδοματικός] ε-πι-δο-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την παροχή επιδόματος: ~ή: πολιτική. ~ές: διεκδικήσεις/ενισχύσεις/παροχές. (αρνητ. συνυποδ.) Αποδοχές/μισθοί ~ού χαρακτήρα (= χαμηλές/οί). ● επίρρ.: επιδοματικά | |
| 17617 | επιδοματούχος | [ἐπιδοματοῦχος] ε-πι-δο-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο που δικαιούται και εισπράττει επίδομα: ~ λόγω παραπληγίας. ~οι αναπηρίας. Βλ. -ούχος1. | |
| 17618 | επιδομή | [ἐπιδομή] ε-πι-δο-μή ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. το σύνολο των εγκαταστάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής (σκυρόστρωμα, σιδηροτροχιές με τους συνδέσμους τους, στρωτήρες, έρμα): σταθερή ~. Βλ. υπερδομή. 2. τμήμα κατασκευής που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους: η ~ της γέφυρας. Βλ. υποδομή. [< γαλλ. superstructure] | |
| 17619 | επίδοξος | , η, ο [ἐπίδοξος] ε-πί-δο-ξος επίθ.: (για πρόσ.) που επιδιώκει, φιλοδοξεί να κάνει κάτι ή που προσπάθησε ανεπιτυχώς να το πράξει: (συχνά ειρων.) ~ος: αρχηγός (κόμματος)/εραστής/συγγραφέας.|| ~ος: βιαστής/βομβιστής/ληστής. [< αρχ. ἐπίδοξος ‘πιθανός, ένδοξος’] | |
| 17620 | επιδόρπιο | [ἐπιδόρπιο] ε-πι-δόρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} : το τελευταίο πιάτο ενός γεύματος, αποτελούμενο συνήθ. από γλυκό ή φρούτο: δροσερό/ελαφρύ/παγωμένο ~. ~ γάλακτος/γιαουρτιού. Για ~ μας σέρβιραν μηλόπιτα/παγωτό. Βλ. ορεκτικό, προδόρπιο. [< μτγν. ἐπιδόρπιος ΄σχετικός με το δεύτερο έδεσμα’, γαλλ. dessert] | |
| 17621 | επίδοση | [ἐπίδοση] ε-πί-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση, αποδοτικότητα: συνολική/τελική ~. Σχολική ~. Η ~ (του μαθητή) στη γραπτή εξέταση. Αξιολόγηση της/βραβείο/(ΨΥΧΟΛ.) τεστ (: για τη μέτρηση των διανοητικών δεξιοτήτων) ~ης. Απογοητευτικές/εξαιρετικές/ικανοποιητικές/κακές/κορυφαίες/λαμπρές/μέτριες/χαμηλές ~όσεις. Αθλητικές/ακαδημαϊκές/αναπτυξιακές/βαθμολογικές/εξαγωγικές/επαγγελματικές/ερευνητικές/οικονομικές/παραγωγικές/σεξουαλικές ~όσεις. Δείκτες ~όσεων. Ανάλυση/αύξηση/βελτίωση/έλεγχος/μείωση/μέτρηση/σύγκριση (των) ~όσεων. Αρνητικές ~όσεις στην επιχειρηματικότητα. Τον ξεπέρασε σε ~όσεις. Διακρίθηκε για τις ~όσεις του στο σκάκι.|| (ΑΘΛ.) Ατομική (πβ. ρεκόρ)/παγκόσμια/πανευρωπαϊκή ~. Είχε/πέτυχε/σημείωσε την καλύτερη φετινή ~ στον κόσμο.|| (κυρ. για μηχανές) Οι ~όσεις του αυτοκινήτου (: επιτάχυνση, ταχύτητα)/κινητήρα/υπολογιστή. Ελαστικά υψηλών ~όσεων. 2. συστηματική ενασχόληση με ικανοποιητικά αποτελέσματα: Έχει ~ στη μουσική. Βλ. κλίση. 3. (επίσ.) παράδοση εγγράφου, τίτλου: αυτοπρόσωπη/ιδιόχειρη ~. ~ απόφασης/δικογράφου/ειδοποίησης/επιστολής/πρόσκλησης/ψηφίσματος (πβ. κοινοποίηση). ~ διαπιστευτηρίων. Τελετή ~ης βραβείου/τιμητικής διάκρισης. Βλ. επιδοτήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό επίδοσης βλ. αποθεματικό [< 1,2: αρχ. ἐπίδοσις, αγγλ.-γαλλ. performance 3: μτγν. ~] | |
| 58703 | επιδοτήριο | [ἐπιδοτήριο] ε-πι-δο-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {επιδοτηρί-ου | -ων}: ΝΟΜ. επίσημο έγγραφο με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι παραδόθηκε έγγραφο στον παραλήπτη του. Βλ. δικαστικός επιμελητής. | |
| 17622 | επιδότηση | [ἐπιδότηση] ε-πι-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΝ. 1. χρηματική ενίσχυση, κυρ. από δημόσιο φορέα, σε παραγωγούς αγαθών ή παρόχους υπηρεσιών με σκοπό την προώθηση οικονομικών δραστηριοτήτων και γενικότ. την ανάπτυξη ενός τομέα· συνεκδ. το αντίστοιχο ποσό: άμεση (: από τον προϋπολογισμό)/έμμεση (π.χ. με φορολογικές ή δασμολογικές απαλλαγές)/ευρωπαϊκή (/κοινοτική) ~. ~ νέων επαγγελματιών/επιστημόνων/επιχειρήσεων. ~ήσεις ελαιολάδου/επενδύσεων. Πρόγραμμα/σχέδιο ~ης. Οι αγρότες/κτηνοτρόφοι πήραν ~ ύψους ... ευρώ.|| Ο δικαιούχος εισπράττει/παίρνει την ~. Πβ. επιχορήγηση, πριμοδότηση. 2. παροχή επιδόματος, χρηματοδότηση: ~ (αγοράς) κατοικίας/ενοικίου/ηλιακού θερμοσίφωνα/κόστους δανεισμού/προμήθειας (εξοπλισμού)/φορητών υπολογιστών. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. subsidy, grant, γαλλ. subside, subvention] | |
| 17623 | επιδοτικός | , ή, ό [ἐπιδοτικός] ε-πι-δο-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δίνει έμφαση σε κάτι: ~ή: σημασία (: των συνδέσμων π.χ. "και", "ακόμη και", "και μάλιστα")/σύνδεση όρων ή προτάσεων (: παρατακτική σύνδεση στην οποία το δεύτερο σκέλος παρουσιάζεται ως πιο σημαντικό, π.χ. "όχι μόνο ..., αλλά και ...", "όχι μόνο δεν ..., μα και δεν ..."). Πβ. εμφατικός, επιτατικός. ● επίρρ.: επιδοτικά [< πβ. μτγν. ἐπιδοτικός ‘γενναιόδωρος, υποχωρητικός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ