| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17622 | επιδότηση | [ἐπιδότηση] ε-πι-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΝ. 1. χρηματική ενίσχυση, κυρ. από δημόσιο φορέα, σε παραγωγούς αγαθών ή παρόχους υπηρεσιών με σκοπό την προώθηση οικονομικών δραστηριοτήτων και γενικότ. την ανάπτυξη ενός τομέα· συνεκδ. το αντίστοιχο ποσό: άμεση (: από τον προϋπολογισμό)/έμμεση (π.χ. με φορολογικές ή δασμολογικές απαλλαγές)/ευρωπαϊκή (/κοινοτική) ~. ~ νέων επαγγελματιών/επιστημόνων/επιχειρήσεων. ~ήσεις ελαιολάδου/επενδύσεων. Πρόγραμμα/σχέδιο ~ης. Οι αγρότες/κτηνοτρόφοι πήραν ~ ύψους ... ευρώ.|| Ο δικαιούχος εισπράττει/παίρνει την ~. Πβ. επιχορήγηση, πριμοδότηση. 2. παροχή επιδόματος, χρηματοδότηση: ~ (αγοράς) κατοικίας/ενοικίου/ηλιακού θερμοσίφωνα/κόστους δανεισμού/προμήθειας (εξοπλισμού)/φορητών υπολογιστών. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. subsidy, grant, γαλλ. subside, subvention] | |
| 17623 | επιδοτικός | , ή, ό [ἐπιδοτικός] ε-πι-δο-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δίνει έμφαση σε κάτι: ~ή: σημασία (: των συνδέσμων π.χ. "και", "ακόμη και", "και μάλιστα")/σύνδεση όρων ή προτάσεων (: παρατακτική σύνδεση στην οποία το δεύτερο σκέλος παρουσιάζεται ως πιο σημαντικό, π.χ. "όχι μόνο ..., αλλά και ...", "όχι μόνο δεν ..., μα και δεν ..."). Πβ. εμφατικός, επιτατικός. ● επίρρ.: επιδοτικά [< πβ. μτγν. ἐπιδοτικός ‘γενναιόδωρος, υποχωρητικός’] | |
| 17624 | επιδοτώ | [ἐπιδοτῶ] ε-πι-δο-τώ ρ. (μτβ.) {επιδοτ-εί, -ώντας | επιδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος} : δίνω επιδότηση για την προώθηση μιας δραστηριότητας· ενισχύω χρηματικά μια κοινωνικά και οικονομικά ευαίσθητη ομάδα: Προγράμματα που ~ούν τις νέες τεχνολογίες (πβ. χρηματοδοτώ). Το ελαιόλαδο ~είται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ούνται άτομα με ειδικές ανάγκες/μικρομεσαίες επιχειρήσεις/με ... ευρώ οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες. ~ούμενη: ανεργία. ~ούμενα προγράμματα/στεγαστικά δάνεια. Πβ. επιχορηγώ, πριμοδοτώ. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. subsidize, γαλλ. subventionner] | |
| 17625 | επιδράμω | [ἐπιδράμω] ε-πι-δρά-μω ρ. (αμτβ.) {συνηθέστ. στον αόρ. επέδραμ-ε} (λόγ.): κάνω επιδρομή: Η αστυνομία ~ε στο κτίριο. [< αρχ. ἐπιδράμω, υποτ. αορ. β’ του ρ. ἐπιτρέχω ‘εισβάλλω’] | |
| 17626 | επιδράσει | βλ. επιδρώ | |
| 17627 | επίδραση | [ἐπίδραση] ε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): δράση, ενέργεια που ασκείται σε κάποιον ή κάτι με τις επακόλουθες μεταβολές που επιφέρει· (συνηθέστ. στον πληθ.) επιρροή: ανεπιθύμητη/αποφασιστική/αρνητική/βλαβερή/δυσμενής/έντονη/επιζήμια/ευεργετική/ευνοϊκή/θετική/ισχυρή/καθοριστική/καταστροφική/οικονομική/σημαντική/τεράστια ~. Υπό την ~ /(σπανιότ.) κατ’ ~ (+ γεν.). Η ~ της ηλιακής ακτινοβολίας στο ανθρώπινο δέρμα/του καφέ στην υγεία/της τεχνολογίας στην επικοινωνία (πβ. επίπτωση). Η ~ των καιρικών συνθηκών/του κλίματος στη διάθεση. Το αλκοόλ έχει αρνητική ~ στην οδήγηση. Πβ. επενέργεια. Βλ. συν~.|| Μεγάλη προσωπικότητα που άσκησε ~ στους μεταγενέστερους. Πολιτισμικές σχέσεις και αμοιβαίες ~άσεις (πβ. αλληλ~). Δέχτηκε ~άσεις και με τη σειρά του επηρέασε άλλους. Πβ. επηρεασμός. [< γερμ. Einwirkung, Auswirkung] | |
| 17628 | επιδραστικός | , ή, ό [ἐπιδραστικός] ε-πι-δρα-στι-κός επίθ.: που ασκεί επιρροή στον χώρο του ή τον κόσμο: ~ός: συγγραφέας/φιλόσοφος. ~ή: δύναμη/ικανότητα/λειτουργία. ~ό: περιβάλλον/(μουσικό) ρεύμα. Δημιουργικός/δημοφιλής/πρωτοποριακός και (εξαιρετικά/ιδιαίτερα) ~ καλλιτέχνης. Θεωρείται η πιο ~ή μορφή της σύγχρονης μουσικής.|| Πρόσωπα με ~ό ρόλο στις εξελίξεις (πβ. ηγετ-, καθοριστ-, καταλυτ-, σημαντ-ικός). Βλ. αλληλ~. [< γαλλ. influent, αγγλ. influential] | |
| 17629 | επιδραστικότητα | [ἐπιδραστικότητα] ε-πι-δρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επιρροή, δυνατότητα επηρεασμού: θετική ~ (: επίδραση). H ~ ενός έργου (βλ. αξία, αποδοχή, σημασία)/μιας μουσικής (βλ. διαχρονικότητα)/ενός μπλογκ (βλ. απήχηση)/της τέχνης. Βλ. -ότητα. | |
| 17630 | επιδρομέας | [ἐπιδρομέας] ε-πι-δρο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.-περιληπτ.): σύνολο συνήθ. προσώπων (στρατός) που κάνει επιδρομή: Ο ~ είχε αριθμητική υπεροχή. (κ. στον πληθ.) Άμυνα εναντίον των ~έων. Πβ. εισβολέας. [< μτγν. ἐπιδρομεύς] | |
| 17631 | επιδρομή | [ἐπιδρομή] ε-πι-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. αιφνιδιαστική και σφοδρή ένοπλη επίθεση: αεροπορική/βάρβαρη/καταστροφική/ληστρική/πειρατική/πολεμική/στρατιωτική ~. ~ των ανταρτών. Εξαπέλυσαν ~. Πβ. εισβολή, επέλαση. Βλ. κατάκτηση, λεηλασία.|| (κατ΄ επέκτ.) Η αστυνομία έκανε ~ (: έφοδο) στο κρησφύγετο των ληστών. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ξαφνική και μαζική εμφάνιση, είσοδος, άφιξη: ~ ακρίδων/ιώσεων/κουνουπιών. ~ της Εφορίας στους οφειλέτες (βλ. φορο~) και σε τραπεζικούς λογαριασμούς/των καταναλωτών στα σούπερ μάρκετ/τουριστών. [< 1: αρχ. ἐπιδρομή] | |
| 17632 | επιδρώ | [ἐπιδρῶ] ε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {επιδρ-άς ... | επέδρα-σε, επιδρά-σει, λόγ. μτχ. επιδρ-ών, -ώσα, -ών, -ώντας} : ασκώ επίδραση: Παράγοντας που ~σε αποφασιστικά/αρνητικά/δυσμενώς/ευνοϊκά/θετικά/καθοριστικά/καταλυτικά/σημαντικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας/στις εξελίξεις/στην έκβαση του πολέμου. Το φάρμακο που πήρε δεν έχει ~σει ακόμη. Πβ. δρα, επενεργεί, επηρεάζω. Βλ. αλληλ~, συν~. [< μτγν. ἐπιδρῶ 'κάνω, εκτελώ', γερμ. einwirken, auswirken, γαλλ. influer, influencer] | |
| 17633 | επιείκεια | [ἐπιείκεια] ε-πι-εί-κει-α ουσ. (θηλ.): αντιμετώπιση, αξιολόγηση προσώπου, κατάστασης με ανεκτικότητα και χωρίς αυστηρότητα: πνεύμα ~ας (προς τους ανηλίκους). Θα δείξω ~ απέναντί του/στα λάθη (πβ. ελαφρυντικό). Εξάντλησα κάθε ~. (για καθηγητή:) Βαθμολόγησε με μεγάλη ~. Ζήτησε από το δικαστήριο να τον κρίνει με ~. (ΝΟΜ.) Η αρχή της ~ας. Πβ. ελαστικότητα. Βλ. κατανόηση, μεγαλοθυμία, συγκατάβαση, συμπόνια. [< μτγν. ἐπιείκεια] | |
| 17634 | επιεικής | , ής, ές [ἐπιεικής] ε-πι-ει-κής επίθ. {επιεικ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επιεικέστ-ερος, -ατος}: που τον χαρακτηρίζει επιείκεια: Είμαι ~ με τους ανθρώπους/στις κρίσεις μου για τους άλλους. Η δικαιοσύνη στάθηκε ~ απέναντί του. Βλ. μεγαλόψυχος, συγκαταβατ-, συμπονετ-ικός.|| ~ής: χαρακτηρισμός. ~ής: βαθμολόγηση/μεταχείριση/ποινή/στάση. Πβ. ελαστικός. ΑΝΤ. ανεπιεικής, αυστηρός (1) ● επίρρ.: επιεικώς [-ῶς] 1. με επιείκεια. 2. (+ επίθ., επιτατ.) για αρνητική κρίση: συμπεριφορά ~ απαράδεκτη. Ταινία ~ μέτρια. Πβ. τουλάχιστον. [< αρχ. ἐπιεικής] | |
| 17635 | επίζηλος | , η, ο [ἐπίζηλος] ε-πί-ζη-λος επίθ. (λόγ.): αξιοζήλευτος, ζηλευτός: ο ~ τίτλος του ολυμπιονίκη. Η ~η θέση του διευθυντή/του προέδρου. [< αρχ. ἐπίζηλος] | |
| 17636 | επιζήμιος | , α, ο [ἐπιζήμιος] ε-πι-ζή-μι-ος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί ζημιά, βλάβη: ~ες: επιπτώσεις/συνέπειες. ~α: αποτελέσματα. Δίαιτα ~α για τον οργανισμό. Πολιτική οικονομικά και κοινωνικά ~α. Ενέργειες που μπορεί να αποβούν/αποδειχθούν ~ες για τα συμφέροντά μας. Πβ. ζημιογόνος. ΣΥΝ. βλαβερός, επιβλαβής ΑΝΤ. επικερδής, επωφελής ● επίρρ.: επιζήμια [< αρχ. ἐπιζήμιος] | |
| 17637 | επιζήσας | , ασα, αν [ἐπιζήσας] ε-πι-ζή-σας επίθ./ουσ. (λόγ.): αυτός που επέζησε: ο μόνος ~ από το ναυάγιο. Οι τελευταίοι ~αντες από τους διωγμούς. (λογιότ., + γεν.) Οι ~αντες του βομβαρδισμού/της μοιραίας πτήσης/των στρατοπέδων συγκέντρωσης.|| (ως επίθ.) ~αντες: στρατιώτες. Πβ. επιζών. Βλ. -ας, -ασα, -αν. [< αρχ. ἐπιζήσας, αγγλ. survivor, γαλλ. survivant] | |
| 17638 | επιζήτηση | [ἐπιζήτηση] ε-πι-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αναζήτηση, επιδίωξη: ~ λύσεων/συμφωνίας. ~ της αλήθειας/της δόξας/της ευτυχίας/του κέρδους (= κυνήγι)/της τελειότητας. [< αρχ. ἐπιζήτησις] | |
| 17639 | επιζητώ | [ἐπιζητῶ] ε-πι-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {επιζητ-είς (σπανιότ.) επιζητ-άς ...| επιζήτ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): προσπαθώ να καταφέρω ή να αποκτήσω κάτι: ~ούμε τη βοήθειά σας! Δεν ~ επαίνους! ~εί (να προκαλεί) την προσοχή των άλλων. Πβ. γυρεύω, επιδιώκω.|| (στο γ΄πρόσ.) Προβλήματα που ~ούν (= χρειάζονται) λύση. ~είται δράση/ενεργοποίηση/ενότητα/ομοψυχία (= υπάρχει ανάγκη). [< αρχ. ἐπιζητῶ] | |
| 17640 | επιζώ | [ἐπιζῶ] ε-πι-ζώ ρ. (αμτβ.) {επιζείς... | επέζ-ησα, επιζ-ήσει, λόγ. μτχ. επιζ-ών, μτχ. αορ. επιζ-ήσας, -ήσασα, -ήσαν} 1. καταφέρνω να παραμείνω ζωντανός, συνήθ. ύστερα από περιστατικό που έθεσε τη ζωή μου σε κίνδυνο: ~ησε από το ναυάγιο. (λόγ., +γεν.) ~ησαν του δυστυχήματος. Πβ. σώζομαι.|| Πόσο ~εί ο άνθρωπος χωρίς νερό/τροφή; ΣΥΝ. επιβιώνω (1) 2. (σπάν.-μτφ.) συνεχίζω να λειτουργώ παρόλες τις δυσκολίες: Η εταιρεία κατάφερε να ~ήσει κάνοντας περικοπές. ● επιζεί (μτφ.): εξακολουθεί να υπάρχει: Έθιμα που ~ησαν ως τις μέρες μας. [< αρχ. ἐπιζῶ, γαλλ. survivre, αγγλ. survive] | |
| 17641 | επιζών | , ώσα, ών [ἐπιζῶν] ε-πι-ζών επίθ./ουσ. {επιζ-ώντος (σπάν. θηλ. -ώσας κ. λογιότ. -ώσης) | -ώντες (ουδ. -ώντα) -ώντων} (λόγ.): αυτός που έχει επιζήσει: Κανένας ~ από τη συντριβή του αεροσκάφους. Διασώστες αναζητούν/εντόπισαν ~ώντες στα ερείπια/συντρίμμια (των κτιρίων). Μαρτυρίες ~ώντων. (λογιότ., + γεν.) ~ του Ολοκαυτώματος. Πβ. επιζήσας.|| (ως επίθ.) ~ώσες (γραπτές) πηγές. Τα ~ώντα θύματα.|| (επίσ.) Τα ~ώντα μέλη οικογένειας θανόντος (πβ. εν ζωή). Σύνταξη ~ώντος/ώσης συζύγου (= σύνταξη χηρείας). [< αρχ. ἐπιζῶν, γαλλ. survivant, αγγλ. survivor] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ