| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17644 | επιθαλάσσιος | , α, ο [ἐπιθαλάσσιος] ε-πι-θα-λάσ-σι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται (πάνω) στη θάλασσα, θαλάσσιος: ~ο: οχυρό/τείχος/φρούριο. ~ες: κατασκευές. Βλ. παρα-, υπο-θαλάσσιος, παράκτιος. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή βλ. αρωγή [< αρχ. ἐπιθαλάσσιος] | |
| 17645 | επιθανάτιος | , α, ο [ἐπιθανάτιος] ε-πι-θα-νά-τι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με (ή γίνεται) την ώρα του θανάτου: ~α: αγωνία/(λογοτ.) κλίνη. ~οι: σπασμοί. ~ες: εμπειρίες. ● ΣΥΜΠΛ.: επιθανάτιος ρόγχος βλ. ρόγχος [< μτγν. ἐπιθανάτιος] | |
| 17646 | επίθεμα | [ἐπίθεμα] ε-πί-θε-μα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. κομμάτι γάζας ή άλλου υφάσματος που εφαρμόζεται τοπικά στο δέρμα για θεραπευτικούς σκοπούς: αντισυλληπτικό/αποστειρωμένο/αυτοκόλλητο/διαδερμικό ~. Ζεστά/κρύα ~ατα. ~ για εγκαύματα/κάλους/φουσκάλες. Πβ. έμπλαστρο, κομπρέσα.|| ~ νικοτίνης (ΣΥΝ. μπάλωμα, πατς). [< μτγν. ἐπίθεμα ‘φάρμακο για εξωτερική χρήση’] | |
| 17647 | επίθεση | [ἐπίθεση] ε-πί-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αιφνίδια και συνήθ. συντονισμένη κίνηση στρατιωτικής δύναμης εναντίον εχθρού, η οποία σημαίνει την αρχή της μάχης, της προσπάθειας καταστροφής των εχθρικών δυνάμεων ή της κατάκτησης μιας θέσης: αεροπορική (πβ. βομβαρδισμός)/πυρηνική/χερσαία ~. ~ με όλμους. ~ αντιπερισπασμού. Κατά μέτωπο ~. Φόβοι για γενικευμένη/συνδυασμένη ~. Η ~ αποκρούστηκε. Ετοιμάζουν προληπτική ~. Το κτίριο έγινε στόχος ~ης.|| (ΠΟΛΙΤ.) Σύμφωνο μη ~ης/(λόγ.) ~έσεως. Πβ. έφοδος, εφόρμηση. Βλ. πόλεμος. ΑΝΤ. άμυνα (2) 2. βίαιη ενέργεια που αποσκοπεί στην πρόκληση βλάβης: αιματηρή/αιφνιδιαστική/άνανδρη/απρόκλητη/βομβιστική/(δολο)φονική/εγκληματική/εμπρηστική (= εμπρησμός)/ένοπλη/μαφιόζικη/ρατσιστική ~. ~ με μαχαίρι/μολότοφ/πέτρες/σφαίρες. Συμβολική ~ με μπογιές. ~ αγνώστων/εξτρεμιστών/κουκουλοφόρων. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος αστυνομικών. ~ με σκοπό την κλοπή. Ο δράστης/το θύμα της ~ης. Κρούσματα/κύμα/μπαράζ/σειρά ~έσεων. Απετράπη τρομοκρατική ~.|| (μτφ.) ~ στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ιστοσελίδα δέχτηκε (μαζική) ~ από χάκερς. Πβ. πλήγμα. Βλ. κυβερνο~.|| (ειρων.) (Σχεδιάζουν/πραγματοποίησαν) ~ αγάπης/ειρήνης. Έκανε ~ στο φαγητό. 3. (μτφ.) άσκηση σκληρής κριτικής ή εκτόξευση κατηγοριών εναντίον κάποιου: άδικη/αήθης/ανήθικη/ανίερη/ανοιχτή/δριμεία/ενορχηστρωμένη/λεκτική/ολομέτωπη/προσωπική/συκοφαντική/σφοδρή/υβριστική/φραστική ~. ~ (ενάντια) στην κυβέρνηση εξαπέλυσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πβ. πολεμική. 4. ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) κίνηση των παικτών μιας ομάδας, κατά τη διάρκεια αγώνα, στην περιοχή του αντιπάλου, με σκοπό την επίτευξη τέρματος ή πόντων· συνεκδ. οι επιθετικοί παίκτες ή ο χώρος του γηπέδου όπου αυτοί κινούνται: οργανωμένη/φουλ ~. Παίζουν ~. Βλ. αντ~.|| Δεν είχαμε καλή ~. Βρέθηκε/έπαιξε στην κορυφή της ~ης. ΑΝΤ. άμυνα (3) 5. (λόγ.) τοποθέτηση πάνω σε κάτι: ~ κομπρέσας (στο μέτωπο)/πάγου (στο χτύπημα)/σφραγίδας (στις συσκευασίες). ● ΣΥΜΠΛ.: επίθεση φιλίας (συνήθ. ειρων.): έντονη και πληθωρική επίδειξη φιλικής διάθεσης προς κάποιον, συνήθ. στο πλαίσιο δημόσιων σχέσεων: ~ ~ και συνεργασίας. ~ ~ προς τους απεργούς έκανε/εξαπέλυσε ο πρωθυπουργός., επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας βλ. αυτοκτονία, επιθετική γραμμή βλ. επιθετικός, το φτερό της επίθεσης βλ. φτερό ● ΦΡ.: επίθεση!: πρόσταγμα για την έναρξη εχθροπραξιών: εμπρός, ~!, διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών βλ. χειρ, εξαπολύω επίθεση βλ. εξαπολύω, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα [< 1, 2, 5: αρχ. ἐπίθεσις, γαλλ. attaque] | |
| 17648 | επιθετικογενής | , ής, ές [ἐπιθετικογενής] ε-πι-θε-τι-κο-γε-νής επίθ.: ΑΘΛ. (σε ομαδικό άθλημα) που ο ρόλος του ή το χαρακτηριστικό του είναι η επίθεση: ~ής: μέσος/παίκτης. ~ής: τακτική. ~ές: παιχνίδι/ποδόσφαιρο/χαφ. Ομάδα με ~ές σχήμα. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. αμυντικογενής | |
| 17649 | επιθετικός | , ή, ό [ἐπιθετικός] ε-πι-θε-τι-κός επίθ. 1. που φανερώνει ή χαρακτηρίζεται από εχθρική διάθεση ή αντιπαλότητα· κατ' επέκτ. ενεργητικός, δυναμικός: ~ή: ενέργεια/πολιτική/στάση/συμπεριφορά (= εριστική). ~ό: ύφος. ~ές: δηλώσεις. ~ά: σχόλια. Με ~ές διαθέσεις μπήκε στον αγωνιστικό χώρο η ομάδα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή μορφή καρκίνου (= διηθητικός).|| Ήταν ~οί και αυθάδεις/προσβλητικοί. Ο σκύλος αγρίεψε και έγινε ~. Πβ. βίαιος, εχθρικός.|| ~ή: διπλωματία/εκστρατεία/στρατηγική. ~ό: μάρκετινγκ. ~ές: εξαγορές. ΑΝΤ. αμυντικός (3) 2. που σχετίζεται με τη στρατιωτική επίθεση: ~ός: πόλεμος. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: όπλα. ΑΝΤ. αμυντικός (1) 3. ΑΘΛ. που αφορά την επίθεση μιας ομάδας, κυρ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: ~ός: μέσος (= μεσο~)/παίκτης. ~ή: προσπάθεια/τακτική. ~ό: ποδόσφαιρο/χαφ. ~ά: ριμπάουντ/φάουλ. ΑΝΤ. αμυντικός (2) 4. ΓΡΑΜΜ. που λειτουργεί ως επίθετο: ~ή: μετοχή (= αναφορική). Επιρρήματα με ~ή χρήση (π.χ. οι ανωτέρω/παραπάνω λόγοι). ● Ουσ.: επιθετικός (ο): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που συνήθ. αγωνίζεται στην επιθετική γραμμή της ομάδας του: ακραίος/διεθνής/κεντρικός (= σέντερ φορ) ~. Πβ. κυνηγός, στράικερ. Βλ. αμυντικός, μέσος. [< αγγλ. offensive (player)] ● επίρρ.: επιθετικά ● ΣΥΜΠΛ.: επιθετική γραμμή & γραμμή επίθεσης 1. ΑΘΛ. οι επιθετικοί παίκτες κυρ. ποδοσφαιρικής ομάδας· ο χώρος του γηπέδου στον οποίο αυτοί αγωνίζονται. Βλ. αμυντική, μεσαία γραμμή. 2. (μτφ.) μέσο αντιμετώπισης: Η γραμμή επίθεσης κατά των ασθενειών πρέπει να είναι το διαιτολόγιο., επιθετικός προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. επίθετο σε θέση ομοιόπτωτου ονοματικού προσδιορισμού που προσδίδει σε ένα ουσιαστικό μια μόνιμη ιδιότητα (π.χ. η λ. "τίμιος" στην πρόταση "είναι ένας τίμιος άνθρωπος"). Βλ. επίθετο, κατηγορηματικός προσδιορισμός. [< αρχ. ἐπιθετικός 1: γαλλ. agressif, αγγλ. aggressive 2: γαλλ. offensif 4: μτγν. ~] | |
| 17650 | επιθετικότητα | [ἐπιθετικότητα] ε-πι-θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του επιθετικού: λεκτική/φραστική ~. ~ στα λόγια/στους τρόπους. Κρούσματα ~ας ανηλίκων. Εκδηλώσεις ~ας και ανάρμοστης συμπεριφοράς. Κλίμα ~ας και μίσους. Ψυχολογικά προβλήματα που εκδηλώνονται με ~. Εμφανίζει ~. (ΙΑΤΡ.) ~ της νόσου. Πβ. βιαι-, εριστικ-ότητα, οξύτητα. [< γαλλ. agressivité, αγγλ. aggression] | |
| 17651 | επίθετο | [ἐπίθετο] ε-πί-θε-το ουσ. (ουδ.) {επιθέτ-ου | -ων} 1. ΓΡΑΜΜ. μέρος του λόγου το οποίο προσδιορίζει ουσιαστικό και εκφράζει ιδιότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα ή εξειδικεύει ένα πράγμα, διαφοροποιώντας το από κάτι άλλο (π.χ. το "άσπρος" στο "άσπρος τοίχος"): ουσιαστικοποιημένο (: που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. η Ελληνική (ενν. γλώσσα))/ρηματικό (: παράγωγο από ρήμα, π.χ. παραδίδω > παραδοτ-έος) ~. ~ τριγενές και δικατάληκτο (π.χ. ευσεβής, -ής, -ές). Απόλυτα (π.χ. ένας/μία/ένα)/αριθμητικά/τακτικά (π.χ. πρώτος, -η, -ο) ~α. Ο αριθμός/το γένος/οι καταλήξεις/η κλίση/οι πτώσεις των ~ων. Τα παραθετικά των ~ων. Βλ. επιθετικός/κατηγορηματικός προσδιορισμός, κατηγορούμενο.|| ~α που έχουν αποδοθεί στην Παναγία. 2. (επίσ.) επώνυμο: οικογενειακό ~. Όνομα και ~. Χρήση ~ου συζύγου (ενν. από γυναίκα). Πβ. οικογενειακό όνομα. Βλ. παρατσούκλι, παρωνύμιο, πατρώνυμο, προσωνυμία. ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμητικά επίθετα βλ. κοσμητικός [< 1: αρχ. ἐπίθετον, γαλλ. épithète 2: μτγν. φρ. ἐπίθετον ὄνομα, γαλλ. surnom] | |
| 17652 | επιθεώρηση | [ἐπιθεώρηση] ε-πι-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσημος έλεγχος της πορείας μιας σειράς εργασιών, της εύρυθμης και σωστής λειτουργίας μιας υπηρεσίας ή της καλής κατάστασης ενός χώρου: γενική/εβδομαδιαία/ειδική/έκτακτη/ετήσια/περιοδική/συστηματική/τακτική ~. ~ εξοπλισμού/πλοίων (βλ. νηογνώμονας). Επίσκεψη-~ (ενν. του Γενικού Επιθεωρητή) στην Αστυνομική Διεύθυνση. Αιφνιδιαστικές/επιτόπιες ~ήσεις. Εντατικοποίηση των ~ήσεων. Γίνονται/διενεργούνται/διεξάγονται/πραγματοποιούνται ~ήσεις. Κατά την ~ διαπιστώθηκε ότι ...|| (ΣΤΡΑΤ.) Στρατηγική/ταξιαρχική ~. ~ του αγήματος/όπλων και θαλάμων. 2. (συνεκδ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) ανώτερη δημόσια υπηρεσία επιφορτισμένη με τον έλεγχο της λειτουργίας εκείνων που ανήκουν στη δικαιοδοσία της: Υγειονομική ~. ~ Δασών. 3. περιοδική έκδοση η οποία παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε κάποιο γνωστικό τομέα μέσα από άρθρα και δημοσιεύματα: επιστημονική/καλλιτεχνική/πολιτική ~.|| (ως τίτλος περιοδικού, με κεφάλ. το αρχικό Ε) Οικολογική ~. ~ Εκπαιδευτικών Θεμάτων. 4. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος με αυτοτελή νούμερα που συνοδεύονται από τραγούδια και χορό και σατιρίζουν την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα: μουσική ~. Νούμερο ~ης. Βλ. κωμειδύλλιο, κωμωδία, σάτιρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή επιθεώρηση & (σπάν.) ενεργειακή αυτοψία/διάγνωση: εκτίμηση και καταγραφή της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, των παραγόντων που την επηρεάζουν και των δυνατοτήτων εξοικονόμησής της σε ένα κτίριο ή κτιριακό συγκρότημα., Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας: υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με κύριο έργο την επίβλεψη και τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. [< 1: μτγν. ἐπιθεώρησις ‘εξέταση’, γαλλ. inspection, revue 2: γαλλ. inspection 3,4: γαλλ. revue] | |
| 17653 | επιθεωρησιακός | , ή, ό [ἐπιθεωρησιακός] ε-πι-θε-ω-ρη-σι-α-κός επίθ.: ΘΕΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θεατρική επιθεώρηση: ~ή: παράσταση. ~ό: θέατρο/νούμερο/τραγούδι. | |
| 17654 | επιθεωρητής | [ἐπιθεωρητής] ε-πι-θε-ω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) , επιθεωρήτρια (η): (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) ανώτερος υπάλληλος, συνήθ. του δημόσιου τομέα, επιφορτισμένος με τη διενέργεια επιθεωρήσεων: αστυνομικός/ενεργειακός/κτηνιατρικός/οικονομικός/τεχνικός/υγειονομικός ~. ~ περιβάλλοντος/πωλήσεων/υγείας. ~ές δημοσίων έργων. Η έκθεση/τα πορίσματα των ~ών. Πβ. ελεγκτής.|| Γενικός ~ Πολεμικού Ναυτικού/Στρατού. Σώμα ~ών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης.|| (παλαιότ.) Σχολικός ~. ~ Δημοτικής/Μέσης Εκπαίδευσης. Βλ. σχολικός σύμβουλος. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση [< γαλλ. inspecteur, γερμ. Inspektor] | |
| 17655 | επιθεωρώ | [ἐπιθεωρῶ] ε-πι-θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {επιθεωρ-είς ... | επιθεώρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. (για επιθεωρητή ή πρόσωπο με την αντίστοιχη αρμοδιότητα) κάνω επιθεώρηση: Ο πρωθυπουργός ~εί το τιμητικό άγημα. Ο περιφερειάρχης ~ησε τα οδικά έργα. Κατασκευές που ~ούνται από μηχανικό. Εγκαταστάσεις/καταστήματα που ~ήθηκαν (επιτυχώς). Πβ. ελέγχω. 2. (σπάν.-μτφ.) εξετάζω λεπτομερώς κάτι: Κοιτάζει στον καθρέφτη και ~εί το πρόσωπό του. Πβ. περιεργάζομαι. [< 1: γαλλ. inspecter 2: αρχ. ἐπιθεωρῶ] | |
| 17656 | επιθηλιακός | , ή, ό [ἐπιθηλιακός] ε-πι-θη-λι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το επιθήλιο: ~ός: ιστός/καρκίνος (= επιθηλίωμα). ~ή: δυσπλασία/υπερπλασία. ~ά: κύτταρα. [< γαλλ. épithélial, αγγλ. epithelial] | |
| 17657 | επιθήλιο | [ἐπιθήλιο] ε-πι-θή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ.-ΦΥΣΙΟΛ. λεπτός μεμβρανώδης ιστός που αποτελείται από ένα ή περισσότερα κυτταρικά στρώματα και καλύπτει εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες του σώματος και των οργάνων του: αδενικό (: από κύτταρα που παράγουν εκκρίσεις)/οσφρητικό (: επένδυση της οσφρητικής περιοχής της ρινικής κοιλότητας) ~. Κυβοειδές/κυλινδρικό/πλακώδες ~ (: με βάση το σχήμα των κυττάρων). Το ~ των βρόγχων/του παχέος εντέρου. [< γαλλ. épithélium, αγγλ. epithelium] | |
| 17658 | επιθηλίωμα | [ἐπιθηλίωμα] ε-πι-θη-λί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης επιθηλιακός όγκος. Πβ. καρκίνωμα. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. épithélioma, αγγλ. epithelioma] | |
| 17659 | επίθημα | [ἐπίθημα] ε-πί-θη-μα ουσ. (ουδ.) {επιθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΓΛΩΣΣ. πρόσφυμα που προσκολλάται στο τέλος λέξης: καταληκτικό/κλιτικό/λεξικό (π.χ. -δοτώ)/παραγωγικό (π.χ. -ικός, -τήριο) ~. Πβ. κατάληξη. Βλ. μόρφημα, πρόθημα. 2. ΑΡΧΙΤ. ανεστραμμένη κόλουρη πυραμίδα που τοποθετούνταν σε κιονόκρανο για καλύτερη στήριξη του τόξου, κυρ. σε βυζαντινούς ναούς. [< 1: γαλλ. suffixe 2: αρχ. ἐπίθημα] | |
| 17660 | επιθηματοποίηση | [ἐπιθηματοποίηση] ε-πι-θη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. προσθήκη επιθήματος στο τέλος του θέματος μιας λέξης για τον σχηματισμό μιας νέας: ~ επιθέτων (π.χ. μικρ-ούλης)/ουσιαστικών. Βλ. παραγωγή, προθηματοποίηση. [< γαλλ. suffixation] | |
| 17661 | επιθυμητικός | , ή, ό [ἐπιθυμητικός] ε-πι-θυ-μη-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έντονη επιθυμία: ~ή: διάθεση/δύναμη. Κυρ. στο ● Ουσ.: επιθυμητικό(ν) (το): ΦΙΛΟΣ. ένα από τα τρία μέρη της ψυχής, σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, στο οποίο εδράζονται οι επιθυμίες και τα πάθη. Βλ. θυμοειδές, λογιστικό(ν). [< αρχ. ἐπιθυμητικός] | |
| 17662 | επιθυμητός | , ή, ό [ἐπιθυμητός] ε-πι-θυ-μη-τός επίθ.: που αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας: ~ός: σκοπός/στόχος. ~ή: έκβαση/κατάληξη. ~ά: προσόντα. Επιλέξτε τον ~ό τρόπο επικοινωνίας/πληρωμής. Δεν είχαμε τα ~ά (= αναμενόμενα) αποτελέσματα. Βρήκα το ιδανικό δώρο, στην ~ή τιμή. Έκανα δίαιτα, για να φτάσω στο ~ό βάρος. Άριστη γνώση Αγγλικών, ~ή η γνώση Γαλλικών (: σε αγγελία για θέση εργασίας). "Κατάλληλο για όλους-~ή η γονική συναίνεση" (: σήμανση τηλεοπτικής εκπομπής). Πβ. ευκταίος, ποθητός.|| (για πρόσ.) ~ (ερωτικά) και γοητευτικός. ΑΝΤ. ανεπιθύμητος [< αρχ. ἐπιθυμητός] | |
| 17663 | επιθυμία | [ἐπιθυμία] ε-πι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) : ενστικτώδης και συνειδητή τάση (θέληση και ορμή) ενός ανθρώπου να αποκτήσει, να επιτύχει ή να βιώσει κάτι· συνεκδ. το αντικείμενο της επιθυμίας: ακόρεστη/ασίγαστη/διακαής/δυνατή/έμφυτη/έντονη/ευγενική/ισχυρή/νοσηρή/ουτοπική/σφοδρή/φλογερή ~. Ερωτική/σαρκική/σεξουαλική ~ (πβ. αποθυμιά, πόθος). Ανεκπλήρωτες/ανικανοποίητες/ανομολόγητες/ασυνείδητες/κρυφές ~ες. Εκπλήρωση/υλοποίηση των ~ών της. ~ για γνώση/δόξα/μάθηση (πβ. διάθεση, λαχτάρα). Έχω μια ακατάσχετη ~ για γλυκό (= όρεξη). Εκδήλωσε/εξέφρασε την ~ του να ... (πβ. πρόθεση). (για ετοιμοθάνατο) Η τελευταία του ~ ήταν να ... Ικανοποιεί/πραγματοποιεί κάθε της ~. (ευχετ.) Όλες οι ~ες σου να γίνουν πραγματικότητα! Συμμορφώνεται με τις ~ες (= τα θέλω) των άλλων. Υποκύπτει στις ~ες των παιδιών της. Πβ. βούληση, θέλημα. Βλ. ανάγκη, ευχή, πάθος, προσδοκία.|| Αυτό το ταξίδι ήταν παλιά μου ~. [< αρχ. ἐπιθυμία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ