| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17662 | επιθυμητός | , ή, ό [ἐπιθυμητός] ε-πι-θυ-μη-τός επίθ.: που αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας: ~ός: σκοπός/στόχος. ~ή: έκβαση/κατάληξη. ~ά: προσόντα. Επιλέξτε τον ~ό τρόπο επικοινωνίας/πληρωμής. Δεν είχαμε τα ~ά (= αναμενόμενα) αποτελέσματα. Βρήκα το ιδανικό δώρο, στην ~ή τιμή. Έκανα δίαιτα, για να φτάσω στο ~ό βάρος. Άριστη γνώση Αγγλικών, ~ή η γνώση Γαλλικών (: σε αγγελία για θέση εργασίας). "Κατάλληλο για όλους-~ή η γονική συναίνεση" (: σήμανση τηλεοπτικής εκπομπής). Πβ. ευκταίος, ποθητός.|| (για πρόσ.) ~ (ερωτικά) και γοητευτικός. ΑΝΤ. ανεπιθύμητος [< αρχ. ἐπιθυμητός] | |
| 17663 | επιθυμία | [ἐπιθυμία] ε-πι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) : ενστικτώδης και συνειδητή τάση (θέληση και ορμή) ενός ανθρώπου να αποκτήσει, να επιτύχει ή να βιώσει κάτι· συνεκδ. το αντικείμενο της επιθυμίας: ακόρεστη/ασίγαστη/διακαής/δυνατή/έμφυτη/έντονη/ευγενική/ισχυρή/νοσηρή/ουτοπική/σφοδρή/φλογερή ~. Ερωτική/σαρκική/σεξουαλική ~ (πβ. αποθυμιά, πόθος). Ανεκπλήρωτες/ανικανοποίητες/ανομολόγητες/ασυνείδητες/κρυφές ~ες. Εκπλήρωση/υλοποίηση των ~ών της. ~ για γνώση/δόξα/μάθηση (πβ. διάθεση, λαχτάρα). Έχω μια ακατάσχετη ~ για γλυκό (= όρεξη). Εκδήλωσε/εξέφρασε την ~ του να ... (πβ. πρόθεση). (για ετοιμοθάνατο) Η τελευταία του ~ ήταν να ... Ικανοποιεί/πραγματοποιεί κάθε της ~. (ευχετ.) Όλες οι ~ες σου να γίνουν πραγματικότητα! Συμμορφώνεται με τις ~ες (= τα θέλω) των άλλων. Υποκύπτει στις ~ες των παιδιών της. Πβ. βούληση, θέλημα. Βλ. ανάγκη, ευχή, πάθος, προσδοκία.|| Αυτό το ταξίδι ήταν παλιά μου ~. [< αρχ. ἐπιθυμία] | |
| 17664 | επιθυμώ | [ἐπιθυμῶ] ε-πι-θυ-μώ ρ. (μτβ.) {επιθυμ-είς ... | επιθύμ-ησα, -ώντας} (λόγ.): έχω κάποια επιθυμία, θέλω: ~ διακαώς να ... Τι ~εί (= λαχταρά, ποθεί) η καρδιά/η ψυχή σου; ~ούμε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους. Δεν ~ να απαντήσω. Είμαι πολύ καλά και το ίδιο ~ (= εύχομαι) και για σένα (: στην αρχή επιστολής). (ευχετ.) Χρόνια πολλά και ό,τι ~είς! Κυρία/κύριος ~εί γνωριμία γάμου (: σε αγγελίες). Τι ~είτε, παρακαλώ; (: τυπική ερώτηση λ.χ. πωλητή σε πελάτη).|| Έχω ~ήσει μια βόλτα στην εξοχή/με τους δικούς μου (πβ. αποθυμώ, νοσταλγώ). Σε ~ησα. [< αρχ. ἐπιθυμῶ] | |
| 17665 | επικάθεται | [ἐπικάθεται] ε-πι-κά-θε-ται ρ. (αμτβ.) {επικάθ-ισε, -ήμενος} (λόγ.) & (λογιότ.) επικάθηται: (για σκόνη, ίζημα) καταλήγει, συσσωρεύεται, συγκεντρώνεται πάνω σε επιφάνεια: Υγρασία που ~ στο έδαφος και τα φυτά. Πίσσα και καπνός που ~ονται στην καμινάδα. Βρομιά που έχει ~ίσει στους προβολείς. Πβ. καθιζάνει, κατακάθεται. [< αρχ. ἐπικάθημαι] | |
| 17666 | επικαθήμενος | , η, ο [ἐπικαθήμενος] ε-πι-κα-θή-με-νος επίθ.: (για κατασκευή, μηχανισμό) που κάθεται, πατά πάνω σε κάτι: ~ος: νιπτήρας. ~η: βάση/καρότσα. ~ο: όχημα/φορτηγό. ● Ουσ.: επικαθήμενο (το): ημιρυμουλκούμενο: ρυμουλκό/φορτηγό με ~. Πβ. νταλίκα. [< αρχ. ἐπικαθήμενος] | |
| 17667 | επικάθιση | [ἐπικάθιση] ε-πι-κά-θι-ση ουσ. (θηλ.) & επικάθηση: εναπόθεση υλικού σε επιφάνεια· (συνεκδ. στον πληθ.) το ίδιο το υλικό: ~ αλάτων σε πλυντήρια (βλ. καθαλάτωση). ~ ρύπων και σκόνης σε μνημεία.|| Στερεά υπολείμματα και ~ίσεις. ~ίσεις και κατάλοιπα καύσεως. Απομάκρυνση/σχηματισμός ~ίσεων. Πβ. ίζημα. | |
| 17668 | επικαιρικός | , ή, ό [ἐπικαιρικός] ε-πι-και-ρι-κός επίθ.: που ανταποκρίνεται στην επικαιρότητα: ~ή: εκπομπή. Άρθρο με ~ό χαρακτήρα. Πβ. επίκαιρος. Βλ. διαχρονικός. | |
| 17669 | επικαιροποίηση | [ἐπικαιροποίηση] ε-πι-και-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικαιροποιώ: ~ της γνώσης/του θέματος/του μητρώου .../των προτάσεων για .../της στατικής μελέτης/των στόχων/της στρατηγικής μας. ~ της διδακτέας ύλης/του εκπαιδευτικού υλικού/των προγραμμάτων σπουδών (πβ. εκσυγχρονισμός). Επιμέλεια και ~ ιστοσελίδων. Προθεσμία ~ης στοιχείων. Συνεχείς ~ήσεις. Βλ. επαν~, -ποίηση. [< γαλλ. actualisation] | |
| 17670 | επικαιροποιώ | [ἐπικαιροποιῶ] ε-πι-και-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {επικαιροποι-εί ... | επικαιροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: εκσυγχρονίζω, προσαρμόζω στα νέα δεδομένα: ~ήθηκε η μελέτη/το πρόγραμμα/το σχέδιο δράσης ... ~ημένη: έκδοση (= αναθεωρημένη). ~ο: μνημόνιο. ~ες: οδηγίες. ~ημένα: κείμενα/(στατιστικά) στοιχεία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. actualiser] | |
| 17671 | επίκαιρος | , η, ο [ἐπίκαιρος] ε-πί-και-ρος επίθ. 1. που ανήκει στην παρούσα εποχή, συμβαδίζει με αυτή· που είναι κατάλληλος για την περίσταση: ~η: ιστορία. ~ο: βιβλίο/έργο/σχόλιο. ~α: γεγονότα/ζητήματα/προβλήματα. Το θέμα είναι/παραμένει ~ο. Παλιό, αλλά ~ο άρθρο. Συγγραφέας διαχρονικός και πάντα ~. Πβ. σύγχρονος.|| ~η: παρέμβαση/συζήτηση. Πβ. εύστοχος, καίριος. Βλ. -καιρος, -η, -ο. ΑΝΤ. άκαιρος, ανεπίκαιρος, παράκαιρος 2. (για τόπο) που είναι εξαιρετικά σημαντικός για την επίτευξη κάποιου στόχου: Πυροφυλάκια/σκοπιές που έχουν τοποθετηθεί σε ~α σημεία. Κατέλαβαν ~ες θέσεις. Πβ. στρατηγικός. ● Ουσ.: επίκαιρα (τα) (παλαιότ.): ειδήσεις, νέα, επικαιρότητα: κινηματογραφικά ~ (: παρουσιάζονταν στον κινηματογράφο πριν από την έναρξη της ταινίας). [< γαλλ. Les actualités] ● επίρρ.: επίκαιρα ● ΣΥΜΠΛ.: επίκαιρη ερώτηση: ΠΟΛΙΤ. που υποβάλλεται από βουλευτή για θέμα της άμεσης επικαιρότητας και απευθύνεται στον Πρωθυπουργό ή σε κάποιον από τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά, σε μία από τις τρεις κάθε εβδομάδα, ειδικά για τη συζήτησή τους, συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής: ~ ~ του ... (προς τον ...) για τα εθνικά θέματα/την οικονομία/την παιδεία. Κατέθεσε ~ ~. Βλ. κοινοβουλευτικός έλεγχος, η ώρα του πρωθυπουργού. [< γαλλ. question d’actualité] , επίκαιρη επερώτηση βλ. επερώτηση [< αρχ. ἐπίκαιρος, γαλλ. actuel] | |
| 17672 | επικαιρότητα | [ἐπικαιρότητα] ε-πι-και-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. οι τελευταίες, τρέχουσες εξελίξεις σε κάποιον τομέα, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ειδησεογραφικού ενδιαφέροντος και ενημέρωσης της κοινής γνώμης: η αθλητική/διεθνής/εγχώρια/καλλιτεχνική/οικονομική/παγκόσμια/πολιτική/πολιτιστική/τρέχουσα ~. Η ~ σε τίτλους/φωτογραφίες. Στήλη με νέα από την ~. Η ~ της εβδομάδας (που πέρασε/φεύγει). Ανασκόπηση/θέματα/πρόσωπα/σχολιασμός της ~ας. Εκτός ~ας. Υποθέσεις που απασχόλησαν την ~. Ζήτημα που επανήλθε στην ~. Πρόβλημα που βρίσκεται στο επίκεντρο/κέντρο της ~ας. Πβ. ειδησεογραφία. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του επίκαιρου: η ~ του μηνύματος. (για πνευματικό άνθρωπο) Η ~ της σκέψης και του έργου του. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανεπικαιρότητα [< γαλλ. actualité] | |
| 17673 | επικαλαμίδα | [ἐπικαλαμίδα] ε-πι-κα-λα-μί-δα ουσ. (θηλ.): προστατευτικό κάλυμμα της κνήμης που φορούν κυρ. αθλητές. Βλ. επιαγκωνίδα, επιγονατίδα, επιστραγαλίδα, σπασουάρ. | |
| 17674 | επικαλούμαι | [ἐπικαλοῦμαι] ε-πι-κα-λού-μαι ρ. (μτβ.) {επικαλείσαι ..., μτχ. επικαλ-ούμενος | επικαλέ-στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, επικλή-θηκε, -θεί} 1. αναφέρω κάτι και το προβάλλω ως επιχείρημα ή δικαιολογία: ~ ως απόδειξη των λεγομένων μου/ως ελαφρυντικό ότι ... (ΝΟΜ.) ~ τα ακόλουθα (= επάγομαι). ~ τη μαρτυρία σας. Δημοσίευμα που ~είται αξιόπιστες πηγές. ~ούνται το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης/τον νόμο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. ~στηκε φόρτο εργασίας. Θα ~στώ την κοινή λογική. Υπέβαλε παραίτηση ~ούμενος προσωπικούς λόγους.|| Η ισχύς των νόμων, οι οποίοι έχουν ~θεί, αμφισβητείται. 2. λέω κάτι και το χρησιμοποιώ για να ζητήσω βοήθεια· κάνω έκκληση: ~ την επιείκειά/την κατανόησή/την υπομονή σας. ~ τη φιλία μας τόσων χρόνων, για να ... ~ούμαστε τα ανθρωπιστικά σας συναισθήματα.|| ~ τα θεία/τον Θεό (στις δύσκολες στιγμές). Πβ. καταφεύγω, προστρέχω, προσφεύγω. ● Μτχ.: επικαλούμενος , η, ο (λόγ.): επονομαζόμενος, επιλεγόμενος: ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο ~ και Ναζιανζηνός. [< αρχ. ἐπικαλοῦμαι, γαλλ. invoquer, appeler] | |
| 58794 | επικαλούμαι | ||
| 43235 | επικαλούμαι | προ-φα-σί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {προφασί-στηκα, προφασιζ-όμενος}: επικαλούμαι κάτι ως ψεύτικη δικαιολογία, βρίσκω πρόφαση: ~στηκε αδιαθεσία, για να μην πάει στη δουλειά. ~όμενος ότι …/προβλήματα υγείας.[< αρχ. προφασίζομαι] | |
| 17675 | επικάλυμμα | [ἐπικάλυμμα] ε-πι-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.): επίστρωση, επένδυση: προστατευτικό ~. ~ πλαστικού. Εικόνα με ασημένιο ~. Σκληρά ~ατα δαπέδων. ΣΥΝ. επικάλυψη (1) [< αρχ. ἐπικάλυμμα ‘περίβλημα’] | |
| 17676 | επικαλυπτικός | , ή, ό [ἐπικαλυπτικός] ε-πι-κα-λυ-πτι-κός επίθ. (λόγ.): καλυπτικός: ~ή: κρέμα/στρώση. ~ό: υλικό. | |
| 17677 | επικαλυπτικότητα | [ἐπικαλυπτικότητα] ε-πι- κα-λυ-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλυπτικότητα. | |
| 17678 | επικαλύπτω | [ἐπικαλύπτω] ε-πι-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {επικάλυ-ψα, επικαλύ-φθηκε, -φθεί, -μμένος, επικαλυπτ-όμενος, -οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: καλύπτω επιφάνεια με ένα υλικό: Τα πατώματα έχουν ~φθεί με μάρμαρο. Πλάκα ~μμένη με βερνίκι. Πβ. επενδύω, επιστρώνω, σκεπάζω. ● Παθ.: επικαλύπτεται: (μτφ.) συμπίπτει ή έχει κοινό πεδίο αναφοράς με κάτι άλλο: Μαθήματα που ~ονται μεταξύ τους. ~όμενες: αρμοδιότητες. Πβ. αλληλοκαλύπτονται. [< αγγλ. overlap] [< αρχ. ἐπικαλύπτω] | |
| 17679 | επικάλυψη | [ἐπικάλυψη] ε-πι-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη επιφάνειας με υλικό· το ίδιο το υλικό: ~ μετάλλων/τοίχων. ~ από ... Πβ. στρώσιμο.|| Αντιδιαβρωτική/κεραμική/προστατευτική/τελική ~. Καλώδιο με πλαστική ~. Πβ. επένδυση, κάλυμμα, στρώση.|| (ΖΑΧΑΡ.) Κέικ/κρουασάν/μπισκότα με ~ σοκολάτας. ~ τούρτας (με σαντιγί, αμύγδαλα). Πβ. γαρνίρισμα, γαρνιτούρα. ΣΥΝ. επίστρωση 2. (μτφ.) σύμπτωση τομέων ή δράσεων: ~ αρμοδιοτήτων (= αλληλοκάλυψη). (Χρονική) ~ μαθημάτων και εξετάσεων. ~ύψεις μεταξύ (θεσμικών) οργάνων/υπουργείων/φορέων. [< 1: μτγν. ἐπικάλυψις 2: αγγλ. overlap] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ