| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17682 | επικαρπωτής | [ἐπικαρπωτής] ε-πι-καρ-πω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επικαρπώ-τρια}: ΝΟΜ. κάτοχος επικαρπίας: ιδιοκτήτες ~ές (γεωργικής γης). Είναι μόνο ~ και όχι κύριος του διαμερίσματος.|| (ως επίθ.) Η ~τρια επιχείρηση. [< γαλλ. usufruitier] | |
| 17683 | επικασσιτερωμένος | , η, ο [ἐπικασσιτερωμένος] ε-πι-κασ-σι-τε-ρω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επικασσιτέρωση: ~ος: σίδηρος/χαλκός/χάλυβας. ~ο: καλώδιο. Βλ. επιμεταλλωμένος. | |
| 17684 | επικασσιτέρωση | [ἐπικασσιτέρωση] ε-πι-κασ-σι-τέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιμετάλλωση με κασσίτερο με σκοπό την προστασία από την οξείδωση· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ~ σκευών. ΣΥΝ. γάνωμα [< γαλλ. étamage] | |
| 17685 | επικείμενος | , η, ο [ἐπικείμενος] ε-πι-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που επίκειται: ~ος: γάμος/πόλεμος/σεισμός. ~η: δίκη/επίθεση/επίσκεψη/καταιγίδα/καταστροφή/συνάντηση. ~ο: συνέδριο/ταξίδι. ~ες: αλλαγές/εκλογές. ~α: γεγονότα. Πβ. επερχόμενος, προσεχής. Βλ. επαπειλ-, κυοφορ-ούμενος. [< αρχ. ἐπικείμενος] | |
| 17686 | επίκειται | [ἐπίκειται] ε-πί-κει-ται ρ. (αμτβ.) {-νται, μτχ. επικείμενος | παρατ. επέκει-το, -ντο, συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον: ~ η έναρξη (κατασκευής του έργου)/η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ ... ~νται ανατιμήσεις/εκλογές/συλλήψεις. Πβ. αναμένεται, προμηνύεται. Βλ. επαπειλείται. [< αρχ. ἐπίκειμαι 'πιέζω, είμαι βιαστικός', γαλλ. est imminent] | |
| 17687 | επικελευστής | [ἐπικελευστής] ε-πι-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον κελευστή και κατώτερος από τον αρχικελευστή κατά έναν βαθμό. Βλ. επιλοχίας, επισμηνίας. | |
| 17688 | επίκεντρο | [ἐπίκεντρο] ε-πί-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου} 1. ΓΕΩΛ. σημείο στην επιφάνεια της Γης, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κατακόρυφα πάνω από τη σεισμική εστία· κατ' επέκτ. υπόκεντρο: μετατόπιση του ~ου. Το ~ της δόνησης/του σεισμού εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή ... 2. (μτφ.) κεντρικό σημείο στο οποίο όλοι εστιάζουν: πολιτικό ~. Ανάπτυξη με ~ τον άνθρωπο/το περιβάλλον. Θέματα που αποτελούν το/βρίσκονται στο ~ της δημοσιότητας/των εξελίξεων/της συνόδου (κορυφής)/των συνομιλιών. ΣΥΝ. κέντρο (3) ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< μτγν. επίθ. ἐπίκεντρος , αγγλ. epicentrum, γαλλ. épicentre] | |
| 17689 | επίκεντρος | , η, ο [ἐπίκεντρος] ε-πί-κε-ντρος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: επίκεντρη γωνία: ΓΕΩΜ. που έχει κορυφή το κέντρο κύκλου και οι πλευρές της είναι δύο ακτίνες του. [< γαλλ. angle central] [< μτγν. ἐπίκεντρος] | |
| 17690 | επικεντρώνω | [ἐπικεντρώνω] ε-πι-κε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {επικέντρω-σα, επικεντρώ-θηκε, -μένος, επικεντρών-οντας} 1. θέτω κάτι ως επίκεντρο της σκέψης ή της δραστηριότητάς μου: Σε ποια προβλήματα θα ~σουμε τις προσπάθειές μας; ~σε την ομιλία του σε τρία σημεία. ~οντας το ενδιαφέρον/την προσοχή του στο ...|| Η έρευνα/μελέτη ~εται στα εξής ζητήματα ... (= ασχολείται κυρίως, δίνει έμφαση). Η συζήτηση θα ~θεί στις (/γύρω από τις) τρέχουσες εξελίξεις. Παραμένει ~μένος στον στόχο του (πβ. συγκεντρωμένος). ΣΥΝ. εστιάζω (1) 2. βρίσκω τον κεντρικό άξονα κυλινδρικού σώματος. [< πβ. μτγν. ἐπικεντροῦμαι ‘βρίσκομαι σε ένα από τα κύρια σημεία του ορίζοντα’] | |
| 17691 | επικέντρωση | [ἐπικέντρωση] ε-πι-κέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικεντρώνω: ~ της διδασκαλίας στην ανάπτυξη των μαθησιακών δεξιοτήτων/των δράσεων σε συγκεκριµένους τομείς/την προσοχής στα κύρια σημεία. ~ στην ποιότητα (υπηρεσιών και προϊόντων).|| (ΟΙΚΟΝ.) Στρατηγική ~. Βλ. συγκέντρωση. ΣΥΝ. εστίαση1 (2) [< μτγν. ἐπικέντρωσις ‘κεντρική θέση (στον ορίζοντα)’] | |
| 17692 | επικεράμωση | [ἐπικεράμωση] ε-πι-κε-ρά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επένδυση με κεραμίδια: ~ στέγης. | |
| 17693 | επικερδής | , ής, ές [ἐπικερδής] ε-πι-κερ-δής επίθ. {επικερδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επικερδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): κερδοφόρος. Πβ. επωφελής. ΑΝΤ. ακερδής, επιζήμιος [< μτγν. ἐπικερδής] | |
| 17694 | επικεφαλής | [ἐπικεφαλῆς] ε-πι-κε-φα-λής επίρρ. & επί κεφαλής: στην πρώτη ή σε καθοδηγητική, ηγετική θέση: Μπήκε/ορίστηκε/τέθηκε ~ της αποστολής/της επιτροπής.|| (ως ουσ.) Ο/η ~ του Γραφείου Τύπου (πβ. διευθυντής, προϊστάμενος)/της έρευνας/του κράτους (πβ. κυβερνήτης)/του ψηφοδελτίου Eπικρατείας. Δήλωση του ~ (εσφαλμ. επικεφαλούς) της αντιπροσωπείας. (ΣΤΡΑΤ.) Ο ~ της διμοιρίας/του λόχου/της ομάδας/του τάγματος (πβ. διοικητής). Πβ. αρχηγός, ηγέτης, κεφαλή, οδηγός.|| (ως επίθ.) Ο ~ αξιωματικός/αστυνομικός/επιθεωρητής (υπηρεσίας). [< γαλλ. en-tête] | |
| 17695 | επικεφαλίδα | [ἐπικεφαλίδα] ε-πι-κε-φα-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. τίτλος κειμένου ή τμήματός του: η ~ του άρθρου/της ενότητας/του κεφαλαίου (βιβλίου)/της παραγράφου. Βλ. κεφαλίδα, υποσέλιδο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο πληροφοριών που καταγράφονται στην αρχή μιας ομάδας δεδομένων· αρχικό τμήμα μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πριν από το κυρίως μέρος, όπου αναφέρονται η διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, η ώρα και άλλα στοιχεία: θεματική ~ (βλ. χάσταγκ). Προσθήκη ~ας και διαμόρφωση κειμένου. [< 1: πβ. μτγν. ἐπικεφαλίς 'το πάνω μέρος πολιορκητικής μηχανής', γαλλ. en-tête 2: αγγλ. header] | |
| 17696 | επικήδειος | , α, ο [ἐπικήδειος] ε-πι-κή-δει-ος επίθ.: που αναφέρεται σε κηδεία: ~ος: χαιρετισμός. ~α: ομιλία/πομπή/τελετή. Πβ. νεκρώσιμος. Βλ. επιμνημόσυνος, επιτάφιος. ● Ουσ.: επικήδειος (ο) {-ου (λόγ.) -είου}: λόγος που εκφωνείται σε εκκλησία μετά το τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας. Βλ. νεκρολογία. [< μτγν. ἐπικήδειοι λόγοι] | |
| 17697 | επικήρυξη | [ἐπικήρυξη] ε-πι-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.): επίσημη υπόσχεση για οικονομικά ανταλλάγματα σε όποιον παράσχει πληροφορίες που θα οδηγήσουν σε σύλληψη επικίνδυνου καταζητούμενου ή σε όποιον τον παραδώσει στις Αρχές· συνεκδ. η ίδια η αμοιβή: ~ των δολοφόνων/εγκληματιών/τρομοκρατών. ~ για τους απαγωγείς/βομβιστές/εμπρηστές. Τα λεφτά/το ποσό της ~ης.|| Διπλασίασαν/εισέπραξε την ~. [< μτγν. ἐπικήρυξις ‘διακήρυξη, αναγγελία αμοιβής’] | |
| 17698 | επικηρύσσω | [ἐπικηρύσσω] ε-πι-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {επικήρυ-ξα, επικηρύ-χθηκε (προφ.) -χτηκε, -γμένος}: (για τις Αρχές) υπόσχομαι οικονομική αμοιβή σε όποιον βοηθήσει στον εντοπισμό ή/και τη σύλληψη καταζητούμενου, κάνω επικήρυξη: H Αστυνομία ~ξε τους δράστες της απαγωγής. Ο δολοφόνος/ο δραπέτης ~χθηκε έναντι του ποσού των ... ευρώ. ~γμένος για .../με το ποσό των ... Βλ. διώκω. [< αρχ. ἐπικηρύσσω ‘διακηρύσσω, βγάζω σε πλειστηριασμό’] | |
| 17699 | επικίνδυνος | , η, ο [ἐπικίνδυνος] ε-πι-κίν-δυ-νος επίθ.: που επιφυλάσσει ή εμπεριέχει κινδύνους· που μπορεί να προκαλέσει βλάβη: ~ος: ιός. ~η: ακτινοβολία/αποστολή/νόσος/οδήγηση/περιοχή (λόγω κατολισθήσεων)/στροφή/συμπεριφορά. ~ο: εγχείρημα/ζώο/λάθος (βλ. μοιραίο)/προϊόν/φάρμακο. ~οι: ελιγμοί/ρύποι. ~ες: δίαιτες/ουσίες (= επιβλαβείς). ~α: αέρια/απόβλητα/καιρικά φαινόμενα/παιχνίδια/σπορ/συστατικά/υλικά. Πρόβλημα με ~ες διαστάσεις. Τρόφιμα ακατάλληλα και ~α για τη δημόσια υγεία. Εντάθηκαν οι επιθέσεις σε ~ο βαθμό. Οι βρεγμένοι δρόμοι είναι πολύ ~οι.|| (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/κακοποιός/οδηγός. ~ για τη δημόσια ασφάλεια.|| (συνήθ. ΑΘΛ.) ~ος: αντίπαλος/παίκτης (για την άλλη ομάδα). Πβ. απειλητικός, επίφοβος. Βλ. επιζήμιος. ΑΝΤ. ακίνδυνος ● επίρρ.: επικίνδυνα & (λόγ.) -ύνως: Οδηγεί ~. Είναι ~ όμορφη. ● ΦΡ.: το ζην επικινδύνως βλ. ζην [< αρχ. ἐπικίνδυνος] | |
| 17700 | επικινδυνότητα | [ἐπικινδυνότητα] ε-πι-κιν-δυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επικίνδυνου: περιβαλλοντική/πλημμυρική/σεισμική ~. Μέση/υψηλή/χαμηλή ~. Ανάλυση/δείκτης/διαχείριση/εκτίμηση/επίδομα ~ας. Μελέτη ~ας (οδικού άξονα). Παράγοντες ~ας. ~ της εργασίας. Η ~ των καιρικών φαινομένων/των χημικών ουσιών. Κάτω από το όριο ~ας έπεσε η στάθμη του ποταμού. Δεν σκέφτηκε την ~ του εγχειρήματος. Υποστυλώσεις-αντιστηρίξεις και άρση ~ήτων (: στον αντισεισμικό σχεδιασμό). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακινδυνότητα [< αγγλ. dangerousness, γαλλ. dangerosité, 1963] | |
| 17701 | επίκληση | [ἐπίκληση] ε-πί-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αναφορά, μνεία που γίνεται για να προβληθεί, να στηριχθεί μια δικαιολογία ή ένα επιχείρημα: ~ αποδεικτικών μέσων/στοιχείων. ~ του απορρήτου/του άρθρου .../του βέτο/των δικαιωμάτων του ... ~ λόγων ανωτέρας βίας (για μια απουσία, τη διακοπή εργασιών). Έγινε/κάνει ~ στην αυθεντία/στη λογική/στο συναίσθημα (: τρόποι πειθούς). 2. κάλεσμα σε βοήθεια: ~ της επιείκειας/του οίκτου. ~ στη γενναιοδωρία. Πβ. έκκληση.|| Η ~ του (ονόματος του) Θεού (π.χ. "μα το Θεό", βλ. όρκος). ~ στην Αγία Τριάδα. Προσευχές και ~ήσεις. (ΦΙΛΟΛ.) ~ στη μούσα (: κατά την αρχαιότητα, για να εμπνεύσει τον ποιητή). Βλ. παράκληση, προσ~. [< 1: μτγν. ἐπίκλησις, γαλλ. invocation 2: αρχ. ἐπίκλησις, γαλλ. appel] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ