| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17678 | επικαλύπτω | [ἐπικαλύπτω] ε-πι-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {επικάλυ-ψα, επικαλύ-φθηκε, -φθεί, -μμένος, επικαλυπτ-όμενος, -οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: καλύπτω επιφάνεια με ένα υλικό: Τα πατώματα έχουν ~φθεί με μάρμαρο. Πλάκα ~μμένη με βερνίκι. Πβ. επενδύω, επιστρώνω, σκεπάζω. ● Παθ.: επικαλύπτεται: (μτφ.) συμπίπτει ή έχει κοινό πεδίο αναφοράς με κάτι άλλο: Μαθήματα που ~ονται μεταξύ τους. ~όμενες: αρμοδιότητες. Πβ. αλληλοκαλύπτονται. [< αγγλ. overlap] [< αρχ. ἐπικαλύπτω] | |
| 17679 | επικάλυψη | [ἐπικάλυψη] ε-πι-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη επιφάνειας με υλικό· το ίδιο το υλικό: ~ μετάλλων/τοίχων. ~ από ... Πβ. στρώσιμο.|| Αντιδιαβρωτική/κεραμική/προστατευτική/τελική ~. Καλώδιο με πλαστική ~. Πβ. επένδυση, κάλυμμα, στρώση.|| (ΖΑΧΑΡ.) Κέικ/κρουασάν/μπισκότα με ~ σοκολάτας. ~ τούρτας (με σαντιγί, αμύγδαλα). Πβ. γαρνίρισμα, γαρνιτούρα. ΣΥΝ. επίστρωση 2. (μτφ.) σύμπτωση τομέων ή δράσεων: ~ αρμοδιοτήτων (= αλληλοκάλυψη). (Χρονική) ~ μαθημάτων και εξετάσεων. ~ύψεις μεταξύ (θεσμικών) οργάνων/υπουργείων/φορέων. [< 1: μτγν. ἐπικάλυψις 2: αγγλ. overlap] | |
| 17680 | επικαρπία | [ἐπικαρπία] ε-πι-καρ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα κάποιου να χρησιμοποιεί ή να εκμεταλλεύεται ξένη ιδιοκτησία, χωρίς να μπορεί να θίξει την ουσία της (να το τροποποιήσει, να το διαθέσει): ισόβια ~. ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου. ~ ακινήτου. Ενάσκηση/λήξη/μεταβίβαση/σύσταση ~ας. Αποκτώ/έχω/παραχωρώ την ~. Παραιτήθηκε από την ~. Ο πατέρας μάς έδωσε την ψιλή κυριότητα με γονική παροχή και κράτησε την ~. Πβ. δουλεία. [< μτγν. ἐπικαρπία, γαλλ. usufruit] | |
| 17681 | επικάρπιο | [ἐπικάρπιο] ε-πι-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. προστατευτικό περίβλημα του καρπού του χεριού που τον συγκρατεί και τον στηρίζει: αυτοκόλλητο/ελαστικό ~. ~ με τρύπα (στον αντίχειρα). Πβ. νάρθηκας. 2. ΒΟΤ. μεμβράνη γύρω από τον καρπό, η οποία αποτελεί την εξωτερική επιφάνεια του περικαρπίου. Πβ. φλοιός, φλούδα. Βλ. ενδο-, μεσο-κάρπιο. [< μτγν. ἐπικάρπιον ‘φλούδα (του πεπονιού)’, αυτό που υπάρχει πάνω στον καρπό του χεριού’] | |
| 17682 | επικαρπωτής | [ἐπικαρπωτής] ε-πι-καρ-πω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επικαρπώ-τρια}: ΝΟΜ. κάτοχος επικαρπίας: ιδιοκτήτες ~ές (γεωργικής γης). Είναι μόνο ~ και όχι κύριος του διαμερίσματος.|| (ως επίθ.) Η ~τρια επιχείρηση. [< γαλλ. usufruitier] | |
| 17683 | επικασσιτερωμένος | , η, ο [ἐπικασσιτερωμένος] ε-πι-κασ-σι-τε-ρω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επικασσιτέρωση: ~ος: σίδηρος/χαλκός/χάλυβας. ~ο: καλώδιο. Βλ. επιμεταλλωμένος. | |
| 17684 | επικασσιτέρωση | [ἐπικασσιτέρωση] ε-πι-κασ-σι-τέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιμετάλλωση με κασσίτερο με σκοπό την προστασία από την οξείδωση· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ~ σκευών. ΣΥΝ. γάνωμα [< γαλλ. étamage] | |
| 17685 | επικείμενος | , η, ο [ἐπικείμενος] ε-πι-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που επίκειται: ~ος: γάμος/πόλεμος/σεισμός. ~η: δίκη/επίθεση/επίσκεψη/καταιγίδα/καταστροφή/συνάντηση. ~ο: συνέδριο/ταξίδι. ~ες: αλλαγές/εκλογές. ~α: γεγονότα. Πβ. επερχόμενος, προσεχής. Βλ. επαπειλ-, κυοφορ-ούμενος. [< αρχ. ἐπικείμενος] | |
| 17686 | επίκειται | [ἐπίκειται] ε-πί-κει-ται ρ. (αμτβ.) {-νται, μτχ. επικείμενος | παρατ. επέκει-το, -ντο, συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον: ~ η έναρξη (κατασκευής του έργου)/η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ ... ~νται ανατιμήσεις/εκλογές/συλλήψεις. Πβ. αναμένεται, προμηνύεται. Βλ. επαπειλείται. [< αρχ. ἐπίκειμαι 'πιέζω, είμαι βιαστικός', γαλλ. est imminent] | |
| 17687 | επικελευστής | [ἐπικελευστής] ε-πι-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον κελευστή και κατώτερος από τον αρχικελευστή κατά έναν βαθμό. Βλ. επιλοχίας, επισμηνίας. | |
| 17688 | επίκεντρο | [ἐπίκεντρο] ε-πί-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου} 1. ΓΕΩΛ. σημείο στην επιφάνεια της Γης, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κατακόρυφα πάνω από τη σεισμική εστία· κατ' επέκτ. υπόκεντρο: μετατόπιση του ~ου. Το ~ της δόνησης/του σεισμού εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή ... 2. (μτφ.) κεντρικό σημείο στο οποίο όλοι εστιάζουν: πολιτικό ~. Ανάπτυξη με ~ τον άνθρωπο/το περιβάλλον. Θέματα που αποτελούν το/βρίσκονται στο ~ της δημοσιότητας/των εξελίξεων/της συνόδου (κορυφής)/των συνομιλιών. ΣΥΝ. κέντρο (3) ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< μτγν. επίθ. ἐπίκεντρος , αγγλ. epicentrum, γαλλ. épicentre] | |
| 17689 | επίκεντρος | , η, ο [ἐπίκεντρος] ε-πί-κε-ντρος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: επίκεντρη γωνία: ΓΕΩΜ. που έχει κορυφή το κέντρο κύκλου και οι πλευρές της είναι δύο ακτίνες του. [< γαλλ. angle central] [< μτγν. ἐπίκεντρος] | |
| 17690 | επικεντρώνω | [ἐπικεντρώνω] ε-πι-κε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {επικέντρω-σα, επικεντρώ-θηκε, -μένος, επικεντρών-οντας} 1. θέτω κάτι ως επίκεντρο της σκέψης ή της δραστηριότητάς μου: Σε ποια προβλήματα θα ~σουμε τις προσπάθειές μας; ~σε την ομιλία του σε τρία σημεία. ~οντας το ενδιαφέρον/την προσοχή του στο ...|| Η έρευνα/μελέτη ~εται στα εξής ζητήματα ... (= ασχολείται κυρίως, δίνει έμφαση). Η συζήτηση θα ~θεί στις (/γύρω από τις) τρέχουσες εξελίξεις. Παραμένει ~μένος στον στόχο του (πβ. συγκεντρωμένος). ΣΥΝ. εστιάζω (1) 2. βρίσκω τον κεντρικό άξονα κυλινδρικού σώματος. [< πβ. μτγν. ἐπικεντροῦμαι ‘βρίσκομαι σε ένα από τα κύρια σημεία του ορίζοντα’] | |
| 17691 | επικέντρωση | [ἐπικέντρωση] ε-πι-κέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικεντρώνω: ~ της διδασκαλίας στην ανάπτυξη των μαθησιακών δεξιοτήτων/των δράσεων σε συγκεκριµένους τομείς/την προσοχής στα κύρια σημεία. ~ στην ποιότητα (υπηρεσιών και προϊόντων).|| (ΟΙΚΟΝ.) Στρατηγική ~. Βλ. συγκέντρωση. ΣΥΝ. εστίαση1 (2) [< μτγν. ἐπικέντρωσις ‘κεντρική θέση (στον ορίζοντα)’] | |
| 17692 | επικεράμωση | [ἐπικεράμωση] ε-πι-κε-ρά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επένδυση με κεραμίδια: ~ στέγης. | |
| 17693 | επικερδής | , ής, ές [ἐπικερδής] ε-πι-κερ-δής επίθ. {επικερδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επικερδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): κερδοφόρος. Πβ. επωφελής. ΑΝΤ. ακερδής, επιζήμιος [< μτγν. ἐπικερδής] | |
| 17694 | επικεφαλής | [ἐπικεφαλῆς] ε-πι-κε-φα-λής επίρρ. & επί κεφαλής: στην πρώτη ή σε καθοδηγητική, ηγετική θέση: Μπήκε/ορίστηκε/τέθηκε ~ της αποστολής/της επιτροπής.|| (ως ουσ.) Ο/η ~ του Γραφείου Τύπου (πβ. διευθυντής, προϊστάμενος)/της έρευνας/του κράτους (πβ. κυβερνήτης)/του ψηφοδελτίου Eπικρατείας. Δήλωση του ~ (εσφαλμ. επικεφαλούς) της αντιπροσωπείας. (ΣΤΡΑΤ.) Ο ~ της διμοιρίας/του λόχου/της ομάδας/του τάγματος (πβ. διοικητής). Πβ. αρχηγός, ηγέτης, κεφαλή, οδηγός.|| (ως επίθ.) Ο ~ αξιωματικός/αστυνομικός/επιθεωρητής (υπηρεσίας). [< γαλλ. en-tête] | |
| 17695 | επικεφαλίδα | [ἐπικεφαλίδα] ε-πι-κε-φα-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. τίτλος κειμένου ή τμήματός του: η ~ του άρθρου/της ενότητας/του κεφαλαίου (βιβλίου)/της παραγράφου. Βλ. κεφαλίδα, υποσέλιδο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο πληροφοριών που καταγράφονται στην αρχή μιας ομάδας δεδομένων· αρχικό τμήμα μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πριν από το κυρίως μέρος, όπου αναφέρονται η διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, η ώρα και άλλα στοιχεία: θεματική ~ (βλ. χάσταγκ). Προσθήκη ~ας και διαμόρφωση κειμένου. [< 1: πβ. μτγν. ἐπικεφαλίς 'το πάνω μέρος πολιορκητικής μηχανής', γαλλ. en-tête 2: αγγλ. header] | |
| 17696 | επικήδειος | , α, ο [ἐπικήδειος] ε-πι-κή-δει-ος επίθ.: που αναφέρεται σε κηδεία: ~ος: χαιρετισμός. ~α: ομιλία/πομπή/τελετή. Πβ. νεκρώσιμος. Βλ. επιμνημόσυνος, επιτάφιος. ● Ουσ.: επικήδειος (ο) {-ου (λόγ.) -είου}: λόγος που εκφωνείται σε εκκλησία μετά το τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας. Βλ. νεκρολογία. [< μτγν. ἐπικήδειοι λόγοι] | |
| 17697 | επικήρυξη | [ἐπικήρυξη] ε-πι-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.): επίσημη υπόσχεση για οικονομικά ανταλλάγματα σε όποιον παράσχει πληροφορίες που θα οδηγήσουν σε σύλληψη επικίνδυνου καταζητούμενου ή σε όποιον τον παραδώσει στις Αρχές· συνεκδ. η ίδια η αμοιβή: ~ των δολοφόνων/εγκληματιών/τρομοκρατών. ~ για τους απαγωγείς/βομβιστές/εμπρηστές. Τα λεφτά/το ποσό της ~ης.|| Διπλασίασαν/εισέπραξε την ~. [< μτγν. ἐπικήρυξις ‘διακήρυξη, αναγγελία αμοιβής’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ