| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 855 | άδολος | , η, ο [ἄδολος] ά-δο-λος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει δόλο, πονηριά, αγνός, γνήσιος: ~ος: θαυμασμός/λυρισμός/χαρακτήρας (ΣΥΝ. αγαθός, αθώος, άκακος. ΑΝΤ. δολερός, δόλιος, πονηρός). ~η: αγάπη (πβ. ανυστερόβουλη)/καρδιά/φιλία/ψυχή. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: προθέσεις. ~α: αισθήματα/ιδανικά/κίνητρα. Αθώα και ~α (: απονήρευτα) παιδιά. ● επίρρ.: άδολα [< αρχ. ἄδολος] | |
| 857 | αδόξαστος | [ἀδόξαστος] α-δό-ξα-στος ουσ. (αρσ.) {μόνο στην αιτ. εν.}: διάβολος (ως ανάξιος να δοξάζεται, να εξυμνείται): (προφ.-υβριστ.) Τον ~ό σου (= τον διάολό σου)! Κυρ. στις ● ΦΡ.: μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία (προφ.): (κάποιος/κάτι) με βασάνισε, ταλαιπώρησε, εξουθένωσε: Μου έβγαλε τον ~/την πίστη, μέχρι να το φτιάξω. (απειλητ.) Θα τον στρώσω στη δουλειά και θα του αλλάξω τον ~! ΣΥΝ. μου άλλαξε τα φώτα, τραβώ τον αδόξαστο (σπάν.): βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι υπερβολικά. ΣΥΝ. τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου [< αρχ. ἀδόξαστος 'βέβαιος'] | |
| 858 | άδοξος | , η, ο [ἄδοξος] ά-δο-ξος επίθ.: που δεν έχει αίσια έκβαση, δεν αντιστοιχεί στη φήμη κάποιου: ~η: κατάληξη/πορεία/τύχη. ~ο: τέλος (= κακό).|| Βρήκε ~ο (= άδικο, μη αντάξιο της δόξας του) θάνατο. Πβ. άσημος. ΑΝΤ. ένδοξος. ● επίρρ.: άδοξα: χωρίς δόξα και τιμή. [< αρχ. ἄδοξος] | |
| 860 | αδούλευτος | , η, ο [ἀδούλευτος] α-δού-λευ-τος επίθ. (λαϊκό) 1. που δεν έχει τύχει επεξεργασίας: ~o: ξύλο (= ακατέργαστο).|| (μτφ.) ~ος: λόγος (πβ. γνήσιος, φυσικός. ΑΝΤ. δουλεμένος). ~η: γραφή/φωνή (ΣΥΝ. καλλιεργημένη). ~ο: κείμενο/ύφος (πβ. φροντισμένο). ΣΥΝ. ανεπεξέργαστος. ΑΝΤ. επεξεργασμένος. 2. αμεταχείριστος, καινούργιος: ~η: συσκευή. ~ο: μηχάνημα. Πωλείται Η/Υ, ~, στο κουτί του (ΑΝΤ. από δεύτερο χέρι). ΣΥΝ. αχρησιμοποίητος ΑΝΤ. μεταχειρισμένος, χρησιμοποιημένος (1) 3. που αποκτήθηκε χωρίς εργασία: ~α: χρήματα. ΑΝΤ. δεδουλευμένος 4. που δεν έχει γυμναστεί, ασκηθεί: ~ο: σώμα (ΣΥΝ. αγύμναστο. ΑΝΤ. γυμνασμένο). ~η: ομάδα. 5. (για γη) που δεν έχει καλλιεργηθεί: ~ο: χωράφι. Τόπος χέρσος, ~. ΣΥΝ. ακαλλιέργητος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (1) [< αρχ. ἀδούλευτος 'που δεν ήταν ποτέ δούλος'] | |
| 861 | αδούλωτος | , η, ο [ἀδούλωτος] α-δού-λω-τος επίθ.: που δεν υποδουλώνεται ή δεν ανέχεται την υποδούλωση: ~ος: λαός (ΣΥΝ. ασκλάβωτος· ΑΝΤ. σκλαβω-, υποδουλω-, υποταγ-μένος)/τόπος. ~η: πατρίδα.|| (μτφ.) ~ο: πνεύμα. ~α: νιάτα. Φλογερός στην ψυχή και ~ (= ανυπότακτος, ελεύθερος) στο φρόνημα. ● επίρρ.: αδούλωτα [< μτγν. ἀδούλωτος] | |
| 862 | αδράνεια | [ἀδράνεια] α-δρά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία δραστηριοποίησης, απραξία, ακινησία: γραφειοκρατική/επενδυτική/επιχειρηματική/κυβερνητική/πλήρης/πνευματική/ψυχική ~ (= αποτελμάτωση, τέλμα). ~ του δημόσιου τομέα (= στασιμότητα). Οπισθοδρόμηση και ~ στην υλοποίηση αναπτυξιακών έργων. Καταδικάζω/πέφτω σε ~. Τρόποι για να βγείτε από την ~. Πβ. νωθρότητα. Βλ. αποχαύνωση, παθητικότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ της βούλησης/μνήμης/σκέψης. ΑΝΤ. ενεργητικότητα, ενεργοποίηση (2) 2. ΦΥΣ. μηχανική ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται σε μεταβολές στην κινητική του κατάσταση λόγω του όγκου και της μάζας του: θερμική ~. Ακτίνα/άξονας/ροπή ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αδράνεια της μήτρας: ΙΑΤΡ. νωθρότητα των συσπάσεών της κατά τον τοκετό και κατ' επέκτ. η απουσία ωδινών: πρωτοπαθής ~ ~. Βλ. δυστοκία., αρχή της αδράνειας: ΦΥΣ. αρχή της Μηχανικής σύμφωνα με την οποία ένα σώμα στο οποίο δεν επιδρούν δυνάμεις διατηρεί την κατάσταση κίνησης στην οποία βρίσκεται., δύναμη της αδράνειας: ΦΥΣ. αδράνεια. || (μτφ.) Η ~ ~ συντελεί ώστε να διαιωνίζονται τα κακώς κείμενα. [< μτγν. ἀδράνεια, γαλλ. inertie] | |
| 863 | αδρανειακός | , ή, ό [ἀδρανειακός] α-δρα-νει-α-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την αδράνεια: ~ός: μηχανισμός. ~ή: δύναμη/κίνηση/μάζα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΑΕΡΟΝΑΥΤ.) ~ή: καθοδήγηση/πλοήγηση. [< γαλλ. inertiel] | |
| 864 | αδρανής | , ής, ές [ἀδρανής] α-δρα-νής επίθ. {αδραν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που δεν δραστηριοποιείται, δεν αντιδρά: Παρακολουθούσε ~ (= απαθής) τον καβγά. Οι Αρχές παρέμειναν ~είς μπροστά ... Πβ. νωθρός.|| (κατ' επέκτ.) ~είς (τραπεζικοί) λογαριασμοί. 2. ΧΗΜ. (για υλικό σώμα) που η κατάστασή του δεν μπορεί να μεταβληθεί χωρίς εξωτερική επίδραση: ~ής: πυρήνας. ~ής: ατμόσφαιρα/μάζα. ~ές: στοιχείο (: που δεν αντιδρά εύκολα με άλλα στοιχεία ή ενώσεις)/σύστημα.|| ~ή: απόβλητα (: που δεν υφίστανται καμία σημαντική φυσική, χημική ή βιολογική μετατροπή). ● ΣΥΜΠΛ.: αδρανή υλικά: ΤΕΧΝΟΛ. δομικά υλικά (π.χ. άμμος, πέτρες, χαλίκια) από τα οποία μέσω κατάλληλου συνδετικού μέσου, λόγω της χημικής τους αδράνειας σε αυτό, προκύπτει σύνθετο συμπαγές υλικό (λ.χ. τσιμεντοκονίαμα, σκυρόδεμα). [< αγγλ. aggregate] , ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια βλ. αέριο [< 1: αρχ. ἀδρανής 2: γαλλ. inerte] | |
| 865 | αδρανοποίηση | [ἀδρανοποίηση] α-δρα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία κάτι γίνεται ανενεργό: διανοητική/πολιτική ~. Πβ. αδράνεια, αποτελμάτωση, παθητικοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο υπολογιστής βρίσκεται σε αναμονή ή ~.|| ~ των μυών. 2. ΒΙΟΛ. αναστολή της βιολογικής δραστηριότητας παθογόνων παραγόντων (π.χ. ιών, μικροβίων) με φυσικά ή χημικά μέσα: θερμική/πλήρης ~. ~ των βλαβερών/τοξικών ουσιών. ~ των απορριμμάτων με χημική επεξεργασία. Μονάδα ~ης ζωικών υποπροϊόντων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. inactivation, 1906] | |
| 866 | αδρανοποιώ | [ἀδρανοποιῶ] α-δρα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αδρανοποι-εί, -ώντας | αδρανοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ κάτι αδρανές, ανενεργό: ~ εκρηκτικό μηχανισμό. (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ βακτήρια και ιούς. ~ημένα: εμβόλια/στελέχη.|| (μτφ.) Το άγχος παραλύει και ~εί τον μαθητή (ΑΝΤ. ενεργοποιώ, κινητοποιώ). Η αγορά ~ήθηκε (= αποτελματώθηκε). ~ημένα: μέλη (: δεν παίρνουν ενεργό μέρος σε συλλογικές, π.χ. εσωκομματικές ή συνδικαλιστικές, διαδικασίες. ΑΝΤ. δραστηριοποιημένος). Πβ. παθητικοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. inactivate, 1906, γαλλ. inactiver, 1911] | |
| 867 | αδρανώ | [ἀδρανῶ] α-δρα-νώ ρ. (αμτβ.) {αδραν-είς ... | αδράν-ησα}: βρίσκομαι σε αδράνεια, απραξία: Οι υπεύθυνοι ~ούν σχετικά με ... ~ησε η άμυνα των γηπεδούχων. ΑΝΤ. δρω, δραστηριο-, ενεργο-, κινητο-ποιούμαι. [< μτγν. ἀδρανῶ] | |
| 868 | αδραξιά | [ἀδραξιά] α-δρα-ξιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γράπωμα και συνεκδ. ποσότητα που χωρά στη χούφτα ενός χεριού: μια ~ στάχυα/χώμα. Πβ. δράκα. | |
| 869 | αδράχνω | [ἀδράχνω] α-δρά-χνω ρ. (μτβ.) {άδρα-ξα, αδρά-ξει, -χτηκα} (προφ.-λαϊκό): πιάνω απότομα, αρπάζω, γραπώνω: Την ~ξε (= βούτηξε) απ' το λαιμό/απ' τα μαλλιά. Ξάφνου μου ~ξε το χέρι και με τράβηξε κοντά του. Βλ. περι~. Κυρ. στις ● ΦΡ.: άδραξε τη(ν) (η)μέρα: (ως προτροπή) εκμεταλλεύσου το παρόν: ~ ~, ζήσε τη στιγμή σαν να είναι η τελευταία σου. [< λατ. carpe diem] , αδράχνω την ευκαιρία: αρπάζω την ευκαιρία. ΣΥΝ. δράττομαι της ευκαιρίας ΑΝΤ. χάνω το τρένο [< μεσν. δράχνω] | |
| 870 | αδράχτι | [ἀδράχτι] α-δρά-χτι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κυλινδρικό εργαλείο για γνέσιμο υφαντικής ύλης, συνήθ. μαλλιού ή βαμβακιού. Βλ. ρόκα, σφοντύλι, τυλιγάδι.|| (μτφ.) Οι Μοίρες έκλωθαν με το ~ το νήμα της ζωής των θνητών.|| (συνεκδ. η ποσότητα του νήματος που μπορεί να τυλιχτεί γύρω από αυτό) Της έλειπαν δυο ~ια μαλλί, για να τελειώσει το πλεχτό της. ΣΥΝ. άτρακτος (5) 2. ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενος άξονας διαφόρων μηχανημάτων, άτρακτος: ~ ελαιοτριβείου/κλωστικής μηχανής/νερόμυλου. 3. ΝΑΥΤ. το κυρίως τμήμα, ο κορμός της άγκυρας. [< 1: μεσν. αδράχτι 2: γαλλ. fuseau] | |
| 871 | αδρεναλίνη | [ἀδρεναλίνη] α-δρε-να-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. ορμόνη του μυελού των επινεφριδίων, ισχυρός διεγέρτης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φάρμακο: έκκριση ~ης. Η ~ προκαλεί ταχυκαρδία και άνοδο της αρτηριακής πίεσης.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Ο γιατρός τού χορήγησε ~, για να αντιμετωπίσει τη βραδυκαρδία. Βλ. αδρενεργικός, κατεχολαμίνη, νορ~, -ίνη. ΣΥΝ. επινεφρίνη 2. (συνεκδ.) έντονη σωματική διέγερση και κατ' επέκτ. η σχετική κατάσταση, ένταση: Η ~ με έκανε να τρέμω.|| Η ατμόσφαιρα είχε κάτι από την ~ των εφηβικών πάρτι. ● ΦΡ.: ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) (μτφ.): για πρόκληση πολύ έντονων συναισθημάτων (συνήθ. αγωνίας, άγχους, θυμού, ενθουσιασμού, ερωτικής διάθεσης): Τα επικίνδυνα αθλήματα ανεβάζουν την ~ στα ύψη., ανεβαίνει/εκτινάσσεται/εκτοξεύεται η αδρεναλίνη (κάποιου) (στα ύψη) (μτφ.): για πολύ έντονα συναισθήματα: Όσο πλησιάζει η κρίσιμη μέρα, ~ ~. Με την κατάκτηση της πρώτης θέσης ανέβηκε ~ στα ύψη. [< γαλλ. adrénaline, 1902] | |
| 872 | αδρενεργικός | , ή, ό [ἀδρενεργικός] α-δρε-νερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει αδρεναλίνη ή ενεργοποιείται με αυτή ή άλλη παρόμοια ουσία, ιδ. στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα: ~ός: διεγέρτης/υποδοχέας. ~ή: δράση. ~οί: αναστολείς/(αντ)αγωνιστές. ~ά: φάρμακα (: που έχουν επίδραση ανάλογη της αδρεναλίνης). ΑΝΤ. αδρενολυτικός [< γαλλ. adrénergique, 1952, αγγλ. adrenergic, 1934] | |
| 873 | αδρενολυτικός | , ή, ό [ἀδρενολυτικός] α-δρε-νο-λυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει τη δράση των αδρενεργικών νευρώνων ή της αδρεναλίνης: ~ό: φάρμακο. ΑΝΤ. αδρενεργικός [< αγγλ. adrenolytic, 1947] | |
| 3168 | αδρομερης | , ή, ό [ἀναλυτικός] α-να-λυ-τι-κός επίθ. 1. λεπτομερής, διεξοδικός: ~ός: απολογισμός/λογαριασμός/ορισμός/πίνακας (κόστους). ~ή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση (ΑΝΤ. γρήγορη)/βαθμολογία/έκθεση/εξέταση (πβ. ενδελεχής, εξονυχιστική, σχολαστική)/κατάσταση/παρουσίαση/περιγραφή. ~ό: κείμενο/προφίλ (εταιρείας)/υπόμνημα. ~οί: όροι συμμετοχής. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: αποτελέσματα/στοιχεία.|| (για πρόσ.) Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; ΑΝΤ. αδρομερής, συνοπτικός, σύντομος (1) 2. που σχετίζεται με την ανάλυση (σε διάφορους γνωστικούς τομείς): (ως τρόπο συλλογισμού:) ~ός: νους. ~ή: ικανότητα/σκέψη. Βλ. αφαιρετικός, κριτικός, συνθετικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή Ψυχολογία (: σε αντίθεση προς τη Φροϋδική).|| (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ή Λογιστική. Βλ. ψυχ~.|| (ΜΑΘ.) ~ή: συνάρτηση.|| ~ό: εργαλείο/όργανο (= αναλυτής). Βλ. βιο~. ● επίρρ.: αναλυτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Αναφέρθηκε ~ (= λεπτομερώς, διεξοδικά) στο θέμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες όλες οι λέξεις είναι άκλιτες και οι γραμματικές και συντακτικές σχέσεις αναδεικνύονται κυρ. με τη χρήση λειτουργικών λέξεων και τη σειρά των όρων στην πρόταση. Πβ. απομονωτικές γλώσσες. Βλ. συνθετικές γλώσσες. [< γαλλ. langues analytiques] , αναλυτική μέθοδος: μέθοδος συλλογισμού η οποία ξεκινά από το ζητούμενο και αναζητά τη σχέση ανάμεσα σε αυτό και τα ήδη γνωστά. Βλ. απαγωγή, επαγωγή, συνθετική μέθοδος., αναλυτική πρόταση/κρίση: ΦΙΛΟΣ. της οποίας η αλήθεια μπορεί να διαπιστωθεί από την ανάλυση του νοήματος του υποκειμένου της· στην οποία το κατηγόρημα περιέχεται στο υποκείμενο: Η πρόταση "ένα τετράγωνο έχει τέσσερις γωνίες" είναι ~ ~. Βλ. εμπειρική/συνθετική πρόταση/κρίση. [< γαλλ. énoncé analytique] , αναλυτική φιλοσοφία/φιλοσοφία της γλώσσας (συχνά με κεφαλ. Α): ΦΙΛΟΣ. ρεύμα του 20ού αιώνα το οποίο υποστήριζε ότι οι φιλοσοφικές απόψεις πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της ανάλυσης των εννοιών και των κρίσεων ή προτάσεων. [< αγγλ. analytic philosophy, 1936] , Αναλυτική Χημεία: ΧΗΜ. που έχει ως αντικείμενό της την εφαρμογή μεθόδων ανάλυσης για τον καθορισμό της σύστασης μιας ουσίας ή ενός μείγματος: περιβαλλοντική/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. ~ ~ διαλυμάτων/ελαιολάδου. [< αγγλ. analytical chemistry] , αναλυτική γεωμετρία βλ. γεωμετρία, αναλυτικό πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα [< αρχ. ἀναλυτικός, γαλλ. analytique, αγγλ. analytic(al), γερμ. analytische] | |
| 874 | αδρομερώς | , ής, ές [ἁδρομερής] α-δρο-με-ρής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σε βάθος επεξεργασίας, λεπτότητας, κατεργασίας, γενικός: ~ής: έλεγχος/σχεδιασμός/υπολογισμός (πβ. αδρός, χονδρικός). ~ής: αναφορά/εξέταση/επισκόπηση (θεωριών)/παρουσίαση (βιβλίου)/προσέγγιση. ΑΝΤ. αναλυτική/εξονυχιστική, λεπτομερής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: υλικά (π.χ. κροκάλες, λατύπες, άμμος) (ΣΥΝ. χονδρόκοκκα).|| (ΓΕΩΛ.) ~ή: ιζήματα. Βλ. -μερής. ● επίρρ.: αδρομερώς [-ῶς]: περιληπτικά, χονδρικά: Αναπτύσσω/περιγράφω κάτι ~.|| Οίκημα κτισμένο με ~ επεξεργασμένους ογκόλιθους. [< μτγν. ἁδρομερής] | |
| 875 | αδρονικός | , ή, ό [ἁδρονικός] α-δρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τα αδρόνια: ~ή: Φυσική. ~ό: θερμιδόμετρο. Πυρηνικές και ~ές αλληλεπιδράσεις. [< αγγλ. hadronic, 1962, γαλλ. hadronique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ