| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17702 | επικλινής | , ής, ές [ἐπικλινής] ε-πι-κλι-νής επίθ. {επικλιν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.): που έχει, εμφανίζει κλίση: ~ής: έκταση/επιφάνεια/οροφή/στέγη. ~ές: δάπεδο/έδαφος. Θέατρο χτισμένο σε ~ές σημείο/σε ~ή θέση.|| (ΓΥΜΝ.) ~ής: πάγκος. ~είς: πιέσεις. Πβ. γερτός, κατηφορικός, κατωφερής, κεκλιμένος, πλάγιος. ΑΝΤ. ίσιος (1) [< αρχ. ἐπικλινής] | |
| 17703 | επίκλυση | [ἐπίκλυση] ε-πί-κλυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. αργή επέκταση της θάλασσας στην ξηρά, που οφείλεται σε ανύψωση της στάθμης των υδάτων εξαιτίας ταχείας διάβρωσης της ακτής ή τεκτονικής καθίζησης. Βλ. πλημμυρίδα. ΑΝΤ. απόσυρση (5) [< αρχ. ἐπίκλυσις ‘πλημμύρα’] | |
| 17704 | επίκοινος | , η, ο [ἐπίκοινος] ε-πί-κοι-νος επίθ. (λόγ.): που ανήκει από κοινού σε δύο ή περισσότερους: ~η: ιδιοκτησία. ● ΣΥΜΠΛ.: επίκοινα ονόματα: ΓΛΩΣΣ. αυτά που εμφανίζουν τον ίδιο λεξικό τύπο και για τα δύο φύλα: π.χ. (για πρόσ.) δικαστής, (για ζώα) αλεπού, καμήλα. [< μτγν. ἐπίκοινος] | |
| 17705 | επικοινωνία | [ἐπικοινωνία] ε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) {επικοινωνι-ών} 1. διαδικασία ανταλλαγής (μετάδοσης-λήψης) μηνυμάτων (πληροφοριών, σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων) ανάμεσα σε έναν πομπό και έναν δέκτη, με τη χρήση ενός κώδικα, δηλ. ενός συστήματος συμβόλων, όπως λέξεις, μουσική, σήματα, χειρονομίες, νεύματα, εκφράσεις του προσώπου: άμεση (: χωρίς μεσολάβηση ή γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση)/ανοιχτή/απευθείας/διαδικτυακή/μαζική (: με απεριόριστους αποδέκτες, πχ. μέσω της τέχνης, της διαφήμισης, των ΜΜΕ)/ταχυδρομική ~. Διά ζώσης/ζωντανή ~. Γλωσσική/γραπτή/νοηματική/προφορική ~. Διάλογος και ~ (πβ. συζήτηση). Μορφές ~ας. Τηλέφωνο ~ας. Έχω ~ με τον ... Βρίσκομαι/είμαι/έρχομαι/παραμένω σε ~ με κάποιον (= επικοινωνώ). O πύργος ελέγχου έχασε την ~ με το αεροπλάνο.|| Θεωρία της ~ας. Τμήμα ~ας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Πολιτική ~ (: κλάδος που μελετά τη χρήση της πληροφορίας για την προώθηση πολιτικών στόχων). 2. ΤΗΛΕΠ. (ειδικότ.) τηλεπικοινωνία: απρόσκοπτη/ασύρματη/ενσύρματη/τηλεφωνική ~. Διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~ (: ιμέιλ, μπλογκ). Ανοιχτές γραμμές/δίκτυο/θύρα (βλ. USB)/συστήματα ~ας. Λίστα/φόρμα ~ας. Βλ. ενδο~, ραδιο~, τηλεματική. 3. επαφή, σχέση, αλληλεπίδραση· συνεννόηση: αμοιβαία/ανθρώπινη/διαπολιτισμική/διαπροσωπική/ελεύθερη/ερωτική/πνευματική/συναισθηματική/ψυχική ~. ~ μεταξύ γονέων και παιδιών/συζύγων. Του απαγόρευσαν κάθε ~ με τον έξω κόσμο. Βλ. ανατροφοδότηση, διάδραση.|| Αδυναμία/απουσία/δυσκολία/πρόβλημα ~ας. Έλλειψη ~ας ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές (= χάσμα γενεών). Έχουν κοινή γλώσσα ~ας (: ταιριάζουν). ΑΝΤ. ασυνεννοησία. 4. (μτφ.) σύνδεση μεταξύ χώρων, τόπων: ~ δύο ηπείρων/πόλεων. Η ~ με πολλά ορεινά χωριά διακόπηκε εξαιτίας των χιονοπτώσεων. Βλ. μετακίνηση, μεταφορά, συγκοινωνία. ● επικοινωνίες (οι) (συνεκδ.): ΤΗΛΕΠ. το σύνολο των τεχνολογικών κυρ. μέσων με τα οποία επιτυγχάνεται η ανταλλαγή μηνύματων: δορυφορικές/κινητές/στρατιωτικές/ψηφιακές ~. Τμήμα Πληροφορικής και ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική επικοινωνία: η μετάδοση ενός μηνύματος με οπτικά μέσα., πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας & επικοινωνιακή πολιτική/στρατηγική: σχεδιασμός που στοχεύει στη διαμόρφωση και προώθηση μηνύματος ή της δημόσιας εικόνας κάποιου: ~ ~ επιχείρησης/κόμματος/οργανισμού/τηλεοπτικού καναλιού. [< γαλλ. politique/stratégie de communication] , σύμβουλος επικοινωνίας & επικοινωνιακός σύμβουλος: επαγγελματίας που ασχολείται με την πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας: ~ ~ και διαφήμισης/οργάνωσης. ~ ~ και δημοσίων σχέσεων. [< αγγλ. communication consultant] , αμφίδρομη επικοινωνία βλ. αμφίδρομος, ασύγχρονη επικοινωνία βλ. ασύγχρονος, γέφυρα επικοινωνίας βλ. γέφυρα, δίαυλος επικοινωνίας βλ. δίαυλος, δικαίωμα επικοινωνίας βλ. δικαίωμα, εβδομάδα επικοινωνίας βλ. εβδομάδα, λεκτική επικοινωνία βλ. λεκτικός, Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας βλ. μέσο, μέσο επικοινωνίας βλ. μέσο, μονόδρομη επικοινωνία βλ. μονόδρομος, σύγχρονη επικοινωνία βλ. σύγχρονος, Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας/Επικοινωνιών βλ. πληροφορία, φατική επικοινωνία/επαφή βλ. φατικός, χορηγός επικοινωνίας βλ. χορηγός [< πβ. αρχ. ἐπικοινωνία ‘αμοιβαία σχέση, συμμετοχή’, γαλλ.-αγγλ. communication] | |
| 17706 | επικοινωνιακός | , ή, ό [ἐπικοινωνιακός] ε-πι-κοι-νω-νι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την επικοινωνία: ~ή: αμεσότητα/άνεση/περίσταση. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/υλικό. ~ές: ανάγκες/ικανότητες (των ομιλητών). Ο ~ ρόλος του εκπαιδευτικού.|| (ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: εξοπλισμός. ~ή: τεχνολογία. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: μέσα/συστήματα. Βλ. τηλ~. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που γίνεται για τη δημιουργία εντυπώσεων και την άσκηση επιρροής στην κοινή γνώμη: ~ός: μηχανισμός (της κυβέρνησης)/(μτφ.) πόλεμος. ~ή: αντεπίθεση/διαχείριση (κρίσης)/εκστρατεία (του κόμματος)/καμπάνια/προσπάθεια/τακτική/υποστήριξη (πβ. διαφημιστική). ~ό: παιχνίδι/πυροτέχνημα/τρικ. ~ές: σκοπιμότητες. ~ά: κόλπα/τερτίπια/τεχνάσματα. Λάθη σε ~ό επίπεδο (βλ. ίματζ). Έκαναν κοινή εμφάνιση για καθαρά ~ούς λόγους. 3. (για πρόσ.) που του αρέσει και έχει το χάρισμα να επικοινωνεί (αποτελεσματικά) με τους γύρω του: ~ός: χαρακτήρας. Είναι πολύ ~ και συνεργάσιμος. Πβ. κοινων-, ομιλητ-ικός. 4. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τον σύγχρονο τρόπο περιγραφής και διδασκαλίας της γλώσσας, σύμφωνα με τον οποίο δίνεται έμφαση στη χρήση της, με σκοπό την επικοινωνία σε πραγματικές περιστάσεις: ~ή: γραμματική/προσέγγιση. Βιωματική-~ή μάθηση. ● επίρρ.: επικοινωνιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία, σύμβουλος επικοινωνίας βλ. επικοινωνία [< αγγλ. communicative, γαλλ. communicatif] | |
| 58702 | επικοινωνιακότητα | [ἐπικοινωνιακότητα] ε-πι-κοι-νω-νι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.}: ικανότητα επικοινωνίας: αμεσότητα, μεταδοτικότητα και ~. Ρητορική ικανότητα και ~. [< αγγλ. communicativeness] | |
| 17707 | επικοινωνιολογία | [ἐπικοινωνιολογία] ε-πι-κοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. τομέας που μελετά τις αρχές και μεθόδους μετάδοσης πληροφοριών: πολιτική ~. [< γαλλ. science de la communication] | |
| 17708 | επικοινωνιολόγος | [ἐπικοινωνιολόγος] ε-πι-κοι-νω-νι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στον τομέα της επικοινωνίας, ο οποίος ασχολείται μεταξύ άλλων με τη δημιουργία και προώθηση της δημόσιας εικόνας εταιρειών και δημόσιων προσώπων. Πβ. ίματζ μέικερ. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. communication specialist] | |
| 17709 | επικοινωνώ | [ἐπικοινωνῶ] ε-πι-κοι-νω-νώ ρ. (αμτβ.) {επικοινων-είς ... | επικοινών-ησα, λόγ. μτχ. -ών, -ώντας} 1. έρχομαι σε επικοινωνία, επαφή με κάποιον, κυρ. του μιλώ στο τηλέφωνο ή μέσω διαδικτύου: ~ καθημερινά/τακτικά με τους δικούς μου. ~ούμε μέσω ιμέιλ/κινητού. Προσπαθώ να ~ήσω μαζί του, αλλά δεν μπορώ να πιάσω γραμμή. Για πληροφορίες, μπορείτε να ~είτε/(προστ.) ~ήστε στα τηλέφωνα ... Ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ δύο ~ούντων. Πβ. τηλεφωνώ.|| (σπανιότ. μτβ.) ~ούμε τις θέσεις και τις απόψεις μας (= κοινοποιούμε, μεταβιβάζουμε). || Μήνυμα που πρέπει να επικοινωνηθεί (:να αποτελέσει αντικείμενο επικοινωνίας). 2. έχω καλή επικοινωνία με κάποιον, συνεννοούμαι μαζί του: ~ούμε πνευματικά/ψυχικά. Πλέον δεν μπορούμε να ~ήσουμε (= δεν καταλαβαινόμαστε)!|| ~ με τον εαυτό μου.|| Ο ασθενής δεν ~εί με το περιβάλλον (: δεν έχει επαφή). 3. (νεαν. αργκό) για να εκφραστεί αγανάκτηση για παράλογη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά κάποιου: Καλά, ~είς (με τον εγκέφαλό/το μυαλό σου); 4. (νεαν. αργκό) μεταδίδω: Τηλεοπτικό σποτ που ~εί το μήνυμα ... ● επικοινωνεί: συγκοινωνεί, ενώνεται, συνδέεται: Το στομάχι ~ με τον οισοφάγο. (ΙΑΤΡ.) ~ούσα: υδροκήλη (: μέσω διόδου με την περιτοναϊκή κοιλότητα). Οι υπολογιστές ~ούν μεταξύ τους (βλ. δίκτυο).|| (για χώρους) Όροφοι που ~ούν (ενν. μεταξύ τους) με εσωτερική σκάλα. [< αρχ. ἐπικοινωνῶ, γαλλ. communiquer, αγγλ. communicate] | |
| 17710 | επικόλληση | [ἐπικόλληση] ε-πι-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικολλώ: ~ αφισών/γραμματοσήμων/ενσήμων. ~ μοκέτας/πλακιδίων σε δάπεδο. Υποχρεωτική ~ τιμής (σε προϊόν). Ταινία διπλής ~ης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά κειμένου ή αρχείου σε άλλο κείμενο ή φάκελο αρχείων αντίστοιχα: αντιγραφή/αποκοπή και ~. Πβ. πέιστ. 3. επικάλυψη επιφάνειας με υλικό (συνήθ. φύλλα ξύλου) καλύτερης ποιότητας. Πβ. καπλάντισμα. [< πβ. μτγν. ἐπικόλλημα ‘αυτό που επικολλάται, ψηφιδωτό’ 2: αγγλ. paste 3: γαλλ. placage] | |
| 17711 | επικολλητός | , ή, ό [ἐπικολλητός] ε-πι-κολ-λη-τός επίθ. (λόγ.): (για λεπτό στρώμα υλικού) που επικολλάται για την επένδυση επίπλων: ~ή: ξυλεία. ~ό: ξύλο (πβ. καπλαμάς, βλ. μελαμίνη, φορμάικα). ~ά: φύλλα. | |
| 17712 | επικολλώ | [ἐπικολλῶ] ε-πι-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {επικολλάς ... | επικόλλ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. κολλώ πάνω σε επιφάνεια: Το χαρτόσημο ~άται στην αίτηση. Οι πλάκες ~ώνται στον τοίχο. Οι ετικέτες ~ήθηκαν στις συσκευασίες. Διαβατήριο με ~ημένη φωτογραφία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω επικόλληση. [< 1: πβ. μτγν. ἐπικολλαίνω ‘επαλείφω’ 2: αγγλ. paste] | |
| 17713 | επικολυρικός | , ή, ό [ἐπικολυρικός] ε-πι-κο-λυ-ρι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που συνδυάζει επικά και λυρικά στοιχεία: ~ή: ποίηση. | |
| 17714 | επικόμιστρο | [ἐπικόμιστρο] ε-πι-κό-μι-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ) -ίστρου} (επίσ.): επιπλέον κόμιστρο: επιβολή ~ου. | |
| 17715 | επικονδυλίτιδα | [ἐπικονδυλίτιδα] ε-πι-κον-δυ-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση με πόνο αισθητό στην εξωτερική πλευρά του αγκώνα και πάνω από τους μυς που εκτείνουν τον καρπό και τα δάχτυλα, προκαλούμενη, μεταξύ άλλων, από εξαντλητική, υπερβολική χρήση των ίδιων μυών: χρόνια ~. Βλ. σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, τενοντίτιδα. ΣΥΝ. αγκώνας των τενιστών [< γερμ. Epikondylitis, αγγλ. epicondylitis, γαλλ. épicondylite, 1909] | |
| 17716 | επικονίαση | [ἐπικονίαση] ε-πι-κο-νί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. διαδικασία μεταφοράς της γύρης από τους ανθήρες στα στίγματα του ύπερου του ίδιου άνθους (ή του ίδιου είδους), η οποία επιτρέπει τη γονιμοποίηση και την αναπαραγωγή: ελεύθερη/τεχνητή (: με το χέρι) ~. ~ μέσω του ανέμου/του νερού. Έντομα ~ης (κυρ. οι μέλισσες). [< γαλλ. pollinisation] | |
| 17717 | επικονιαστής | [ἐπικονίαστής] ε-πι-κο-νι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. έντομο που συμμετέχει στη διαδικασία της επικονίασης, μεταφέροντας γύρη από το ένα άνθος στο άλλο. Βλ. μέλισσα. [< αγγλ. pollinator, 1903] | |
| 17718 | επικοντιστής, επικοντίστρια | [ἐπικοντιστής] ε-πι-κο-ντι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής του άλματος επί κοντώ. [< αγγλ. pole vaulter, 1888] | |
| 17720 | επικός | , ή, ό [ἐπικός] ε-πι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που έχει σχέση με το αρχαίο έπος: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/παράδοση/ποίηση. ~οί: στίχοι. ~ά, λυρικά και δραματικά στοιχεία. 2. (μτφ.) που παραπέμπει σε έπος, έχει μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα ή χαρακτηρίζεται από μεγαλείο, ηρωισμό: ~ή: μουσική/παραγωγή/ταινία. ~ές: μάχες/συγκρούσεις. Συγκλονιστικό μυθιστόρημα ~ών διαστάσεων.|| ~ός: αγώνας. ή: αναμέτρηση/νίκη. ~ό: πάρτι (= εντυπωσιακό, καταπληκτικό). || ~ή: απάντηση (: που έγραψε ιστορία, ιστορική, καταπληκτική). ~ή: αποτυχία/γκάφα (: πολύ μεγάλη) . Πβ. ηρω-, θρυλ-, μυθ-ικός, μεγαλειώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: επικά μέρη: ΦΙΛΟΛ. (στην τραγωδία) ο πρόλογος, τα επεισόδια και η έξοδος. Βλ. λυρικά μέρη., επικός κύκλος: ΦΙΛΟΛ. σύνολο επικών ποιημάτων (περ. 800-500 π.Χ.) που δεν ανήκουν στον Όμηρο ή τον Ησίοδο. [< 1: μτγν. ἐπικός 1, 2: γαλλ. épique, αγγλ. epic, epical] | |
| 17721 | επικούρειος | , α/ος, ο [ἐπικούρειος] ε-πι-κού-ρει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Επίκουρο και τις αντιλήψεις του: ~α: διδασκαλία/σκέψη/σχολή.|| (ως ουσ.) Η θεωρία του ηδονισµού των Επικουρείων (ενν. φιλοσόφων ή υποστηρικτών). Βλ. Κυνικοί, Σκεπτικοί, Στωικοί. [< μτγν. ἐπικούρειος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ