Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18600-18620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17722επικουρία[ἐπικουρία] ε-πι-κου-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βοήθεια, υποστήριξη· ενίσχυση: ~ στην επίβλεψη διπλωματικών εργασιών. Στενή συνεργασία και ~ (= συνδρομή) στις δράσεις του Δήμου. Διαλέξεις με την ~ εποπτικών μέσων.|| (λόγ.) Προς ~ (= επίρρωση) των θέσεων μας, επικαλούμαστε ... Πβ. αρωγή. Βλ. συμπαράσταση, συν~. [< αρχ. ἐπικουρία]
17723επικουρικός, ή, ό [ἐπικουρικός] ε-πι-κου-ρι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που επικουρεί, βοηθά, ενισχύει: ~ός: γιατρός/ρόλος. ~ή: διδασκαλία/θεραπεία/χρήση (π.χ. οπτικοακουστικών μέσων). ~ό: έργο/προσωπικό (βλ. έκτακτο). ~ές: κλίνες (βλ. ράντζο)/υπηρεσίες.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ές: δυνάμεις. ~ά: στρατεύματα. Πβ. βοηθητικός. 2. δευτερεύων, συμπληρωματικός: ~ή: ασφάλιση/ευθύνη/κάλυψη/σύνταξη. ~ό: βοήθημα/επίδομα/έργο/κεφάλαιο/ταμείο. ~οί: πίνακες κατάταξης. ~ές: αρμοδιότητες. Κύρια και ~ά προσόντα για την πλήρωση θέσεων. Καθεστώς ~ής προστασίας.|| (ΑΝΑΤ.) ~οί: αδένες/μύες (της αναπνοής). ΑΝΤ. βασικός (1) ● επίρρ.: επικουρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ. ἐπικουρικός 2: γαλλ. subsidiaire]
17724επικουρικότητα[ἐπικουρικότητα] ε-πι-κου-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της επικουρικότητας: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που ορίζει ότι η κεντρική εξουσία (π.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τα κράτη-μέλη) επεμβαίνει μόνο όταν ένας σκοπός δεν μπορεί να εκπληρωθεί σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. [< αγγλ. principle of subsidiarity] [< γαλλ. subsidiarité, 1964]
17725επικουρισμός[ἐπικουρισμός] ε-πι-κου-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ε) 1. ΦΙΛΟΣ. η ηθική διδασκαλία του Επίκουρου η οποία βασίζεται στην επιδίωξη της ατομικής και κοινωνικής ευδαιμονίας. Βλ. στωικισμός. 2. τρόπος ζωής που βασίζεται στις σαρκικές απολαύσεις· ευδαιμονισμός, ηδονισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. épicurisme, γαλλ. epicurism]
17726επίκουρος, η/ος, ο [ἐπίκουρος] ε-πί-κου-ρος επίθ./ουσ. 1. (κ. με κεφαλ. Ε) διδάσκων που ανήκει στην αρχική βαθμίδα στην ιεραρχία του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πριν από τον αναπληρωτή καθηγητή: ~ος: καθηγητής.|| (ως ουσ.) ~ στο Πολυτεχνείο. 2. (σπάν.-λόγ., για πρόσ.) βοηθητικός, έκτακτος: ~οι: γιατροί. ~οι: αξιωματικοί (βλ. δόκιμος, έφεδρος). Τακτικά και ~α µέλη Επιτροπής. Πβ. συν~, υπηρεσιακός. [< 1: γαλλ.-αγγλ. assistant 2: αρχ. ἐπίκουρος]
17727επικουρώ[ἐπικουρῶ] ε-πι-κου-ρώ ρ. (μτβ.) {επικουρ-είς ... | επικούρ-ησε, -είται, -ήθηκε} (λόγ.): βοηθώ, ενισχύω, υποστηρίζω: Ο Αντιπρόεδρος ~εί τον Πρόεδρο. Η Επιτροπή ~είται στο έργο της από ... Βλ. συν~. [< αρχ. ἐπικουρῶ]
17728επίκρανο[ἐπίκρανο] ε-πί-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {επικράν-ου} : ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το ανώτατο τμήμα της παραστάδας ή του πεσσού. Πβ. κιονόκρανο. [< αρχ. ἐπίκρανον]
17729επικράτεια[ἐπικράτεια] ε-πι-κρά-τει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} (επίσ.): γεωγραφική έκταση όπου ασκείται η εξουσία ενός κράτους: εδαφική/εθνική/οικονομική ~. Έδρες ~είας (: κατανέμονται ανάλογα με την εκλογική δύναμη των κομμάτων). Υπουργός ~είας (παρά τω πρωθυπουργώ)/ψηφοδέλτιο ~είας. Σύμβουλος (της) ~είας. Στο σύνολο της ~ας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (: κοινοτική ~). Ανά την/σε όλη την ~ (= τη χώρα). Πολιτείες και ~ες (ενν. αυστραλιανές). Η ελληνική ~ διαιρείται σε πενήντα έξι εκλογικές περιφέρειες.|| (μτφ.) Στην ~ (= στον χώρο) της ποίησης.|| Πνευματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμβούλιο της Επικρατείας (ακρ. ΣτΕ): το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο του ελληνικού κράτους: νομολογία κατ' άρθρο του ~ου ~. Αρμοδιότητες/ολομέλεια του ~ου ~. Τελεσίδικη απόφαση του ~ου ~. Γνωμοδότηση/εισηγητής/πάρεδρος του ~ου ~. Προσφυγή στο ~ ~. [< γαλλ. Conseil d'État] , βουλευτής επικρατείας βλ. βουλευτής [< αρχ. ἐπικράτεια ‘αυτοκρατορία, βασίλειο’, γαλλ. territoire]
17730επικρατέστερος, η, ο [ἐπικρατέστερος] ε-πι-κρα-τέ-στε-ρος επίθ. (συνήθ. με οριστικό άρθ.) 1. που επικρατεί, υπερισχύει, υπερτερεί ως ισχυρότερος: o ~ διάδοχος. Η ~η ημερομηνία (εγκαινίων)/λύση. Ο ~ των πέντε υποψηφίων/από όσους δήλωσαν συμμετοχή. Οι δύο ~οι διεκδικητές του βραβείου. Εμφανίζεται/θεωρείται/φέρεται (ως) (ο) ~ για τη θέση του γραμματέα/να αναλάβει το αξίωμα. Πβ. δεσπόζων, κυρίαρχος, υπερέχων. 2. (κατ΄επέκτ.) συνηθέστερος, συχνότερος: η ~η άποψη/εκδοχή/ερμηνεία. [< αρχ. ἐπικρατέστερος]
17731επικρατής, ής, ές [ἐπικρατής] ε-πι-κρα-τής επίθ.: που επικρατεί, κυριαρχεί. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επικρατές γονίδιο: ΒΙΟΛ. που ο φαινότυπός του εμφανίζεται σε έναν ετεροζυγώτη, αποκλείοντας το υπολειπόμενο γονίδιο. Πβ. κυρίαρχο γονίδιο. Βλ. αλληλόμορφο (γονίδιο). [< αρχ. ἐπικρατής γαλλ.-αγγλ. dominant]
17732επικράτηση[ἐπικράτηση] ε-πι-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικρατώ: απόλυτη/ιδεολογική/οικονομική/παγκόσμια/πλήρης/πολιτική ~. ~ του ισχυροτέρου. ~ της αλήθειας/του δικαίου/της λογικής. Η ~ της αντίληψης/άποψης ότι ... Η ~ του νόμου της ζούγκλας. Αγώνας/μάχη ~ης. Πβ. ηγεμονία, κυριαρχία, υπερίσχυση.|| Εκλογική/σαρωτική/στρατιωτική ~. (ΑΘΛ.) Άνετη/δίκαιη/εντός έδρας/εύκολη/φιλική ~ (ενν. ομάδας έναντι αντιπάλου). Πβ. νίκη.|| (για το κύριο χαρακτηριστικό περιόδου ή κατάστασης:) ~ βόρειων ανέμων/χαμηλών θερμοκρασιών. [< αρχ. ἐπικράτησις]
17733επικρατώ[ἐπικρατῶ] ε-πι-κρα-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επικρατ-είς ... | επικράτ-ησε (λόγ.) επεκράτ-ησε, επικρατ-ώντας}: υπερισχύω, επιβάλλομαι, νικώ: Το κόμμα/η παράταξη ~ησε στις εκλογές. (λόγ.) ~ησε (έναντι/επί) του αντιπάλου του. Ήμασταν καλύτεροι και ~ήσαμε άνετα/δίκαια/εύκολα (ενν. στo ματς). Πβ. υπερτερώ.επικρατεί: αποτελεί ή καθίσταται το πιο ισχυρό, βασικό, διαδεδομένο ή συχνό χαρακτηριστικό, κυριαρχεί: ~ αισιοδοξία/αναστάτωση/ηρεμία/μπάχαλο/πανικός/χάος. Η ατμόσφαιρα/η εικόνα/η κατάσταση/το κλίμα που ~ (μεταξύ των οπαδών). ~ η άποψη/γνώμη/εντύπωση ότι ... Οι συνθήκες/τάσεις που ~ούν (στην αγορά). Στην αίθουσα ~ησε σιωπή (= απλώθηκε). ~ησαν έντονα καιρικά φαινόμενα. Στο τέλος θα ~ήσει ψυχραιμία και σύνεση. Η αλήθεια/η δικαιοσύνη/η λογική θα ~ήσει. Πβ. βασιλεύει, δεσπόζει, πρυτανεύει. [< αρχ. ἐπικρατῶ]
17734επικρατών, ούσα, ούν [ἐπικρατῶν] ε-πι-κρα-τών επίθ. {επικρατ-ούντος, θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης | επικρατ-ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που επικρατεί: η ~ούσα αντίληψη/άποψη (= ευρέως διαδεδομένη)/ιδεολογία/κατάσταση/νοοτροπία/συνήθεια/τάξη. Το ~ούν σύστημα. Οι ~ούσες ιδέες. Τα ~ούντα ήθη. Σχόλιο ενδεικτικό του ~ούντος κλίματος. Πβ. ισχύων, κρατών, κυρίαρχος. Βλ. κυβερνών.|| Οι ~ούντες άνεμοι. Λόγω των ~ουσών καιρικών συνθηκών ...|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ούσα: τιμή (: ο αριθμός που προκύπτει πιο συχνά σε μια ομάδα αριθμών, βλ. διάμεση τιμή). [< αρχ. ἐπικρατῶν, γαλλ. prédominant, αγγλ. prevalent]
17736επικρίνω[ἐπικρίνω] ε-πι-κρί-νω ρ. (μτβ.) {επέκρι-να, επικρί-θηκα, επικρίν-οντας} : διατυπώνω αρνητική κριτική για κάποιον, κατηγορώ: ~νε (εμμέσως) τις απόψεις/τη στάση του. Βιβλίο/ταινία που ~θηκε αυστηρά/δριμύτατα/έντονα/σκληρά. ~θηκαν για τις θέσεις τους/ότι δεν χειρίστηκαν σωστά το θέμα. Διατάξεις που έχουν ~θεί ως αναχρονιστικές. Πβ. αποδοκιμάζω, ασκώ κριτική, κατακρίνω, μέμφομαι, ψέγω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, επαινώ, υμνώ (2) [< πβ. αρχ. ἐπικρίνω ‘αποφασίζω, επιλέγω’, γαλλ. censurer]
17737επίκριση[ἐπίκριση] ε-πί-κρι-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: δυσμενής κρίση, κατηγορία: δημόσιες/διεθνείς/δριμείες/έντονες/σφοδρές ~ίσεις. ~ του καθεστώτος/προς τους άλλους. Χωρίς διάθεση/ίχνος ~ης. Θύελλα/κύμα/σειρά/σωρεία ~ίσεων. Στο επίκεντρο/στόχαστρο των ~ίσεων. Απέρριψε/δεν σχολίασε τις ~ίσεις που διατυπώθηκαν/εκφράστηκαν εναντίον/σε βάρος του. Απάντησε στις ~ίσεις που δέχθηκε. Παραιτήθηκε εν μέσω ~ίσεων και καταγγελιών. Πβ. αποδοκιμασία, κατάκριση, κατηγορητήριο, μομφή, ψόγος. Βλ. κριτική. ΑΝΤ. έπαινος (1) [< πβ. μτγν. ἐπίκρισις ‘κρίση, απόφαση’]
17738επικριτής[ἐπικριτής] ε-πι-κρι-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επικρίτρια}: πρόσωπο που επικρίνει κάποιον ή κάτι: αυστηρός/δεινός/δριμύς/οξύς/σκληρός/σφοδρός ~. ~ές μιας θεωρίας/της παγκοσμιοποίησης/του πολέμου. Οι όψιμοι ~ές του. Απάντησε στους/διέψευσε τους ~ές του. Πβ. κατακριτής, τιμητής. ΑΝΤ. εγκωμιαστής, υμνητής [< πβ. μτγν. ἐπικριτής ‘κριτής’]
17739επικριτικός, ή, ό [ἐπικριτικός] ε-πι-κρι-τι-κός επίθ.: που φανερώνει ή ασκεί επίκριση: ~ή: διάθεση/ματιά/στάση. ~ό: βλέμμα/δημοσίευμα/πνεύμα/σχόλιο/ύφος. ~ές: αναφορές/δηλώσεις/φωνές. (μτφ.) ~ά: πυρά. Επιστολές με ~ό περιεχόμενο. Μιλούν με/σε ~ό τόνο.|| (για πρόσ.) ~ και καυστικός/λάβρος. ~ για τα λάθη/με τα κακώς κείμενα/απέναντι στους αντιπάλους του. Εμφανίστηκε έντονα/εξαιρετικά/ιδιαίτερα ~. Πβ. επιτιμητικός. ΑΝΤ. εγκωμιαστικός, επαινετικός, επιδοκιμαστικός, υμνητικός ● επίρρ.: επικριτικά [< πβ. μτγν. ἐπικριτικός ‘καθοριστικός’]
40299Επικρίτρια

ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. μορφή ηλεκτρονικού εγγράφου στο οποίο το περιεχόμενο είναι μόνο για ανάγνωση, δεν μπορεί δηλ. να υποστεί επεξεργασία. [< αμερικ. P(ortable) D(ocument) F(ormat), 1992, γαλλ. PDF, 1995]

17740επικρότηση[ἐπικρότηση] ε-πι-κρό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδοκιμασία, έγκριση: ~ των ενεργειών/προσπαθειών μας. Επιβεβαίωση και ~ των απόψεών του. ΑΝΤ. αποδοκιμασία [< πβ. μτγν. ἐπικρότησις ‘επίπληξη’]
17741επικροτώ[ἐπικροτῶ] ε-πι-κρο-τώ ρ. (μτβ.) {επικροτ-είς ... | επικρότ-ησα, επικροτ-είται, -ήθηκε, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συμφωνώ και επιδοκιμάζω: ~ (θερμά/ιδιαίτερα) τα όσα είπατε/τις κινήσεις σας. Προσυπογράφω και ~ τις θέσεις που διατυπώθηκαν. Έργα πολιτισμού που αναγνωρίζονται, ~ούνται και στηρίζονται. Απόφαση/δήλωση/πρόταση/πρωτοβουλία/στάση που ~ήθηκε. Πβ. ασπάζομαι, εγκρίνω, χαιρετίζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, κατακρίνω ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω [< μτγν. ἐπικροτῶ ‘χειροκροτώ’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.