| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17740 | επικρότηση | [ἐπικρότηση] ε-πι-κρό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδοκιμασία, έγκριση: ~ των ενεργειών/προσπαθειών μας. Επιβεβαίωση και ~ των απόψεών του. ΑΝΤ. αποδοκιμασία [< πβ. μτγν. ἐπικρότησις ‘επίπληξη’] | |
| 17741 | επικροτώ | [ἐπικροτῶ] ε-πι-κρο-τώ ρ. (μτβ.) {επικροτ-είς ... | επικρότ-ησα, επικροτ-είται, -ήθηκε, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συμφωνώ και επιδοκιμάζω: ~ (θερμά/ιδιαίτερα) τα όσα είπατε/τις κινήσεις σας. Προσυπογράφω και ~ τις θέσεις που διατυπώθηκαν. Έργα πολιτισμού που αναγνωρίζονται, ~ούνται και στηρίζονται. Απόφαση/δήλωση/πρόταση/πρωτοβουλία/στάση που ~ήθηκε. Πβ. ασπάζομαι, εγκρίνω, χαιρετίζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, κατακρίνω ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω [< μτγν. ἐπικροτῶ ‘χειροκροτώ’] | |
| 17742 | επίκρουση | [ἐπίκρουση] ε-πί-κρου-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ΙΑΤΡ. κλινική εξέταση που συνίσταται σε σύντομα χτυπήματα με τα δάχτυλα σε διάφορες περιοχές του σώματος, για τη διάγνωση της κατάστασης εσωτερικών οργάνων με βάση τον παραγόμενο ήχο: ~ του θώρακα/της καρδιάς/της κοιλιάς. Βλ. ακρόαση, ψηλάφηση. 2. πυροδότηση εκρηκτικής ύλης με κρούση: μηχανισμός/σύστημα ~ης. Κεντρική ~. [< 1: μτγν. ἐπίκρουσις ‘ραβδισμός (ως θεραπευτικό μέσο)’, γαλλ. percussion] | |
| 17743 | επικρουστήρας | [ἐπικρουστήρας] ε-πι-κρου-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό εξάρτημα όπλου, η αιχμή του οποίου χτυπά με δύναμη το καψούλι βλήματος (φυσιγγιού, οβίδας) και προκαλεί εκπυρσοκρότηση: σπασμένος ~ (: ως πιθανή αιτία αφλογιστίας). Το ελατήριο του ~α. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. κόκορας (2), σφύρα (4) [< γαλλ. percuteur] | |
| 17744 | επικρουστικός | , ή, ό [ἐπικρουστικός] ε-πι-κρου-στι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην επίκρουση: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αμβλύτητα.|| (ΜΟΥΣ., σε πνευστά όργανα) ~ό: γλωσσίδι (: που πάλλεται και παράγει ήχο) | |
| 17745 | επίκτητος | , η, ο [ἐπίκτητος] ε-πί-κτη-τος επίθ.: που εμφανίζεται, αποκτάται κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου ή άλλου έμβιου όντος, που δεν υπάρχει εκ γενετής: ~η: βλάβη/γνώση/διαταραχή (λόγου και ομιλίας)/ιδιότητα/ικανότητα. ~ες: παθήσεις. ~α: χαρακτηριστικά/χαρίσματα. ΑΝΤ. εγγενής, έμφυτος, κληρονομικός (2), συγγενής (2), σύμφυτος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια [< αρχ. ἐπίκτητος, γαλλ. acquis, αγγλ. acquired] | |
| 17746 | επικυριαρχία | [ἐπικυριαρχία] ε-πι-κυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. (κυρ. παλαιότ.) εξουσία που ασκεί ένα κράτος σε άλλο, περιορίζοντας την αυτονομία και την ανεξαρτησία του: ξένη/πολιτική/στρατιωτική/υψηλή ~. Καθεστώς ~ας. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κατάσταση επιρροής και ελέγχου: ιδεολογική/οικονομική/παγκόσμια ~. Η ~ του κέρδους (πάνω) στο συλλογικό συμφέρον. ΣΥΝ. κυριαρχία (2) [< γαλλ. suzeraineté] | |
| 17747 | επικυρίαρχος | , η, ο [ἐπικυρίαρχος] ε-πι-κυ-ρί-αρ-χος επίθ.: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που ασκεί επικυριαρχία: ~η: δύναμη. ~ο: κράτος (ΑΝΤ. υποτελές).|| (κατ’ επέκτ.) ~η: (κοινωνική) τάξη. [< γαλλ. suzerain] | |
| 17748 | επικυρώνω | [ἐπικυρώνω] ε-πι-κυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {επικύρω-σα, επικυρών-εται, -θηκε, -μένος, επικυρών-οντας} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καθιστώ κάτι έγκυρο: Τα ΚΕΠ ~ουν (φωτο)αντίγραφα. Έγγραφα που ~ονται από δικηγόρο ή δημόσια Αρχή. Η απόφαση/συμφωνία ~θηκε ομόφωνα (πβ. εγκρίνω). Η εκλογή του νέου μέλους θα ~θεί από την επόμενη γενική συνέλευση. Πβ. πιστοποιώ.|| Επικυρώστε (= ακυρώστε) το εισιτήριό σας. Βλ. προσ~. 2. (σπάν.) επιβεβαιώνω: ~ τις απόψεις/θέσεις κάποιου. Πβ. επαληθεύω. ● Μτχ.: επικυρωμένος , η, ο: τίτλος σπουδών νομίμως ~. ~η φωτοτυπία ταυτότητας ή διαβατηρίου. ΣΥΝ. κυρωμένος. ΑΝΤ. άκυρος (1), ανεπικύρωτος [< αρχ. ἐπικυρῶ, γαλλ. certifier, αγγλ. validate] | |
| 17749 | επικύρωση | [ἐπικύρωση] ε-πι-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για δημόσια Αρχή ή υπηρεσία) η ενέργεια του επικυρώνω: κοινοβουλευτική ~. ~ των αντιγράφων/των αποτελεσμάτων (του διαγωνισμού)/των δικαιολογητικών/της μετάφρασης/του πιστοποιητικού. ~ του γνησίου της υπογραφής από δικηγόρο. Θεώρηση και ~ των τίτλων απόλυσης. Η διαδικασία ~ης της συνθήκης από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πβ. έγκριση). Το έγγραφο δόθηκε προς ~. Πβ. κύρωση, πιστοποίηση.|| ~ εισιτηρίου (: το σφράγισμά του από ακυρωτικό μηχάνημα στα μέσα μαζικής μεταφοράς).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων. ΑΝΤ. ακύρωση (1) 2. (σπάν.) επιβεβαίωση: Μέσα από τη συζήτηση αναζητά την ~ των απόψεών του. Πβ. επαλήθευση. [< 2: αρχ. ἐπικύρωσις, γαλλ. validation, certification] | |
| 17750 | επικυρώσιμος | , η, ο [ἐπικυρώσιμος] ε-πι-κυ-ρώ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να επικυρωθεί: ~α: έγγραφα. | |
| 17751 | επικυρωτικός | , ή, ό [ἐπικυρωτικός] ε-πι-κυ-ρω-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που επικυρώνει: ~ή: απόφαση/διαδικασία/πράξη. ~ό: έγγραφο/όργανο. Πβ. κυρωτικός. ΑΝΤ. ακυρωτικός (1) ● επίρρ.: επικυρωτικά [< μεσν. επικυρωτικός, γαλλ. confirmatif] | |
| 17752 | επίκυψη | [ἐπίκυψη] ε-πί-κυ-ψη ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. κάμψη του κορμού μπροστά, με τα δάχτυλα των χεριών να τείνουν να ακουμπήσουν το έδαφος: στάση ~ης. Πβ. πρόκυψη. Βλ. ανά-, διά-, έκ-ταση.|| (μτφ.) Κάνει ~ύψεις και τεμενάδες (ως ένδειξη δουλοπρέπειας). Βλ. σκύψιμο. [< αρχ. ἐπίκυψις ‘κύρτωση’] | |
| 17753 | επιλαμβάνομαι | [ἐπιλαμβάνομαι] ε-πι-λαμ-βά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {επιλή-φθηκα (λόγ. επελήφθη ...), επιλη-φθεί} (+ γεν.) (επίσ.): φροντίζω, μεριμνώ: Θα ~φθώ ο ίδιος (προσωπικά) του θέματος/της υπόθεσης. Η δικαιοσύνη έχει ~φθεί του ζητήματος. (ελλειπτ.) Η επιτροπή ~εται και αποφασίζει. Πβ. ασχολούμαι, καταπιάνομαι. [< αρχ. ἐπιλαμβάνομαι ‘πιάνομαι’] | |
| 17754 | επιλαρχία | [ἐπιλαρχία] ε-πι-λαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μονάδα των τεθωρακισμένων, αντίστοιχη του τάγματος του πεζικού: ~ (μέσων) αρμάτων.|| (παλαιότ.) ~ Ιππικού. Πβ. ίλη. Βλ. -αρχία. [< μτγν. ἐπιλαρχία ‘διπλή ‘ίλη’] | |
| 17755 | επίλαρχος | [ἐπίλαρχος] ε-πί-λαρ-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός των τεθωρακισμένων, με βαθμό αντίστοιχο του ταγματάρχη. [< μτγν. ἐπιλάρχης 'διοικητής διπλής ίλης΄] | |
| 17756 | επιλαχών | , ούσα, όν [ἐπιλαχών] ε-πι-λα-χών επίθ./ουσ. {επιλαχ-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (επίσ.): που βρίσκεται σε σειρά κατάταξης μετά τον τελευταίο επιτυχόντα και έχει δικαίωμα κατάληψης της θέσης αυτού σε περίπτωση κωλύματος ή παραίτησής του: ο πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~.|| (ως επίθ.) ~ών: βουλευτής (: στις εκλογές). ~όν: μέλος (ΔΣ). ~όντες: φοιτητές (π.χ. σε εξετάσεις επιλογής για μεταπτυχιακό).|| Εγκεκριμένες και ~ούσες προτάσεις (π.χ. για χρηματοδότηση έργων). [< αρχ. ἐπιλαχών, μτχ. αορ. β’ του ρ. ἐπιλαγχάνω ‘ορίζομαι με κλήρωση (για διαδοχή)’] | |
| 43003 | Επιλαχών | προ-σλη-πτέ-ος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. | σπανιότ. θηλ. προσληπτέα}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτός που έχει επιλεγεί βάσει κριτηρίων και αναμένει την πρόσληψή του στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα: πίνακας ~ων. Είναι στους ~ους. Πβ. διοριστέος. Βλ. επιλαχών, επιτυχών, εποχιακός, -τέος. | |
| 17757 | επιλεγμένος | , η, ο [ἐπιλεγμένος] ε-πι-λεγ-μέ-νος επίθ.: που έχει επιλεγεί· κατ' επέκτ. εκλεκτός, διαλεχτός, επίλεκτος: ~η: βιβλιογραφία. ~α: άρθρα. Θα σου διαβάσω ~α αποσπάσματα από το βιβλίο. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: αρχείο/μέγεθος γραμμάτων.|| ~α: κρασιά/προϊόντα. ~α κείμενα (βλ. ανθολογία). Ρούχα που θα βρείτε μόνο σε ~α καταστήματα. [< αρχ. ἐπιλελεγμένος, αγγλ. selected] | |
| 17758 | επιλεγόμενος | , η, ο [ἐπιλεγόμενος] ε-πι-λε-γό-με-νος επίθ. (λόγ.): (επ)ονομαζόμενος, λεγόμενος: ..., ο ~ "Μέγας" (: για βασιλιά). Πβ. (απο)καλούμενος. ● Ουσ.: επιλεγόμενα (τα) {επιλεγομένων}: επίλογος βιβλίου. ΑΝΤ. προλεγόμενα [< αρχ. τά ἐπιλεγόμενα 'που λέγονται επιπλέον'] [< μτγν. ἐπιλεγόμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ