Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18640-18660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17759επιλέγω[ἐπιλέγω] ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.) {επέλε-ξα, επιλέ-χθηκε (λόγ.) επελέγη (μτχ. επιλεγ-είς, -είσα, -έν) κ. επελέχθη (μτχ. επιλε-χθείς), επιλε-γεί κ. -χθεί, -γμένος, επιλέγ-οντας, -όμενος}: αποφασίζω ποιο από τα στοιχεία ενός συνόλου είναι το καλύτερο ή το καταλληλότερο, το ξεχωρίζω: ~ προορισμό διακοπών/τι θα φορέσω. ~ξε τη ζωή στην πόλη αντί στην επαρχία. ~ξε (= προτίμησε) να αποσυρθεί/παραιτηθεί. Επίλεξε το σωστό χρώμα. ~χθηκαν οι καλύτεροι (= προκρίθηκαν). Η πόλη ~χθηκε να φιλοξενήσει το συνέδριο. Επελέγη για τη θέση του διευθυντή (: μεταξύ υποψηφίων, πβ. εκλέγω). ~όμενη: λειτουργία. Δηλώσεις ~όμενων μαθημάτων (= επιλογής, ΑΝΤ. υποχρεωτικά). Πβ. διαλέγω. Βλ. προ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειρά. ~ λέξη/παράγραφο (πβ. μαρκάρω). ΑΝΤ. αποεπιλέγω. [< αρχ. ἐπιλέγω, αγγλ. select]
17760επιλεκτικός, ή, ό [ἐπιλεκτικός] ε-πι-λε-κτι-κός επίθ. 1. που γίνεται με επιλογή ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: κατάλογος. ~ή: αναφορά/διανομή/έκθεση (ευρημάτων)/παράθεση. ~ές: διασταυρώσεις (ζώων)/εξαγορές.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: ενημέρωση/ευαισθησία/κρίση/κριτική/μεταχείριση (ΑΝΤ. αντικειμενική, δίκαιη). ~ό: ενδιαφέρον. Πβ. υποκειμενικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: προσοχή (βλ. διαμοιρασμένη).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ή: απόκρυψη (αριθμού)/φραγή (κλήσεων). ~ή: διαθεσιμότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: εμφάνιση (εγγράφων).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: χρεοκοπία. 2. (για πρόσ.) εκλεκτικός: ~ στο φαγητό/στις φιλίες. Είμαι πολύ ~ στο τι αγοράζω. ● επίρρ.: επιλεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιλεκτική αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή, επιλεκτική μνήμη βλ. μνήμη [< μτγν. ἐπιλεκτικός, γαλλ. sélectif, αγγλ. selective]
17761επιλεκτικότητα[ἐπιλεκτικότητα] ε-πι-λε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τάση ή η ικανότητα για επιλογή: ~ της μνήμης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ δέκτη/λήψης (: για σήμα). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sélectivité, 1933]
17762επίλεκτος, η, ο [ἐπίλεκτος] ε-πί-λε-κτος επίθ./ουσ.: που διακρίνεται ή/και έχει επιλεγεί για τις αρετές, τις ιδιαίτερες ικανότητές του σε έναν τομέα: ~η: μονάδα/ομάδα. ~ο: σώμα. ~οι: αθλητές/στρατιώτες. ~ες: δυνάμεις (πεζοναυτών). ~α κείμενα αντιπροσωπευτικά του είδους.|| ~ο: μέλος (της κοινωνίας). ~α: στελέχη (της εταιρείας/του κόμματος). Πβ. διακεκριμένος, επιφανής.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της αστυνομίας. Πβ. διαλεχτός, εκλεκτός, ξεχωριστός. [< μτγν. ἐπίλεκτος, αρχ. οἱ ἐπίλεκτοι]
17763επιλέξιμος, η, ο [ἐπιλέξιμος] ε-πι-λέ-ξι-μος επίθ. (λόγ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που πληροί τις προϋποθέσεις και έχει δικαίωμα επιδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ος: προϋπολογισμός (έργου). ~η: επένδυση/περιοχή. ~ο: κόστος/ποσό. ~οι: αντισυμβαλλόμενοι/κλάδοι (για ενίσχυση)/υποψήφιοι. ~ες: δαπάνες/δράσεις/δραστηριότητες/επιχειρήσεις. ~α: έργα/μέτρα/προϊόντα. 2. (γενικότ.) που μπορεί να επιλεγεί. [< αγγλ. eligible, selectable]
17764επιλεξιμότητα[ἐπιλεξιμότητα] ε-πι-λε-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. συμβατότητα με το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για τις χρηματοδοτήσεις από την Eυρωπαϊκή Ένωση: (μη) ~ δαπανών/επιχειρήσεων/έργων. ~ για ενίσχυση/επιδότηση. Απαιτήσεις/έλεγχος/κανόνες/κριτήρια/όροι ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. eligibility]
17765επιληπτικός, ή, ό [ἐπιληπτικός] ε-πι-λη-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από επιληψία ή σχετίζεται με αυτή: ~οί: ασθενείς.|| ~ή: αύρα. ~ό: επεισόδιο/σοκ. ~οί: σπασμοί. ~ές: κρίσεις. ΑΝΤ. αντιεπιληπτικός ● Ουσ.: επιληπτικός, επιληπτική (ο/η): πρόσωπο που πάσχει από επιληψία: Είναι ~. [< αρχ. ἐπιληπτικός, γαλλ. épileptique, αγγλ. epileptic]
17766επιλήσμων, ων, ον [ἐπιλήσμων] ε-πι-λή-σμων επίθ. {επιλήσμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων, σπάν. στο ουδ.} (+ γεν.) (λόγ.): που λησμονεί και κατ' επέκτ. παραμελεί κάτι (σημαντικό): ~ του όρκου/των υποσχέσεών/των υποχρεώσεών του. Πβ. ξεχασιάρης. ΣΥΝ. αμνήμων ΑΝΤ. μνήμων [< αρχ. ἐπιλήσμων]
17767επιληψία[ἐπιληψία] ε-πι-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σοβαρή νευρολογική πάθηση, η οποία οφείλεται σε προσωρινή διαταραχή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου και χαρακτηρίζεται από απώλεια των αισθήσεων και έντονους μυϊκούς σπασμούς ή απώλεια της συνείδησης και της επαφής με το περιβάλλον: μεγάλη/μικρή ~. Ιδιοπαθής/συμπτωματική ~. Γενικευμένη/εστιακή/παιδική/φωτοευαίσθητη/ψυχοκινητική (: του κροταφικού λοβού) ~. Κρίση ~ας. Πβ. σεληνιασμός. Βλ. -ληψία. ● ΣΥΜΠΛ.: φαρμακοανθεκτική επιληψία βλ. φαρμακοανθεκτικός [< αρχ. ἐπιληψία, αγγλ. epilepsy, γαλλ. épilepsie]
17768επιλήψιμος, η, ο [ἐπιλήψιμος] ε-πι-λή-ψι-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί ή αξίζει να κατηγορηθεί, να κατακριθεί: ~η: διαγωγή/δραστηριότητα/συμπεριφορά. Πράξη με ηθικά/νομικά ~ο χαρακτήρα. Πβ. μεμπτός.|| (ως ουσ.) Από την έρευνα δεν βρέθηκε/διαπιστώθηκε/προέκυψε τίποτα το ~ο. Το ~ο είναι ότι ... Πβ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος. ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος [< μτγν. ἐπιλήψιμος]
17769επιλογέας[ἐπιλογέας] ε-πι-λο-γέ-ας ουσ. (αρσ.) {επιλογ-είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα ή συσκευή επιλογής: ~ προγραμμάτων/ταχυτήτων (βλ. λεβιές/μοχλός). 2. ΤΗΛΕΠ. μεταγωγέας που χρησιμοποιείται στα τηλεφωνικά κέντρα και καθιστά εφικτή την επικοινωνία μεταξύ των συνδρομητών. Βλ. ζεύξη, προ~. [< αγγλ. selector, 1903, γαλλ. sélecteur, 1905]
17770επιλογή[ἐπιλογή] ε-πι-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιλέγω: αποτυχημένη/ασυνήθιστη/ασφαλής/δύσκολη/ελεύθερη/ενδεικτική/εξαιρετική/κορυφαία/κρίσιμη/τελική/τολμηρή ~. ~ επαγγέλματος/προϊόντος/προορισμού (για διακοπές)/στελεχών/συντρόφου. Αποτελέσματα/διαγωνισμός/διαδικασία/επιτροπή/κριτήρια/οδηγός/προϋποθέσεις/τρόπος ~ής (υποψηφίων). Συνέντευξη ~ής προσωπικού. ~ μεταξύ δύο εναλλακτικών (λύσεων). Κωδικός πρόσβασης δικής σας ~ής. Μαθήματα ~ής (= επιλεγόμενα, ΑΝΤ. υποχρεωτικά). Σχολές πρώτης/δεύτερης ~ής. Υποτροφίες κατόπιν ~ής (: χωρίς διαγωνισμό). Θέλω να έχω το δικαίωμα στην ~. Έκανες τη σωστή ~ (= διάλεξες σωστά, πβ. απόφαση). Πβ. εκλογή, διάλεγμα, προτίμηση. Βλ. προ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μοχλός ~ής. 2. (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το αντικείμενο ή η δυνατότητα επιλογής: άπειρες/απεριόριστες/διαθέσιμες/διατροφικές/εκπαιδευτικές/επαγγελματικές/ιδεολογικές/μουσικές/πολιτικές/προσωπικές ~ές. ~ές για διασκέδαση. Μεγάλη γκάμα/πληθώρα/ποικιλία ~ών.|| Δίχως/χωρίς ~. Είναι ~ μου να ... Έχεις δύο ~ές, ή ... ή ... (πβ. δίλημμα). Δεν έχετε/δεν σας μένει άλλη ~ από το να ... Δεν μου άφησε πολλές ~ές.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ές και αποκλίσεις από τη νόρμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ενεργή ~. (Απ)ενεργοποιώ/ρυθμίζω μια ~. Εκτέλεση/κατάργηση μιας ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλών επιλογών/πολλαπλής επιλογής & (σπάν.) πολλαπλών απαντήσεων/πολλαπλής απάντησης: για θέματα, συνήθ. εξετάσεων, που αποτελούνται από την κύρια ερώτηση και διαφορετικές απαντήσεις-επιλογές, από τις οποίες μία συνήθ. είναι η σωστή: ασκήσεις/ερωτηματολόγιο/ερωτήσεις/κουίζ/σύστημα/τεστ ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Λίστα/μενού ~ επιλογών. [< αγγλ. multiple-choice, 1926] , φυσική επιλογή: ΒΙΟΛ. διαδικασία εξέλιξης των ειδών κατά την οποία επιβιώνουν οι οργανισμοί που έχουν προσαρμοστεί καλύτερα στο περιβάλλον, σε βάρος των λιγότερο προσαρμοσμένων: μεταλλάξεις και ~ ~. Φυσική και τεχνητή (: που γίνεται από τον άνθρωπο) ~. Βλ. δαρβινισμός. [< αγγλ. natural selection] , Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού βλ. συμβούλιο, μενού (επιλογών) βλ. μενού ● ΦΡ.: κατ' επιλογή(ν) (λόγ.): με επιλογή: ~ ~ μαθήματα (= επιλεγόμενα). Εφαρμογή των οδηγιών ~ ~ των κρατών-μελών. Προαγωγή ~ ~ (ΑΝΤ. κατ' αρχαιότητα). [< μτγν. ἐπιλογή, γαλλ. sélection, choix, αγγλ. selection, choice]
17771επιλογικός, ή, ό [ἐπιλογικός] ε-πι-λο-γι-κός επίθ. 1. που λειτουργεί ως επίλογος ή σχετίζεται με αυτόν: ~ό: κεφάλαιο/σημείωμα (: σύντομος επίλογος)/σχόλιο. ΑΝΤ. εισαγωγικός (1), προλογικός (1) 2. που σχετίζεται με την επιλογή: ~ή: διαδικασία.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ός: διακόπτης. ~ή: συνεργασία (: μεταξύ των ηλεκτρονόμων ενός δικτύου). ● επίρρ.: επιλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. [< 1: μτγν. ἐπιλογικός, αγγλ. epilogic 2: αγγλ. selective, γαλλ. sélectif]
17772επίλογος[ἐπίλογος] ε-πί-λο-γος ουσ. (αρσ.) 1. (στον γραπτό και προφορικό λόγο) το τελευταίο μέρος ενός κειμένου ή μιας ομιλίας, το οποίο περιέχει συνήθ. την ανακεφαλαίωση ή το συμπέρασμα και χαρακτηρίζεται από συντομία, περιεκτικότητα και πυκνότητα· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο καταληκτικό και σύντομο μέρος θεατρικού έργου, ταινίας ή μουσικής σύνθεσης: ~ του βιβλίου/της έκθεσης/της επιστολής/της συζήτησης. Πβ. κατακλείδα, κλείσιμο. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. πρόλογος, προοίμιο (1) 2. (μτφ.) έκβαση, κατάληξη: ο ~ της βραδιάς/της καριέρας της/του ταξιδιού. Τραγικός ~ (: για βίαιο συνήθ. θάνατο). Πβ. αποτέλεσμα, τέλος. [< αρχ. ἐπίλογος, γαλλ. épilogue, αγγλ. epilogue]
17773επιλοίμωξη[ἐπιλοίμωξη] ε-πι-λοί-μω-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης | -ώξεις, -ώξεων}: ΙΑΤΡ. μόλυνση που παρουσιάζεται κατά τη θεραπεία υπάρχουσας λοίμωξης λόγω ανθεκτικότητας των μικροβίων στα φάρμακα: Οξεία ~ του αναπνευστικού. ΣΥΝ. επιμόλυνση (2) [< αγγλ. superinfection, 1893
17774επιλόχειος, α/ος, ο [ἐπιλόχειος] ε-πι-λό-χει-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται κατά την περίοδο της λοχείας: ~ος: πυρετός (: λοίμωξη τμήματος των γεννητικών οργάνων μετά από τοκετό ή έκτρωση). ~α: κατάθλιψη. [< μεσν. επιλόχιος, γαλλ. puerpéral]
17775επιλοχίας[ἐπιλοχίας] ε-πι-λο-χί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. μόνιμος υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον λοχία και κατώτερος από τον αρχιλοχία κατά έναν βαθμό. Βλ. επικελευστής, επισμηνίας. 2. (καταχρ.) έφεδρος λοχίας που εκτελεί χρέη επιλοχία. [< γαλλ. sergent-major]
17776επίλυση[ἐπίλυση] ε-πί-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιλύω: άμεση/διπλωματική/ειρηνική/οριστική/πολιτική/στρατιωτική/φιλική ~. ~ των αποριών/της διαμάχης/του ζητήματος/του μυστηρίου. (ΝΟΜ.) (Εξω)δικαστική/συμβιβαστική ~ διαφορών. Πβ. διακανονισμός, διευθέτηση.|| (ΜΑΘ.) Αριθμητική ~ εξισώσεων. ~ των ασκήσεων/του προβλήματος (: εύρεση της λύσης, του ζητουμένου). ||(επιστ. όρ.) ~ προβλήματος. [< αγγλ. problem-solving] [< μτγν. ἐπίλυσις ‘λύση, ερμηνεία’]
24864Επιλύσιμος

κλέ-ος ουσ. (ουδ.) {κλέ-ους | -η} (λόγ.): δόξα: αρχαίο ~.|| (στον πληθ., ηρωικά κατορθώματα:) Τα προγονικά ~η. [< αρχ. κλέος]

17777επιλύσιμοςη, ο [ἐπιλύσιμος] ε-πι-λύ-σι-μος επίθ.: ΜΑΘ. που μπορεί να επιλυθεί: ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. ~ες: διαφορές/ομάδες (θεωρία ομάδων). [< αγγλ. solvable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.