| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17779 | επιλύχνιος | , α, ο [ἐπιλύχνιος] ε-πι-λύ-χνι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: Επιλύχνιος Ευχαριστία: ΕΚΚΛΗΣ. ο ύμνος ‘φως ιλαρόν’. [< μεσν. Επιλύχνιος Ευχαριστία] | |
| 17780 | επιλύω | [ἐπιλύω] ε-πι-λύ-ω ρ. (μτβ.) {επέλυ-σα, επιλύ-σει, -εται, -θηκε, -θεί, -μένος, επιλύ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): δίνω τελική λύση: Η κατασκευή του φράγματος ~σε το αρδευτικό πρόβλημα. Κατέφυγαν στο δικαστήριο, για να ~σουν τις διαφορές τους. Η κρίση μπορεί να ~θεί (οριστικά) με ειρηνικά μέσα/μέσω της διπλωματικής οδού. Πβ. (δια)κανονίζω, διευθετώ.|| (ΜΑΘ.) Να ~θεί η άσκηση. [< μτγν. ἐπιλύω ‘αναλύω, εξηγώ’] | |
| 17781 | επιμάνικα | [ἐπιμάνικα] ε-πι-μά-νι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. επιμάνικο} & επιμανίκια: ΕΚΚΛΗΣ. σκληρές μανσέτες οι οποίες καλύπτουν και συγκρατούν τα μανίκια του στιχάριου. Βλ. επιγονάτιο, επιτραχήλιο. [< μεσν. επιμάνικον] | |
| 17782 | επίμαχος | , η, ο [ἐπίμαχος] ε-πί-μα-χος επίθ.: που γίνεται αιτία διαμάχης ή αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης: ~ος: νόμος/όρος (της σύμβασης). ~η: δήλωση/εκπομπή/σκηνή (ταινίας)/τροπολογία/φράση. ~ο: άρθρο/βίντεο/δημοσίευμα/θέμα/μέτρο. ~α: ζητήματα. Τα ~α σημεία της συνέντευξης. Βλ. -μαχος. [< μτγν. ἐπίμαχος ‘ευάλωτος, αμφισβητούμενος’] | |
| 17783 | επιμειξία | [ἐπιμειξία] ε-πι-μει-ξί-α ουσ. (θηλ.) & επιμιξία: διασταύρωση ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικές φυλές ή έθνη, με επιγαμία: φυλετική ~. Μικτοί γάμοι και ~ες. ~ες γηγενών/ιθαγενών και Ευρωπαίων (βλ. κρεολός, μιγάς). Οι λαοί ήρθαν σε ~.|| (για ζώα) ~ λύκου με τσακάλι/χοίρου με αγριογούρουνο. Βλ. υβριδισμός.|| (μτφ.) Γλωσσική/θρησκευτική/πολιτισμική ~. Πβ. ανάμειξη. [< αρχ. ἐπιμ(ε)ιξία, γαλλ. mélange] | |
| 17784 | επιμέλεια | [ἐπιμέλεια] ε-πι-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. εργατικότητα, φιλοπονία: Εργάζεται/κρατά σημειώσεις με ~. Δείχνει ~ στα μαθήματα (= είναι επιμελής). Πβ. ζήλος, προσοχή, σπουδή. ΑΝΤ. αμέλεια (1) 2. ΝΟΜ. επιβεβλημένη από τον νόμο φροντίδα προσώπου ανίκανου ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία· ειδικότ. το αντίστοιχο δικαίωμα και υποχρέωση που αναγνωρίζει το δικαστήριο σε έναν από τους δύο γονείς, σε περίπτωση διαζυγίου: κοινή/προσωρινή ~. Ανάθεση/άρση/στέρηση της ~ας. Της αφαιρέθηκε/δόθηκε η ~ (των παιδιών). Ασκεί/διεκδικεί/έχασε/έχει/κέρδισε/πήρε την ~. Πβ. γονική μέριμνα, επιτροπεία, κηδεμονία. Βλ. συν~. 3. ευθύνη για την υλοποίηση συνήθ. καλλιτεχνικού έργου, προγράμματος ή εκδήλωσης: (εικαστική) ~ έκθεσης. ~ (και παρουσίαση) εκπομπής/ήχου (βλ. ηχολήπτης)/παραγωγής (σιντί)/φωτισμού (βλ. φωτιστής). Είχε τη(ν) δραματουργική/ενδυματολογική (βλ. ενδυματολόγος)/καλλιτεχνική/μουσική/σκηνική (βλ. σκηνογράφος)/σκηνοθετική (βλ. σκηνοθέτης) ~ της παράστασης.|| Γραφιστική ~ (εξωφύλλου). ~ ιστοσελίδας. Σχεδιασμός και ~. Πβ. επίβλεψη, επιστασία, εποπτεία. 4. τυπογραφικός, γλωσσικός και επιστημονικός έλεγχος κειμένου, ο οποίος προηγείται της δημοσίευσης ή της έκδοσής του: γενική/εκδοτική/φιλολογική ~. ~ άρθρου/εντύπων/μετάφρασης/περιοδικού. Διόρθωση-~. Ασχολείται με/κάνει ~ κειμένων. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακή επιμέλεια: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιοποίηση, ψηφιακή διατήρηση, κοινοποίηση, καθώς και γνωστική και οικονομική αξιοποίηση των πολιτιστικών δεδομένων. [< αγγλ. digital curation] [< αρχ. ἐπιμέλεια ‘φροντίδα, καθήκον, ενασχόληση’] | |
| 17785 | επιμελημένος | , η, ο [ἐπιμελημένος] ε-πι-με-λη-μέ-νος επίθ.: (για κάτι) που το έχουν επιμεληθεί, φροντίσει: ~η: διακόσμηση/εργασία/κατασκευή/παρουσίαση. ~ο: βιβλίο/κείμενο/ντύσιμο/ύφος (πβ. επιτηδευμένος). Εκδόσεις ιδιαίτερα ~ες και καλαίσθητες. Πβ. περιποιημένος, φροντισμένος. [< αρχ. ἐπιμελημένος] | |
| 17786 | επιμελής | , ής, ές [ἐπιμελής] ε-πι-με-λής επίθ. {επιμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επιμελέστ-ερος, -ατος}: που τον χαρακτηρίζει ή φανερώνει επιμέλεια, προσοχή: ~ής: μαθητής/φοιτητής (πβ. μελετηρός, φιλομαθής). ~ και συνεπής στη δουλειά του. Πβ. εργατικός, φιλόπονος.|| ~ής: έλεγχος/σχεδιασμός. ~ής: μελέτη/προσπάθεια. ~ές: βούρτσισμα (των δοντιών)/πλύσιμο (των χεριών). Πβ. ενδελεχής, προσεκτ-, σχολαστ-ικός. ΑΝΤ. αμελής ● επίρρ.: επιμελώς [-ῶς] [< αρχ. ἐπιμελής] | |
| 17787 | επιμελητεία | [ἐπιμελητεία] ε-πι-με-λη-τεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διοικητική υπηρεσία υπεύθυνη για τον ανεφοδιασμό και γενικά την ομαλή λειτουργία τμήματος, τομέα (την προμήθεια και διαχείριση υλικών, τον έλεγχο και συντήρηση μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, την καθαριότητα χώρων) ή οι αντίστοιχες αρμοδιότητες· συνεκδ. το κτίριο όπου αυτή στεγάζεται: οικονομική/στρατιωτική ~. ~ πτήσεων.|| (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) ~ της Πανεπιστημιακής Λέσχης/Σχολής. [< μτγν. ἐπιμελητεία ‘το αξίωμα του επιμελητή’, γαλλ. intendance] | |
| 17788 | επιμελητηριακός | , ή, ό [ἐπιμελητηριακός] ε-πι-με-λη-τη-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το επιμελητήριο: ~ός: όμιλος/σύνδεσμος. ~ή: νομοθεσία. ~ές: εκλογές. | |
| 17789 | επιμελητήριο | [ἐπιμελητήριο] ε-πι-με-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΝΟΜ. νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με μέλη που ανήκουν στον ίδιο ή σε παρεμφερείς επαγγελματικούς κλάδους και δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένη περιφέρεια, το οποίο έχει στόχο την άρτια λειτουργία και την προαγωγή των συμφερόντων αυτών: Επαγγελματικό/Ξενοδοχειακό/Οικονομικό ~. Εμπορικό και Βιομηχανικό ~. Τεχνικό ~ Ελλάδας (ΤΕΕ). ~ Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ)/Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος. Βλ. -τήριο. [< μεσν. επιμελητήριον ‘σχολείο’, γαλλ. chambre] | |
| 17790 | επιμελητής | [ἐπιμελητής] ε-πι-με-λη-τής ουσ. (αρσ.) , επιμελήτρια (η) 1. πρόσωπο που έχει αναλάβει την επιμέλεια, επίβλεψη έργου ή την εποπτεία, επιστασία χώρου: επιστημονικός/καλλιτεχνικός/μουσικός ~. ~ της έκθεσης.|| Πρόλογος της ~τριας/σημείωμα του ~ή (: σε βιβλίο). ~ εκδόσεων/κειμένων. Ο ~ του τόμου ... Διορθωτής/μεταφραστής-~.|| ~ αρχαιοτήτων (βλ. Εφορεία Αρχαιοτήτων). ~ του μουσείου/της πινακοθήκης.|| ~ πρόνοιας. 2. νοσοκομειακός γιατρός που βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον αναπληρωτή διευθυντή: ~ Α'/Β'. 3. ΝΟΜ. πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια ατόμου ανήλικου ή ανίκανου για δικαιοπραξία. 4. ο εκάστοτε μαθητής στον οποίο ανατίθεται η επιτήρηση της τάξης κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. 5. (παλαιότ.) επιστημονικός συνεργάτης σε πανεπιστήμιο, ανώτερος από τον βοηθό και κατώτερος από τον υφηγητή. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστικός επιμελητής: ΝΟΜ. δημόσιος λειτουργός επιφορτισμένος με την επίδοση δικογράφων και εξώδικων εγγράφων, καθώς και με την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων (εκτελεστών τίτλων). Βλ. δικαστικός κλητήρας., επιμελητής πτήσεων βλ. πτήση [< αρχ. ἐπιμελητής ΄διοικητής, επίτροπος'] | |
| 17791 | επιμελούμαι | [ἐπιμελοῦμαι] ε-πι-με-λού-μαι ρ. (μτβ.) {επιμελ-είσαι ... | επιμελ-ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): φροντίζω κάτι, ώστε να είναι προσεγμένο· έχω την εποπτεία, αναλαμβάνω την επιμέλεια: ~είται (δημοσιογραφικά) και παρουσιάζει εκπομπές. Τον κατάλογο ~ήθηκε ο διευθυντής του μουσείου. Την έκδοση/το κείμενο ~ήθηκε ο φιλόλογος ... Έχει ~ηθεί καλλιτεχνικά/μουσικά την εκδήλωση.|| (λόγ., +γεν.) Ο ταμίας ~είται των οικονομικών υποθέσεων του σωματείου. [< αρχ. ἐπιμελοῦμαι] | |
| 17792 | επίμεμπτος | , η, ο [ἐπίμεμπτος] ε-πί-με-μπτος επίθ. (λόγ.): που αξίζει ή πρέπει να επικριθεί: ~η: διαγωγή/πράξη/συμπεριφορά/συναλλαγή.|| (ΝΟΜ.) ~η και ποινικώς κολάσιμη στάση.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κάτι το ~ο στα λόγια του. Πβ. αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, κατακριτέος, μεμπτός. ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος, άψογος [< μτγν. ἐπίμεμπτος] | |
| 17793 | επιμένω | [ἐπιμένω] ε-πι-μέ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επέμεινα, επιμείνει, επιμέν-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: εξακολουθώ να πιστεύω, να υποστηρίζω, να απαιτώ ή να κάνω κάτι παρά τις δυσκολίες, αντιδράσεις ή διαφωνίες: ~ει (πεισματικά) στο αίτημά/στην απόφασή/στην άποψή/στις δηλώσεις/στις θέσεις του. ~ουν στην αδιαλλαξία/στον διάλογο. ~ουν για αύξηση μισθού. ~ει (σταθερά) ότι η μόνη λύση είναι ... Πβ. εμμένω.|| ~ ότι πρέπει να συζητήσουμε. ~ει στο ότι …/να λέει ψέματα/να ρωτάει (= συνεχίζει).|| Επέμεινε μέχρι τέλους. Αφού ~εις, θα σου απαντήσω. Μην ~εις, δεν θα καταφέρεις τίποτα.|| ~ει σε λεπτομέρειες (= δίνει έμφαση, προσοχή) και χάνει την ουσία. Πβ. επικεντρών-, στέκ-ομαι, εστιάζω. ● επιμένει: (μτφ., συνήθ. για κάτι αρνητικό) συνεχίζει με την ίδια ένταση, χωρίς να υποχωρεί: Ο βήχας/ο πόνος/ο πυρετός ~. Η ζέστη/το κρύο ~. [< αρχ. ἐπιμένω] | |
| 17794 | επιμένων | , ουσα, ον [ἐπιμένων] ε-πι-μέ-νων επίθ./ουσ. (λόγ.): που επιμένει: (ΙΑΤΡ.) ~ουσες: λοιμώξεις.|| (ως ουσ.) Ο ~ δικαιώνεται. ● ΦΡ.: ο επιμένων νικά: όποιος δείχνει επιμονή, βγαίνει στο τέλος κερδισμένος. [< αρχ. ἐπιμένων] | |
| 17795 | επιμερίζω | [ἐπιμερίζω] ε-πι-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {επιμέρι-σα, επιμερίζ-εται, επιμερί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, επιμεριζ-όμενος, επιμερι-σμένος, επιμερίζ-οντας} (λόγ.): χωρίζω σε μέρη και μοιράζω: Το θέμα ~εται σε τρεις θεματικές ενότητες. Οι ευθύνες ~ονται σε όλους. Οι αρμοδιότητες ~στηκαν σε διαφορετικά πρόσωπα. Να ~στούν δίκαια τα βάρη της εργασίας. ~όμενες: δαπάνες/υπηρεσίες. ~σμένο: ποσό. Πβ. διαμοιράζω, κατα-μερίζω, -νέμω. [< μτγν. ἐπιμερίζω] | |
| 17796 | επιμερισμός | [ἐπιμερισμός] ε-πι-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιμερίζω: ~ δαπανών/εξόδων/εργασιών/εσόδων/καθηκόντων/κόστους. Πβ. κατα-μερισμός, -νομή. ΣΥΝ. μερισμός (1), μοίρασμα (1) [< μτγν. ἐπιμερισμός] | |
| 17797 | επιμεριστικός | , ή, ό [ἐπιμεριστικός] ε-πι-με-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον επιμερισμό. || (ΜΑΘ.) ~ή ιδιότητα του πολλαπλασιασμού (για τρεις πραγματικούς αριθμούς α, β, γ ισχύει α (β + γ) = αβ + αγ). ● επίρρ.: επιμεριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. επιμεριστικός] | |
| 36656 | επιμερους | [ὀπισθοδρόμηση] ο-πι-σθο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) επιστροφή σε προηγούμενο στάδιο εξέλιξης αντί για πρόοδο, αναχρονισμός: θεσμική/ιδεολογική/κοινωνική/πολιτισμική ~. ~ στον τομέα ... Πβ. αρτηριοσκλήρυνση, οπισθοχώρηση. 2. προς τα πίσω κίνηση: ταχύτητα ~ης του οχήματος (= η όπισθεν).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του όπλου κατά τον πυροβολισμό (πβ. ανάκρουση, κλότσημα). Πυροβόλα άνευ ~ήσεως. ΣΥΝ. πισωγύρισμα (1) 3. ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική επίλυσης μιας ακολουθίας επιμέρους προβλημάτων η οποία βασίζεται στην εύρεση λύσης για το πρώτο πρόβλημα και στην προσπάθεια αναδρομικής επίλυσης των υπολοίπων βάσει της πρώτης λύσης. [< 1: γαλλ. rétrogradation 2: γαλλ. reculement, recul 3: αγγλ. backtracking] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ