| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17797 | επιμεριστικός | , ή, ό [ἐπιμεριστικός] ε-πι-με-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον επιμερισμό. || (ΜΑΘ.) ~ή ιδιότητα του πολλαπλασιασμού (για τρεις πραγματικούς αριθμούς α, β, γ ισχύει α (β + γ) = αβ + αγ). ● επίρρ.: επιμεριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. επιμεριστικός] | |
| 36656 | επιμερους | [ὀπισθοδρόμηση] ο-πι-σθο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) επιστροφή σε προηγούμενο στάδιο εξέλιξης αντί για πρόοδο, αναχρονισμός: θεσμική/ιδεολογική/κοινωνική/πολιτισμική ~. ~ στον τομέα ... Πβ. αρτηριοσκλήρυνση, οπισθοχώρηση. 2. προς τα πίσω κίνηση: ταχύτητα ~ης του οχήματος (= η όπισθεν).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του όπλου κατά τον πυροβολισμό (πβ. ανάκρουση, κλότσημα). Πυροβόλα άνευ ~ήσεως. ΣΥΝ. πισωγύρισμα (1) 3. ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική επίλυσης μιας ακολουθίας επιμέρους προβλημάτων η οποία βασίζεται στην εύρεση λύσης για το πρώτο πρόβλημα και στην προσπάθεια αναδρομικής επίλυσης των υπολοίπων βάσει της πρώτης λύσης. [< 1: γαλλ. rétrogradation 2: γαλλ. reculement, recul 3: αγγλ. backtracking] | |
| 17798 | επιμέρους | [ἐπιμέρους] ε-πι-μέ-ρους επίθ. {άκλ.} & επί μέρους (λόγ.): που αποτελεί τμήμα ενός συνόλου: ~ ενότητες/θέματα/κατηγορίες/κλάδοι/λειτουργίες/τομείς. Διαφωνίες σε ~ σημεία. Τα ~ και τα γενικότερα προβλήματα. Βασικοί και ~ στόχοι. Πβ. ειδικότερος, ιδιαίτερος, μεμονωμένος.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ όροι (: για την περιγραφή των συγκεκριμένων πραγμάτων, π.χ. "Αυτό το λουλούδι". ΑΝΤ. καθολικοί). ● Ουσ.: επιμέρους (τα): αυτά που έχουν δευτερεύουσα σημασία: Ασχολείται με τα ~ και τα επουσιώδη. [< αρχ. φρ. ἐπί μέρους] | |
| 17799 | επιμεταλλωμένος | , η, ο [ἐπιμεταλλωμένος] ε-πι-με-ταλ-λω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επιμετάλλωση: ~ο: νήμα/χαρτί. ~ες: λαμαρίνες. ~α: ανταλλακτικά (αυτοκινήτων). Φυσίγγια με ~α σκάγια. Βλ. επικασσιτερ-, επινικελ-, επιχρυσ-, επιχρωμι-, επιψευδαργυρ-ωμένος. [< γαλλ. métallisé, αγγλ. metallized, plated] | |
| 17800 | επιμετάλλωση | [ἐπιμετάλλωση] ε-πι-με-τάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη επιφάνειας με λεπτό στρώμα μετάλλου, με σκοπό να αποκτήσει μεταλλική εμφάνιση ή/και αντοχή· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ηλεκτρολυτική ~. ~ με εμβάπτιση/ψεκασμό. ~ με άργυρο (= επαργύρωση)/κασσίτερο (= επικασσιτέρωση)/νικέλιο (= επινικέλωση)/χαλκό (= επιχάλκωση)/χρυσό (= επιχρύσωση)/χρώμιο (= επιχρωμίωση)/ψευδάργυρο (= επιψευδαργύρωση). Πβ. γαλβανισμός.|| ~ εξαρτημάτων (βλ. αναγόμωση)/πλαστικών. Βραχιόλι με ~ ασημιού. ΣΥΝ. μεταλοποίηση [< γαλλ. métallisation, αγγλ. metallization] | |
| 17801 | επιμέτρηση | [ἐπιμέτρηση] ε-πι-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχεδιασμός (εκτίμηση των εργασιών και των ποσοτήτων των υλικών που θα χρειαστούν) και επίβλεψη μίας κατασκευής: αναλυτική/προσωρινή/τελική ~. ~ ποσοτήτων. Σύνταξη ~ήσεων. Βλ. προϋπολογισμός. 2. υπολογισμός που γίνεται στο τέλος μιας διαδικασίας: ~ του καυσίμου (: μετά τον ανεφοδιασμό της δεξαμενής). Βλ. κατα-, προ-, προσ-μέτρηση.|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ λογιστικών μεγεθών/περιουσιακών στοιχείων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιμέτρηση ποινής: ΝΟΜ. καθορισμός της ποινής από το δικαστήριο, σε περιπτώσεις που έχει θεσπιστεί μόνο το ανώτατο και το κατώτατο όριό της βάσει του νόμου. [< γερμ. Urteilsverkündung] [< πβ. μτγν. ἐπιμέτρησις ‘διανομή’] | |
| 17802 | επιμετρητής | [ἐπιμετρητής] ε-πι-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη διεξαγωγή επιμετρήσεων: ~ ποσοτήτων. | |
| 17803 | επίμετρο | [ἐπίμετρο] ε-πί-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου}: συμπληρωματικό κεφάλαιο στο τέλος λογοτεχνικού ή επιστημονικού έργου με διευκρινίσεις, σχόλια ή ανάλυση, γραμμένο συνήθ. από τον μεταφραστή ή τον επιμελητή της έκδοσης: αντί/εν είδει ~ου. Βλ. πρόλογος. ● ΦΡ.: εις επίμετρο(ν): επιπλέον, επιπροσθέτως. [< πβ. μτγν. ἐπίμετρον ‘υπεραφθονία, πλεόνασμα’] | |
| 17804 | επιμετρώ | [ἐπιμετρῶ] ε-πι-με-τρώ ρ. (μτβ.) {επιμετρ-ά κ. -εί ... | επιμέτρ-ησε, -άται κ. -είται, -ήθηκε}: κάνω επιμέτρηση: Οι ποσότητες των υλικών ~ήθηκαν. Βλ. κατα-, προσ-μετρώ.|| (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο θα αποσυρθεί, για να ~ήσει τις ποινές.|| (μτφ.) Οι κίνδυνοι θα ~ηθούν και θα ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. [< αρχ. ἐπιμετρῶ ‘μετρώ, δίνω επιπροσθέτως’ | |
| 17805 | επιμηθέας | [ἐπιμηθέας] ε-πι-μη-θέ-ας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): (μετωνυμ.-αρνητ. συνυποδ.) που δεν είναι προνοητικός, που ενεργεί εκ των υστέρων: Λειτουργεί σαν ~ (: δρα κατόπιν εορτής). [< αρχ. Ἐπιμηθεύς] | |
| 17806 | επιμήκης | , ης, ες [ἐπιμήκης] ε-πι-μή-κης επίθ. ουδ. επίμηκες {επιμήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μεγάλο μήκος και μικρό πλάτος: ~ης: λωρίδα/προέκταση. ~ες: οικοδόμημα/σχήμα/σώμα. ~εις: ραβδώσεις. ~η: φύλλα.|| (ΓΕΩΦ.) ~η: κύματα (βλ. διαμήκη, εγκάρσια).|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: ορθογώνιο. Πβ. μακρόστενος, μακρουλός, προμήκης, στενόμακρος. ΑΝΤ. βραχύς (2) [< αρχ. ἐπιμήκης] | |
| 17807 | επιμήκυνση | [ἐπιμήκυνση] ε-πι-μή-κυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αύξηση του μήκους ή της διάρκειας: ~ και συσπείρωση του ελατηρίου. Καλώδιο ~ης (= μπαλαντέζα, πβ. επ-, προ-έκταση, μάκρεμα). (ΜΗΧΑΝ.) ~ θραύσης. Πβ. μήκυνση.|| ~ του δανείου/της τουριστικής περιόδου/του χρέους/του χρόνου εργασίας/του ωραρίου λειτουργίας (των καταστημάτων). Πβ. παράταση.|| (συνεκδ.) Τεχνητές ~ύνσεις μαλλιών (= εξτένσιον). ΑΝΤ. βράχυνση (1) | |
| 17808 | επιμηκύνω | [ἐπιμηκύνω] ε-πι-μη-κύ-νω ρ. (μτβ.) {επιμήκυ-να, επιμηκύ-νθηκε, -μένος, επιμηκύν-οντας} (λόγ.) 1. αυξάνω κάτι ως προς το μήκος του, το κάνω επίμηκες: ~ το καλώδιο. Μάσκαρα που ~ει (= μακραίνει) τις βλεφαρίδες. Οι κάθετες ρίγες ~ουν τη σιλουέτα (: την κάνουν να δείχνει πιο λεπτή και ψηλή). Η γραμμή του μετρό θα ~νθεί κατά ... χιλιόμετρα (πβ. προεκτείνω). ΑΝΤ. βραχύνω 2. παρατείνω κάτι χρονικά: ~ την άδειά/τις διακοπές/το ταξίδι μου. Αντιοξειδωτικές τροφές που ~ουν τη ζωή. Δεν έχει νόημα να ~ουμε τη συζήτηση. Η προθεσμία ~νθηκε. [< μτγν. ἐπιμηκύνω ‘μακραίνω’] | |
| 17809 | επιμιξία | βλ. επιμειξία | |
| 17810 | επιμίσθιο | [ἐπιμίσθιο] ε-πι-μί-σθι-ο ουσ. (ουδ.) {επιμισθίου}: επιπλέον αμοιβή που προστίθεται στον κανονικό μισθό: ετήσιο/μηνιαίο ~. Ειδικό ~ εξωτερικού (: αποσπασμένων εκπαιδευτικών και διοικητικών υπαλλήλων). Πβ. μπόνους, πριμ. [< πβ. μτγν. ἐπιμίσθιος 'έμμισθος'] | |
| 17811 | επιμνημόσυνος | , η, ο [ἐπιμνημόσυνος] ε-πι-μνη-μό-συ-νος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που πραγματοποιείται σε μνημόσυνο: ~ος: λόγος. ~η: ακολουθία/ομιλία/τελετή. ~ο: (αρχιερατικό) τρισάγιο.|| ~η: εκδήλωση (: για να τιμηθεί ο εκλιπών). ● ΣΥΜΠΛ.: επιμνημόσυνη δέηση: που τελείται στη μνήμη κάποιου: ~ ~ για τα θύματα/τους νεκρούς/τους πεσόντες. ~ ~ υπέρ αναπαύσεως των ψυχών. ~ ~ και κατάθεση στεφάνων. ~ ~ στο ηρώο/στο κοιμητήριο/στο μνημείο. | |
| 17812 | επιμόλυνση | [ἐπιμόλυνση] ε-πι-μό-λυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) μόλυνση που προκαλείται λόγω της μεταφοράς παθογόνων μικροοργανισμών από μια μολυσμένη πηγή ή είδος σε άλλο μη μολυσμένο: διασταυρούμενη (: όταν δεν τηρούνται οι κανόνες υγιεινής, π.χ. όταν μαγειρεμένες τροφές έρθουν σε επαφή με ωμό κρέας ή ψάρι)/μικροβιολογική/φυσική/χημική ~. ~ τροφίμων (από βαρέα μέταλλα). ~ του αέρα (βλ. ρύπανση).|| (ΟΙΚΟΛ.) Γενετική ~/~ των καλλιεργειών (: από μεταλλαγμένα προϊόντα). 2. ΙΑΤΡ. νέα μόλυνση από διαφορετικό μικρόβιο, συχνά ως συνέπεια αντιμικροβιακής θεραπείας για την καταπολέμηση της αρχικής λοίμωξης: βακτηριακή ~. ~ του τραύματος. Πβ. αναμόλυνση, επιλοίμωξη. [< 1: αγγλ. cross-contamination, 1935, 2: γαλλ. surinfection, 1926] | |
| 17813 | επιμολύνω | [ἐπιμολύνω] ε-πι-μο-λύ-νω ρ. (μτβ.) {επιμόλυ-νε, επιμολύ-νθηκε, -σμένος, επιμολύν-οντας} (επιστ.): προκαλώ επιμόλυνση: Τοξικές ουσίες που ~ουν τα τρόφιμα. ~σμένο: λάδι. (ΟΙΚΟΛ.) Καλλιέργειες ~σμένες με γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.|| (ΙΑΤΡ.) Η πληγή έχει ~νθεί. [< μτγν. ἐπιμολύνω, γαλλ. surinfecter, 1965] | |
| 17814 | επιμονή | [ἐπιμονή] ε-πι-μο-νή ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα εκείνου που επιμένει: αξιοθαύμαστη/αταλάντευτη/σταθερή ~. ~ (μέχρι τέλους) σε αρχές και αξίες/στο θέμα του ... ~ (= έμφαση) στη λεπτομέρεια. ~ και θέληση/πίστη/προσήλωση. Κατόπιν ~ής του ιατρού, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Η ~ του να σπουδάσει. (Επ)έδειξε υπομονή και ~ και τα κατάφερε.|| Παράλογη/πεισματική/περίεργη ~. ~ σε λάθος απόψεις/στην άρνηση διαλόγου. Πβ. εμμονή, ισχυρογνωμοσύνη, πείσμα.|| (μτφ.) ~ του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα. Πβ. διατήρηση. [< μτγν. ἐπιμονή] | |
| 17815 | επίμονος | , η, ο [ἐπίμονος] ε-πί-μο-νος επίθ. 1. που γίνεται με επιμονή, την απαιτεί ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~η: αναζήτηση (πβ. διαρκής)/απαίτηση/άρνηση. ~ο: αίτημα/βλέμμα (= κάρφωμα). ~ες: εκκλήσεις/ερωτήσεις (πβ. πιεστικές)/πιέσεις/προσπάθειες (= επανειλημμένες, συνεχείς).|| ~η: δουλειά/εργασία.|| (για πρόσ.) ~ος: ερευνητής. Είναι ~ στις απόψεις του (= σταθερός, πβ. αμετάπειστος, ανυποχώρητος, ισχυρογνώμων, πεισματάρης). 2. (μτφ.) που εξακολουθεί να έχει την ίδια ένταση, που δεν υποχωρεί: ~ος: βήχας/πονοκέφαλος (= έντονος, οξύς)/πυρετός. ~η: αιμορραγία (πβ. ακατάσχετη). ~ο: πρόβλημα.|| ~οι: λεκέδες (: που δεν φεύγουν εύκολα). ● επίρρ.: επίμονα & (λόγ.) επιμόνως [< 1: μτγν. ἐπίμονος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ