| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17816 | επίμορτος | , η/ος, ο [ἐπίμορτος] ε-πί-μορ-τος επίθ. (λόγ.-παλαιότ.): που αναφέρεται στο μερίδιο από τη σοδειά που έχει προσυμφωνηθεί να λαμβάνει ο ιδιοκτήτης γης από τον καλλιεργητή της: ~η: καλλιέργεια.|| ~ος: αγρολήπτης (: κολίγας, σέμπρος). ● ΣΥΜΠΛ.: επίμορτη/επίμορτος αγροληψία βλ. αγροληψία [< αρχ. ἐπίμορτος] | |
| 17817 | επιμορφούμενος | , η, ο [ἐπιμορφούμενος] ε-πι-μορ-φού-με-νος επίθ. (επίσ.): (για πρόσ.) που επιμορφώνεται: ~οι: εκπαιδευτικοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οι καλούνται να ... Βλ. επιμορφωτής. [< αγγλ. trainee] | |
| 17818 | επιμορφώνω | [ἐπιμορφώνω] ε-πι-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {επιμόρφω-σα, επιμορφώ-θηκα, επιμορφ-ούμενος κ. επιμορφων-όμενος, επιμορφω-μένος}: παρέχω επιμόρφωση: Τα στελέχη της επιχείρησης ~ονται συστηματικά/τακτικά. Πολλοί εκπαιδευτικοί ~θηκαν στις νέες τεχνολογίες. Οι ~ούμενοι/~όμενοι καλούνται να ... Πβ. μετεκπαιδεύω. Βλ. καταρτίζω. [< μτγν. ἐπιμορφῶ 'διαμορφώνω', αγγλ. train, γαλλ. former] | |
| 17819 | επιμόρφωση | [ἐπιμόρφωση] ε-πι-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): παροχή συμπληρωματικών ή/και εξειδικευμένων γνώσεων που στοχεύει κυρ. στην επαγγελματική κατάρτιση: ενδοσχολική/ενδοϋπηρεσιακή/επαγγελματική/επιστημονική/λαϊκή/περιοδική/συνεχής/συστηματική/ταχύρυθμη ~. Εισαγωγική ~ νεοδιόριστων εκπαιδευτικών. ~ δασκάλων και καθηγητών/στελεχών/(δημοσίων) υπαλλήλων. ~ στη χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση. Επιτροπή/ημερίδα/ινστιτούτο/πιστοποιητικό/πρόγραμμα/σεμινάρια ~ης. Πβ. διά βίου εκπαίδευση/μάθηση, εξειδίκευση, μετεκπαίδευση. Βλ. αυτο~, τηλ~. [< πβ. μτγν. ἐπιμόρφωσις 'παραχάραξη', γαλλ. formation, αγγλ. training] | |
| 17820 | επιμορφωτής | [ἐπιμορφωτής] ε-πι-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.) , επιμορφώτρια (η): πρόσωπο που επιμορφώνει. Βλ. επιμορφούμενος. | |
| 17821 | επιμορφωτικός | , ή, ό [ἐπιμορφωτικός] ε-πι-μορ-φω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην επιμόρφωση: ~ός: όμιλος/σύλλογος. ~ή: δράση/ημερίδα. ~ό: έργο/κέντρο (βλ. ΠΕΚ)/πρόγραμμα/σεμινάριο/υλικό. ~ά: θέματα/παιχνίδια/ταξίδια. Άδεια για επιστημονικούς ή ~ούς λόγους (βλ. εκπαιδευτική άδεια). | |
| 17822 | επίμοχθος | , η, ο [ἐπίμοχθος] ε-πί-μο-χθος επίθ. (λόγ.): κοπιαστικός, επίπονος: ~η: διαδικασία/εργασία/έρευνα/προσπάθεια. ~ο: έργο. Πβ. κοπιώδης, κουραστικός. [< αρχ. ἐπίμοχθος] | |
| 17823 | επιμύθιο | [ἐπιμύθιο] ε-πι-μύ-θι-ο ουσ. (ουδ.): κατακλείδα μύθου (ή διήγησης) με ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα· κατ' επέκτ. κάθε ηθικό συμπέρασμα που προκύπτει από γεγονός ή εμπειρία: Το ~ της όλης ιστορίας είναι ότι δεν πρέπει να ... Πβ. ηθικό δίδαγμα, συμπέρασμα. Βλ. γνωμικό. [< μτγν. ἐπιμύθιον] | |
| 17824 | επίμυς | [ἐπίμυς] ε-πί-μυς ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό πλακουντοφόρο θηλαστικό (οικογ. Muridae, γένος Rattus, τάξη Rodentia), το πλέον διαδεδομένο πειραματόζωο, ιδ. στη μελέτη της συμπεριφοράς και της βιολογίας του νευρικού συστήματος. Βλ. αρουραίος. | |
| 17825 | επίναυλος | [ἐπίναυλος] ε-πί-ναυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αύλου} (επίσ.): επιπλέον χρέωση στα ναύλα: Στις τιμές των εισιτηρίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο ~ καυσίμων. | |
| 17826 | επίνειο | [ἐπίνειο] ε-πί-νει-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οικισμός ή πόλη με λιμάνι το οποίο εξυπηρετεί συνήθ. μεγαλύτερη πόλη της ενδοχώρας: ~ της Κνωσού ήταν η Αμνισός. [< αρχ. ἐπίνειον ‘αγκυροβόλιο’] | |
| 17827 | επίνευση | [ἐπίνευση] ε-πί-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συναίνεση, συγκατάθεση: υπό/με την ~ του ... [< μτγν. ἐπίνευσις] | |
| 17828 | επινεφρίδια | [ἐπινεφρίδια] ε-πι-νε-φρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {επινεφριδί-ων | σπάν. στον εν. επινεφρίδιο}: ΑΝΑΤ. οι δύο ενδοκρινείς αδένες, που βρίσκονται ο καθένας τους πάνω από κάθε νεφρό και αποτελούνται εσωτερικά από μυελώδη ουσία που εκκρίνει αδρεναλίνη και νοραδρεναλίνη και εξωτερικά από φλοιώδη ουσία που εκκρίνει στεροειδείς ορμόνες: μυελός/υπερπλασία των ~ων. | |
| 17829 | επινεφριδικός | , ή, ό [ἐπινεφριδικός] ε-πι-νε-φρι-δι-κός επίθ. & επινεφριδιακός & (λόγ.) επινεφρίδιος, α/ος, ο: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα επινεφρίδια: ~ός: φλοιός. ~ή: ανεπάρκεια/κόπωση. Επινεφρίδιοι αδένες (= επινεφρίδια). [< αρχ. ἐπινεφρίδιος] | |
| 17830 | επινεφρίνη | [ἐπινεφρίνη] ε-πι-νε-φρί-νη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΒΙΟΧ. αδρεναλίνη. Βλ. νορ~. [< αγγλ. epinephrine, 1899, γαλλ. épinéphrine, 1900] | |
| 17831 | επινικελωμένος | , η, ο [ἐπινικελωμένος] ε-πι-νι-κε-λω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επινικέλωση: ~ος: μπρούντζος/ορείχαλκος. ~ες: βίδες. ~α: σκάγια. Βλ. επιμεταλλωμένος. | |
| 17832 | επινικέλωση | [ἐπινικέλωση] ε-πι-νι-κέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιμετάλλωση με νικέλιο για προστασία από τη διάβρωση· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση. [< γαλλ. nickelage] | |
| 17833 | επινίκιος | , α, ο [ἐπινίκιος] ε-πι-νί-κι-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται, ακούγεται κατά τους πανηγυρισμούς μετά από νίκη: ~ος: λόγος. ~α: ομιλία. ~ο: γλέντι.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: ύμνος (: με τον οποίο δοξάζεται ο Θεός). Πβ. νικητήριος.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ες: ωδές. ● Ουσ.: επινίκια (τα): εορτασμοί για τη νίκη. ΣΥΝ. νικητήρια, επινίκιο (το): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχ. Ελλάδα) λυρικό άσμα που γραφόταν για να υμνηθεί νίκη σε πανελλήνιους αγώνες. [< αρχ. ἐπινίκιος] | |
| 17834 | επινόημα | [ἐπινόημα] ε-πι-νό-η-μα ουσ. (ουδ.): νοητικό κατασκεύασμα, επινόηση: ιδεολογικό/πολιτικό ~ (πβ. εφεύρημα, τέχνασμα). Κοινωνικά ~ατα (= κατασκευές, συμβάσεις). ~ του μυαλού (πβ. σύλληψη)/της φαντασίας (πβ. αποκύημα, γέννημα). Βλ. δια-, υπο-νόημα. [< μτγν. ἐπινόημα] | |
| 17835 | επινοημένος | , η, ο [ἐπινοημένος] ε-πι-νο-η-μέ-νος επίθ.: που έχει επινοηθεί: ~ος: όρος. ~η: λέξη. Οι ήρωες είναι υπαρκτοί ή ~οι από τον συγγραφέα; Η ιστορία φαίνεται ~η και εξωπραγματική. Πβ. φανταστικός. [< μτγν. ἐπινενοημένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ