Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18720-18740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17836επινόηση[ἐπινόηση] ε-πι-νό-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύλληψη πρωτότυπης ιδέας: επαναστατική/καλλιτεχνική/νέα/πρωτοποριακή/τολμηρή ~. ~ της έννοιας (του μηδενός)/του όρου ("οικολογία").|| Μηχανολογικές/τεχνολογικές ~ήσεις. Η ~ της γραφής/του τροχού. Πβ. ανακάλυψη, εφεύρεση. 2. (αρνητ. συνυποδ.) εφεύρημα, τέχνασμα: αυθαίρετη ~. Επικοινωνιακές/κακόβουλες/φανταστικές ~ήσεις (πβ. σόφισμα). Όλα ήταν δική του ~ (: δεν ήταν αλήθεια). Πβ. κόλπο, τρικ, ψέμα. ΣΥΝ. επινόημα ● ΣΥΜΠΛ.: θέατρο της επινόησης: στο οποίο το κείμενο δημιουργείται από τη θεατρική ομάδα, κυρ. μέσα από τον αυτοσχεδιασμό. Βλ. κομέντια ντελ άρτε. [< γαλλ. Théâtre improvisé] [< μτγν. ἐπινόησις]
17837επινοητής[ἐπινοητής] ε-πι-νο-η-τής ουσ. (αρσ.), επινοήτρια (η): πρόσωπο που έχει επινοήσει κάτι: ~ της βαρυτικής/της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Πβ. ευρετής. || (ως επίθ.) ~τρια εταιρεία. [< μτγν. ἐπινοητής]
17838επινοητικός, ή, ό [ἐπινοητικός] ε-πι-νο-η-τι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να επινοεί· που φανερώνει τέτοια ικανότητα: ~ός: καλλιτέχνης. ~ό: μυαλό/πνεύμα. Πβ. δημιουργ-, εφευρετ-ικός, ευφυής, πολυμήχανος.|| ~ή: ταινία. ~ές: λύσεις. Πβ. έξυπνος, ευρηματικός. ● επίρρ.: επινοητικά [< μτγν. ἐπινοητικός]
17839επινοητικότητα[ἐπινοητικότητα] ε-πι-νο-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επινοητικού: ~ και πρωτοτυπία/φαντασία. Eνίσχυση/επιβράβευση της ~ας και της δημιουργικότητας των μαθητών. Πβ. ευρηματικ-, εφευρετικ-ότητα.
17840επίνοια[ἐπίνοια] ε-πί-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επινοητικότητα και συνεκδ. ιδέα, σκέψη ή ενέργεια που προέρχεται από αυτή: σκηνοθετική/συγγραφική ~. Πβ. δημιουργικ-, εφευρετικ-ότητα.|| Πρωτοπόρες ~ες και εμπνεύσεις. Πβ. επινόηση. Βλ. σύλληψη. [< αρχ. ἐπίνοια ‘στοχασμός, δεύτερη σκέψη’]
17841επινοικίαση[ἐπινοικίαση] ε-πι-νοι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υπενοικίαση.
17842επινοώ[ἐπινοῶ] ε-πι-νο-ώ ρ. (μτβ.) {επινο-είς ... | επινό-ησα, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. συλλαμβάνω διανοητικά κάτι καινούργιο, πρωτότυπο: ~εί λύσεις και διεξόδους (στα προβλήματα). ~ησε (: σκέφτηκε) έναν νέο τρόπο διδασκαλίας/μια καινούργια συσκευή/μια πρωτοποριακή μέθοδο. Πβ. ανακαλύπτω, εφευρίσκω.|| ~ούν λέξεις (βλ. λεξιπλασία)/όρους. 2. μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι: ~ούν δικαιολογίες. ~ησαν ένα κόλπο/τέχνασμα. Η ιστορία/το σενάριο ~ήθηκε για να τη δυσφημήσει. ΣΥΝ. σκαρώνω (1), σοφίζομαι [< αρχ. ἐπινοῶ]
17843επιορκία[ἐπιορκία] ε-πι-ορ-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αθέτηση όρκου: η ποινική ρήτρα της ~ας. Κακοδιοίκηση, ~, χρηματισμός. Διέπραξε ~. Βλ. ψευδορκία. [< αρχ. ἐπιορκία]
17844επίορκος, η, ο [ἐπίορκος] ε-πί-ορ-κος επίθ. {-ου (λόγ.) -όρκου}: ΝΟΜ. (κυρ. για δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό) που έχει διαπράξει επιορκία: ~οι: αστυνομικοί/γιατροί/δικαστές/εφοριακοί. Πβ. παράσπονδος.|| (ως ουσ.) Υποδειγματική τιμωρία των ~όρκων. [< αρχ. ἐπίορκος]
17845επιούσα[ἐπιοῦσα] ε-πι-ού-σα ουσ. (θηλ.) {επιούσης} (λόγ.): η επόμενη μέρα. ● ΦΡ.: τι τέξεται η επιούσα (αρχαιοπρ.): τι θα φέρει η επόμενη μέρα, τι θα επακολουθήσει: Ουδείς γνωρίζει ~ ~. [< μτγν. ἐπιοῦσα]
17846επιούσιος[ἐπιούσιος] ε-πι-ού-σι-ος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τα αναγκαία, τα στοιχειώδη: η εξασφάλιση/το κυνήγι του ~ου. Αγωνίζεται/μοχθεί/τρέχει για τον ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: άρτος ο επιούσιος βλ. άρτος [< μτγν. ἐπιούσιος ‘επαρκής για το παρόν, καθημερινός’]
17847επίπαγος[ἐπίπαγος] ε-πί-πα-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρούστα πάγου που ενσωματώνεται στην επιφάνεια των κατεψυγμένων αλιευμάτων και τα προστατεύει από την αφυδάτωση και την οξείδωση: καθαρό βάρος χωρίς ~ο. Προϊόντα που φέρουν ~ο 10%. 2. ΓΕΩΛ. σκληρό στρώμα ορυκτών στην επιφάνεια του εδάφους ή σε μικρό βάθος κάτω από αυτή. [< 1: αγγλ. ice glazing 2: μτγν. ἐπίπαγος 'πετρωμένη κρούστα']
17848επίπαση[ἐπίπαση] ε-πί-πα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): πασπάλισμα: σκόνη/θειάφι ~ης (: για την προστασία των φυτών από τα παράσιτα). Πβ. σκόνισμα.
17849επίπεδο[ἐπίπεδο] ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.) {επιπέδ-ου | -ων} 1. θέση σε αξιολογική κλίμακα: επαρκές/επιθυμητό/ικανοποιητικό/ιστορικό/κοινωνικό/μορφωτικό/(δια)νοητικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτισμικό/στοιχειώδες ~. Το ~ ανάπτυξης/παραγωγικότητας. Πωλήσεις (που διατηρούνται) σε ~α ρεκόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί/φτάσει σε υψηλά/χαμηλά για την εποχή ~α.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων (= βαθμίδα, τάξη). ~ ομιλίας (βλ. ικανότητα). Βελτίωση του γλωσσικού ~ου των μαθητών. Το ~ της τάξης είναι χαμηλό (: οι επιδόσεις). Μαθήματα διαφορετικού/του ίδιου ~ου (= βαθμού) δυσκολίας. 2. πεδίο, τομέας: επαγγελματικό/θεωρητικό (πβ. σφαίρα)/οικογενειακό/πολιτικό/προσωπικό ~. Σε διεθνές/εθνικό/κοινοτικό/πανελλαδικό/πανευρωπαϊκό/τοπικό ~ (πβ. κλίμακα). Δράση σε ατομικό και ομαδικό ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ λόγου/ύφους (: επίσημο, προφορικό, λαϊκό, λογοτεχνικό). 3. ΓΕΩΜ. δισδιάστατη επιφάνεια της οποίας δύο οποιαδήποτε σημεία μπορούν να συνδεθούν με μια ευθεία γραμμή· γενικότ. επίπεδη επιφάνεια: νοητό ~. Κάθετα/παράλληλα ~α. ~α που εφάπτονται/τέμνονται. Βλ. ημι~, παραλληλ~.|| Βαθμιδωτά ~α. Συγκρότημα κτιρίων σε κλιμακωτά ~α. Μεζονέτα δύο ~ων/χτισμένη σε δύο ~α (= ορόφους).|| Το ~ (= η στάθμη, το ύψος) του νερού στο φράγμα έχει ανέβει. 4. ποιότητα: Κατάστημα με ~ στην εξυπηρέτηση. Το ~ σπουδών του πανεπιστημίου. Είσαι αγενής, δεν έχεις ~. Μη ρίχνεις το ~ της συζήτησης.|| (μειωτ.) Δεν θα κατέβω/πέσω στο ~ό σου!επιπέδου: για να δηλωθεί η (ανώτερη ή κατώτερη) ποιότητα: αθλητές/υπηρεσίες υψηλού ~ (= αξίας, κλάσης, στάθμης). Διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση ~ (πβ. ποιοτικός).|| Θέαμα χαμηλού ~ (: κακής ποιότητας). (μειωτ.) Δεν είμαι του ~ σου (: είμαι καλύτερός σου). ● ΣΥΜΠΛ.: βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, επίπεδα γλωσσομάθειας βλ. γλωσσομάθεια, επίπεδο πτήσης βλ. πτήση, επίπεδο σημαντικότητας βλ. σημαντικότητα, επίπεδο της φτώχειας, βλ. φτώχεια, επίπεδο τιμών βλ. τιμή, ευρωπαϊκού επιπέδου βλ. ευρωπαϊκός, κεκλιμένο επίπεδο βλ. κεκλιμένος, τροφικό επίπεδο βλ. τροφικός ● ΦΡ.: επίπεδο-δάπεδο (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί χαμηλή ποιότητα: συζήτηση επιπέδου-δαπέδου., επαγγελματικού επιπέδου βλ. επαγγελματικός, σε επίπεδο αρχηγών βλ. αρχηγός, σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα βλ. παγκόσμιος [< 1,2,4: γαλλ. niveau, αγγλ. level 3: αρχ. ἐπίπεδον]
17850επιπεδομετρία[ἐπιπεδομετρία] ε-πι-πε-δο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΓΕΩΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τα επίπεδα σχήματα. Βλ. στερεομετρία, -μετρία. [< γαλλ. planimétrie]
17851επιπεδοποίηση[ἐπιπεδοποίηση] ε-πι-πε-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. επεξεργασία επιφάνειας, ώστε να γίνει επίπεδη: ~ δαπέδων από σκυρόδεμα/εδάφους. Εργαλειομηχανές ~ης μετάλλων. Γραμμή ~ης και κατά πλάτος κοπής. Πβ. εξομάλυνση, επιπέδωση, λείανση. 2. (σπάν.) κατανομή σε επίπεδα: ~ μαθητών. Πβ. διαστρωμάτωση.
17852επίπεδος, η, ο [ἐπίπεδος] ε-πί-πε-δος επίθ. 1. που δεν έχει εσοχές ή προεξοχές, λείος: ~ος: δρόμος/χάρτης (: μη ανάγλυφος). ~η: έκταση (= πεδινή)/επιφάνεια/καμπύλη (π.χ. ροπής, βλ. παραβολή)/οροφή/πλάκα/στέγη (= ταράτσα). ~η: οθόνη (: μη κυρτή)/τηλεόραση. Πβ. ίσιος, ομαλός.|| (ΓΕΩΜ.) ~η: γωνία (: που σχηματίζεται πάνω σε επίπεδο, σε αντιδιαστολή με τη δίεδρη). Βλ. ομο~, παραλληλ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: συλλέκτης (: που μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε θερμική). ~ο: κάτοπτρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: προβολή. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που δεν έχει διακυμάνσεις, εξάρσεις, εντάσεις: ~η: σκηνοθεσία. ~ο: ύφος. Μυθιστόρημα με ~ους χαρακτήρες. Πβ. άχρωμος, μονότονος, πληκτικός. Βλ. πολυ~. [< αρχ. ἐπίπεδος]
17853επιπέδωση[ἐπιπέδωση] ε-πι-πέ-δω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξομάλυνση, λείανση επιφάνειας: ~ δαπέδων. Χωματουργικές εργασίες ~ης. || ~ της καμπύλης (των κρουσμάτων). Πβ. επιπεδοποίηση, ισοπέδ-, κυλίνδρ-ωση. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή που εμποδίζει τον ασθενή να εκδηλώσει τα συναισθήματά του και χαρακτηρίζεται συνήθ. από έλλειψη εκφραστικών χειρονομιών, απλανές βλέμμα. Βλ. αβουλία, απρόσφορο συναίσθημα, συναισθηματική αμβλύτητα. [< 1: μτγν. ἐπιπέδωσις ‘δημιουργία επίπεδης επιφάνειας’ 2: αγγλ. flattening]
17854επιπεφυκίτιδα[ἐπιπεφυκίτιδα] ε-πι-πε-φυ-κί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του επιπεφυκότος του οφθαλμού που χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα και κνησμό: αλλεργική/βακτηριακή/εαρινή (: που εκδηλώνεται την άνοιξη)/ιογενής/μικροβιακή/νεογνική/οξεία/χρόνια ~. Βλ. βλεφαρ-, κερατ-, σκληρ-ίτιδα. [< γαλλ. conjonctivité]
17855επιπεφυκώς & επιπεφυκότας[ἐπιπεφυκώς] ε-πι-πε-φυ-κώς ουσ. (αρσ.) {επιπεφυκ-ότος, -ότα | -ότες, -ότων} : ΑΝΑΤ. λεπτός υμένας που καλύπτει εσωτερικά τα βλέφαρα και εξωτερικά τον βολβό του οφθαλμού: εκφύλιση/ερεθισμός/παθήσεις/σάκος/φλεγμονή (= επιπεφυκίτιδα) του ~ότος. Αιμορραγία/ερυθρότητα/οίδημα/υπεραιμία/ωχρότητα των ~ότων. [< αρχ. ἐπιπεφυκώς (ὑμήν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.