| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17856 | επιπίπτει | [ἐπιπίπτει] ε-πι-πί-πτει ρ. (αμτβ.) {επέπε-σε, επιπέ-σει} (λόγ.): πέφτει πάνω σε κάποιον ή κάτι, προσκρούει με ορμή: Όχημα ~σε σε δικυκλιστή.|| (μτφ.) Αύξηση που ~ στους καταναλωτές. Η κατηγορία ~ επί/κατά παντός υπευθύνου. Οι ευθύνες ~ουν στους ώμους τους. [< αρχ. ἐπιπίπτω] | |
| 17857 | επιπλάδικο | [ἐπιπλάδικο]ε-πι-πλά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιπλοποιείο. Βλ. -άδικο. | |
| 17858 | επιπλάς | [ἐπιπλάς] ε-πι-πλάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): επιπλοποιός. Βλ. -άς. | |
| 17859 | επίπλαστος | , η, ο [ἐπίπλαστος] ε-πί-πλα-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ψεύτικος ή προσποιητός: ~η: εικόνα/ευγένεια/ηρεμία (= φαινομενική)/καλοσύνη/μετριοφροσύνη/πραγματικότητα/συμπεριφορά/χαρά. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: ανάγκες/δικαιολογίες. Πβ. επιτηδευμένος, υποκριτικός, φτιαχτός.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο της ευτυχίας. ● επίρρ.: επίπλαστα [< μτγν. ἐπίπλαστος] | |
| 17860 | επιπλατινωμένος | , η, ο [ἐπιπλατινωμένος] ε-πι-πλα-τι-νω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει επικαλυφθεί με λεπτό στρώμα πλατίνας: ~ος: (ψευδ)άργυρος/χρυσός. ~ο: ασήμι. ~α: κοσμήματα. [< αγγλ. platinized] | |
| 17861 | επιπλέον | [ἐπιπλέον] ε-πι-πλέ-ον επίρρ. 1. (συνήθ. επιτατ.) επίσης, επιπρόσθετα: Η συσκευή είναι εύχρηστη και ~ οικονομική. ~, θα ήθελα να πω/να συμπληρώσω/να τονίσω ότι ... Πβ. ακόμα, εκτός αυτού, εξάλλου, παράλληλα, περιπλέον, συν τοις άλλοις. 2. παραπάνω: Δεν μπορώ να πληρώσω τόσα ~. (+ γεν.) ~ του ωραρίου. 3. (ως επίθ.) περισσότερος: ~ απασχόληση/δυνατότητες/έξοδα/θέσεις/πληροφορίες/χρήματα. Πβ. έξτρα, παραπανίσιος, συμπληρωματικός.|| (ως ουσ.) Δεν σου φτάνουν αυτά που έχεις; Τι τα θες τα ~; [< αρχ. ἐπί πλέον] | |
| 17862 | επίπλευση | [ἐπίπλευση] ε-πί-πλευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική διαχωρισμού αιωρούμενων σωμάτων από υγρό, με εισαγωγή συμπιεσμένου αέρα και προσκόλλησή τους στις φυσαλίδες που δημιουργούνται· χρησιμοποιείται κυρ. σε ορυκτά, προκειμένου να απομακρυνθούν οι γεώδεις προσμείξεις τους και στην επεξεργασία υγρών αποβλήτων: δεξαμενή/κυψέλη/μονάδα ~ης. Βλ. έκπλυση, εκχύλιση. 2. ισορρόπηση σώματος στην επιφάνεια υγρού: βοηθήματα/σανίδες/συσκευές (π.χ. κουλούρες, μπρατσάκια) ~ης. Βλ. πλευστότητα. [< πβ. αρχ. ἐπίπλευσις ‘ναυσιπλοΐα εναντίον’ 1: γαλλ. flottation, 1923] | |
| 17863 | επιπλέω | [ἐπιπλέω] ε-πι-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {επέπλευ-σε, επιπλεύ-σει, επιπλέ-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (για κάτι που) παραμένει στην επιφάνεια υγρού, χωρίς να βυθίζεται: το πλοίο ~ει. Το λάδι ~ει στο νερό. Ουσίες που δεν ~ουν, αλλά κατακάθονται στον πυθμένα (βλ. ίζημα, κατακάθι). Ένα ξύλο/μία σακούλα επέπλεε στην επιφάνεια της θάλασσας/λίμνης. Κομμάτι/πλάκα ~οντος πάγου. Καθαρισμός του κόλπου από ~οντα αντικείμενα. Πβ. πλέω. 2. (μτφ.) καταφέρνω να επιβιώσω παρά τις δυσκολίες: Η εταιρεία ~σε στον χώρο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ελίσσονται, για να ~σουν. ● ΦΡ.: οι φελλοί (πάντα) επιπλέουν βλ. φελλός [< 1: αρχ. ἐπιπλέω] | |
| 58700 | επιπληκτικός | , ή, ό [ἐπιπληκτικός] ε-πι-πλη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην επίπληξη ή σχετίζεται με αυτή: ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: λόγια. ● επίρρ.: επιπληκτικά [< μτγν. ἐπιπληκτικός] | |
| 17864 | επίπληξη | [ἐπίπληξη] ε-πί-πλη-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αυστηρή παρατήρηση: δημόσια/έντονη ~. ~ήξεις από γονείς και δασκάλους. Ο διευθυντής τού έκανε ~. Δέχθηκε ~ για ανάρμοστη συμπεριφορά. Πβ. επιτίμηση, κατσάδα, μάλωμα. 2. ΝΟΜ. μομφή, ως κατώτερη ποινή, που επιβάλλεται για παράπτωμα από προϊστάμενο, επιτροπή ή δικαστήριο: απλή/έγγραφη/προφορική ~. ~ και πρόστιμο ... ευρώ. Βλ. σύσταση. [< αρχ. ἐπίπληξις ‘επίκριση’] | |
| 17865 | επιπλήττω | [ἐπιπλήττω] ε-πι-πλήτ-τω ρ. (μτβ.) {επέπλη-ξα, επιπλή-χθηκε, επιπλήττ-οντας, -ων, -όμενος}: κάνω επίπληξη, αυστηρές συστάσεις: Τον ~ξε (αυστηρά/δριμύτατα/έντονα) για την αναίδειά του. ~χθηκε από τους ανωτέρους του. Πβ. επιτιμώ, μαλώνω, παρατηρώ. [< αρχ. ἐπιπλήττω] | |
| 17866 | έπιπλο | [ἔπιπλο] έ-πι-πλο ουσ. (ουδ.) {επίπλ-ου | -ων, συνηθέστ. στον πληθ.} : κινητό ή εντοιχισμένο αντικείμενο που συμβάλλει στη διαρρύθμιση, στον εξοπλισμό ή στην διακόσμηση ενός χώρου και τον καθιστά κατοικήσιμο και λειτουργικό: επαγγελματικά/κλασικά/μεταλλικά/μοντέρνα/ξύλινα/οικιακά/παραδοσιακά/πλεκτά/πολυμορφικά/πτυσσόμενα/ρουστίκ/χειροποίητα ~α. ~α γραφείου/κουζίνας/μπάνιου. ~ τηλεόρασης/υπολογιστή. ~α μπαμπού. Κέντρο ~ου. Βιομηχανία/έκθεση/εμπορία/επισκευές/κατάστημα/ταπετσαρίες ~ων. Βλ. βιβλιοθήκη, καναπές, κομοδίνο, κρεβάτι, ντουλάπα, τραπέζι.|| ~α εξωτερικού χώρου (π.χ. βεράντας, κήπου).|| (περιληπτ., σύνολο ~ων) Εφηβικό/παιδικό ~. Πβ. επίπλωση. Βλ. μικρο~. ● Υποκ.: επιπλάκι (το) [< αρχ. ἔπιπλα ‘οικοσκευή’, γαλλ. meubles] | |
| 17867 | επιπλοκή | [ἐπιπλοκή] ε-πι-πλο-κή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΙΑΤΡ. αιφνίδια και πολύ αρνητική εξέλιξη κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθένειας: βαριά/επικίνδυνη/σπάνια ~. Αιµορραγικές/αναπνευστικές/δυσάρεστες/θανατηφόρες/μακροπρόθεσμες/μακροχρόνιες/μετεγχειρητικές ~ές. ~ές του διαβήτη/της εγκυμοσύνης/του καρκίνου. ~ές στην καρδιακή λειτουργία. Παρουσίασε ~ές. Η πνευμονία είναι η πιο συνήθης ~ της γρίπης. Το διαρκές άγχος προκαλεί σοβαρές ~ές στην υγεία. Πβ. περιπλοκή. 2. δυσχέρεια, συνήθ. ξαφνική, που περιπλέκει περισσότερο μια κατάσταση: νομικές ~ές. ~ές στις σχέσεις των δύο χωρών. [< μτγν. ἐπιπλοκή, γαλλ. complications] | |
| 17868 | επιπλοποιείο | [ἐπιπλοποιεῖο] ε-πι-πλο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο κατασκευής ή/και πώλησης επίπλων: ξυλουργείο-~. Πβ. επιπλάδικο, επιπλοποιία. Βλ. -ποιείο. | |
| 17869 | επιπλοποιία | [ἐπιπλοποιία] ε-πι-πλο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) 1. βιομηχανία ή βιοτεχνία κατασκευής επίπλων. Πβ. επιπλάδικο, επιπλοποιείο. 2. {χωρ. πληθ.} η τέχνη ή η τεχνική της κατασκευής επίπλων και ο σχετικός τομέας: βερνίκια/είδη/εξαρτήματα/υλικά ~ας. Ξύλο που χρησιμοποιείται ευρέως/παραδοσιακά στην ~. Βλ. -ποιία. [< 2: γαλλ. ébénisterie] | |
| 17870 | επιπλοποιός | [ἐπιπλοποιός] ε-πι-πλο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στην κατασκευή επίπλων. Βλ. -ποιός. [< γαλλ. ébéniste] | |
| 17871 | επιπλωμένος | , η, ο [ἐπιπλωμένος] ε-πι-πλω-μέ-νος επίθ.: (για χώρο) που έχει επιπλωθεί: ~η: γκαρσονιέρα. ~α: γραφεία. Υπνοδωμάτιο μοντέρνα/παραδοσιακά ~ο. Κατoικία ~η με έπιπλα-αντίκες/με υψηλή αισθητική. Το διαμέρισμα ενοικιάζεται (πλήρως) ~ο.|| ~η: βεράντα. | |
| 17872 | επιπλώνω | [ἐπιπλώνω] ε-πι-πλώ-νω ρ. (μτβ.) {επίπλω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, επιπλών-οντας, επιπλω-μένος}: τοποθετώ έπιπλα σε άδειο χώρο, ώστε να γίνει λειτουργικός: Το διαμέρισμα ~θηκε και διακοσμήθηκε με γούστο/μεράκι/φροντίδα. Βλ. εξοπλίζω. [< γαλλ. ameubler] | |
| 17873 | επίπλωση | [ἐπίπλωση] ε-πί-πλω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του επιπλώνω, εξοπλισμός με έπιπλα· συνεκδ. το σύνολο των επίπλων ενός χώρου: ~ γραφείων/καταστημάτων. Είδη ~ης. ~ώσεις-διακοσμήσεις.|| Σπίτι με άνετη/απλή/καλόγουστη/κλασική/κομψή/λιτή/μοντέρνα/παραδοσιακή/πολυτελή ~. ~ δωματίου. Υφάσματα ~ώσεων. [< γαλλ. ameublement] | |
| 17874 | επιπολάζει | [ἐπιπολάζει] ε-πι-πο-λά-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): επικρατεί, κυριαρχεί: ~ η διαφθορά/η ηττοπάθεια. Νοσήματα που ~ουν στον γενικό πληθυσμό. [< αρχ. ἐπιπολάζω ‘επιπλέω, υπερισχύω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ