| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17875 | επιπόλαιος | , η, ο [ἐπιπόλαιος] ε-πι-πό-λαι-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία, προχειρότητα, έλλειψη υπευθυνότητας και σοβαρότητας: ~ος: ενθουσιασμός/έρωτας. ~η: ανάγνωση/αντιμετώπιση (κατάστασης)/απόφαση/συμπεριφορά. ~ο: συμπέρασμα. ~οι: χειρισμοί. ~ες: κινήσεις/σχέσεις. ~α: λάθη/συναισθήματα. Πβ. άκριτος, αλόγιστος, ασύνετος.|| (για πρόσ.) Ανεύθυνος/ανώριμος/παρορμητικός και ~. Πβ. άμυαλος, απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος, ελαφρόμυαλος. 2. (για τραύμα) που δεν είναι βαθύ. Πβ. επιδερμικός, επιφανειακός. ● επίρρ.: επιπόλαια [< αρχ. ἐπιπόλαιος ‘που βρίσκεται στην επιφάνεια, ολοφάνερος’] | |
| 17876 | επιπολαιότητα | [ἐπιπολαιότητα] ε-πι-πο-λαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): επιπόλαιη συμπεριφορά ή πράξη: ασύγγνωστη/ασυγχώρητη/εγκληματική/επικίνδυνη/νεανική ~. Απροσεξία/προχειρότητα/τσαπατσουλιά και ~. Λάθη ~ας. Τον διακατέχει/επέδειξε/φέρθηκε με ~. Πβ. αμυαλιά, ανευθυνότητα, απερισκεψία, απρονοησία, ελαφρομυαλιά.|| (συνεκδ.) Έκανα μια ~. Τι ~ες είν' αυτές; Βλ. -ότητα. | |
| 17877 | επιπολασμός | [ἐπιπολασμός] ε-πι-πο-λα-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συνολικός αριθμός περιπτώσεων μιας ορισμένης νόσου σε δεδομένο πληθυσμό και χρόνο: ~ του ιού/της ηπατίτιδας/των λοιμώξεων/της παχυσαρκίας. Δείκτες/ποσοστά ~ού. [< αρχ. ἐπιπολασμός ‘το να έρχεται κάτι στην επιφάνεια’, αγγλ. prevalence] | |
| 17878 | επιπολή | [ἐπιπολή] ε-πι-πο-λή ουσ. (θηλ.) : ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. επιφάνεια. Συνήθ. στο ● επιπολής: (στη γεν., ως επίρρ.) στην επιφάνεια: ~ θρομβοφλεβίτιδα/λοιμώξεις/μυκητιάσεις/φλεγμονή. ~ καμπτήρας (δακτύλων)/κύτταρα/φλέβες. ΑΝΤ. εν τω βάθει [< αρχ. ἐπιπολή, ἐπιπολῆς, ως επίρρ.] | |
| 17879 | επιπολιτισμός | [ἐπιπολιτισμός] ε-πι-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. πολιτισμική αλλαγή που επέρχεται από τη συνεχή και άμεση επαφή μεταξύ δυο διαφορετικών πολιτιστικών ομάδων, από τις οποίες η μία είναι συνήθ. η επικρατέστερη: αφομοίωση και ~. Βλ. εκ-, προσ-πολιτισμός. [< αγγλ. acculturation, γαλλ. ~, 1911] | |
| 17880 | επίπονος | , η, ο [ἐπίπονος] ε-πί-πο-νος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο, κούραση, φθορά: ~η: άσκηση/δουλειά/προσπάθεια. ~ο: επάγγελμα/ταξίδι. ~α: αθλήµατα. Πβ. επίμοχθος, εργ-, κοπι-ώδης, κοπιαστ-, κουραστ-ικός.|| (σπάν.) ~οι: τραυματισμοί.|| ~η: διαδικασία/δοκιμασία. ~ο: εγχείρημα. ~ες: διαπραγματεύσεις. Πβ. δύσκολος, σκληρός. Βλ. -πονος2. ● επίρρ.: επίπονα [< αρχ. ἐπίπονος] | |
| 17881 | επιπρόσθετως | , η, ο [ἐπιπρόσθετος] ε-πι-πρό-σθε-τος επίθ.: που προστίθεται σε κάτι το οποίο προϋπάρχει: ~ος: χρόνος. ~η: αμοιβή/βοήθεια/ενίσχυση/χρέωση. ~ο: ποσό/πρόβλημα. ~οι: κανόνες/όροι (και προϋποθέσεις). ~ες: απαιτήσεις/δαπάνες/πληροφορίες. ~α: έξοδα/έσοδα/κέρδη/μέτρα/προσόντα/στοιχεία. Απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο και για τον ~ο λόγο ότι ... Πβ. έξτρα, επιπλέον, παραπανίσιος, συμπληρωματικός. ΣΥΝ. πρόσθετος (1) ● επίρρ.: επιπρόσθετα & (λόγ.) επιπροσθέτως | |
| 17882 | επίπτωση | [ἐπίπτωση] ε-πί-πτω-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: αρνητική κυρ. συνέπεια: βλαβερές/καταστροφικές/ολέθριες/σοβαρές ~ώσεις. Οικονομικές/περιβαλλοντικές ~ώσεις από την κλιματική αλλαγή. Οι ~ώσεις του αλκοόλ/του καπνίσματος στην υγεία (πβ. επίδραση). Οι ~ώσεις της κρίσης (στην αγορά εργασίας). Ελαχιστοποίηση των ~ώσεων. Νόσος με σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές ~ώσεις στα πάσχοντα άτομα. Οι επιχειρήσεις υφίστανται τις ~ώσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού. Πβ. αντίκτυπος, παρενέργεια.|| (πλεοναστικά) Αρνητικές/δυσμενείς ~ώσεις.|| Θετικές ~ώσεις. Πβ. επακόλουθο. Βλ. -πτωση. [< πβ. μτγν. ἐπίπτωσις ‘επίθεση, σύμπτωση’, γαλλ. incidence, conséquence] | |
| 17883 | επιπυραγός | [ἐπιπυραγός] ε-πι-πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ανώτερος αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον πυραγό και κατώτερος από τον αντιπύραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον πλωτάρχη του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον αστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας, τον ταγματάρχη του Στρατού Ξηράς και τον επισμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας. | |
| 17884 | επιπωματισμός | [ἐπιπωματισμός] ε-πι-πω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αναστολή της αιμορραγίας με τη χρήση αποστειρωμένης γάζας ή βαμβακιού: πρόσθιος/ρινικός ~. Πβ. ταμπονάρισμα. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακός επιπωματισμός: συμπίεση της καρδιάς εξαιτίας συγκέντρωσης υγρού, συνήθ. αίματος, στο περικάρδιο. [< αγγλ. heart tamponade, 1932] | |
| 17885 | επιπωμάτωση | [ἐπιπωμάτωση] ε-πι-πω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & επιπωμάτιση (επίσ.): κλείσιμο με πώμα: καψύλια ~ης. Βλ. εμφιάλωση. [< μτγν. ἐπιπωμάτισις] | |
| 17886 | επιρίνιο | [ἐπιρίνιο] ε-πι-ρί-νι-ο ουσ. (ουδ.) & επιρρίνιο 1. ΖΩΟΛ. το μπροστινό μέρος του κεφαλιού των αλόγων και άλλων θηλαστικών από το κάτω τμήμα του μετώπου ως τα ρουθούνια. 2. (επίσ.) εξάρτημα του κράνους μοτοσικλετιστή, το οποίο καλύπτει και προστατεύει την περιοχή της μύτης. Βλ. υποσιάγονο. 3. (επίσ.) καθένα από τα δύο στηρίγματα σκελετού γυαλιών, που ακουμπούν στη μύτη: ~α σιλικόνης. [< πβ. μτγν. ἐπιρρίνιον ‘μικρός κρίκος για τη μύτη’] | |
| 17887 | επιρρέπεια | [ἐπιρρέπεια] ε-πιρ-ρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τάση, ροπή σε κάτι συνήθ. αρνητικό: γονιδιακή ~. ~ ασθενούς σε λοιμώξεις. Παιδί με ~ στην επιθετικότητα. Έχει/εμφανίζει/παρουσιάζει ~ (= είναι επιρρεπής) στο αλκοόλ/σε ατυχήματα/στη βουλιμία/στην κατάθλιψη/στις καταχρήσεις. [< μτγν. ἐπιρρέπεια] | |
| 17888 | επιρρεπής | , ής, ές [ἐπιρρεπής] ε-πιρ-ρε-πής επίθ. {επιρρεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που τείνει, ρέπει προς κάτι συνήθ. αρνητικό: ~ στο άγχος/σε λάθη/στους τραυματισμούς/στο ψέμα. ~ σε κρυολογήματα/στην παχυσαρκία. Είναι ~είς στο να αναπτύξουν κακές συνήθειες. Πβ. ευάλωτος, ευεπίφορος, ευπαθής.|| Έδαφος ~ές στη διάβρωση. [< μτγν. ἐπιρρεπής] | |
| 17889 | επίρρημα | [ἐπίρρημα] ε-πίρ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη, μέρος του λόγου, που προσδιορίζει ρήμα, επίθετο, άλλο επίρρημα ή φράση, πρόταση: αρνητικό ("όχι")/διστακτικό ("ίσως")/ποσοτικό ("λίγο")/τοπικό ("εκεί")/τροπικό ("έτσι")/χρονικό ("σήμερα") ~. Παραθετικά ~άτων. ~ατα που λήγουν σε -α/και (λόγ.) -ώς. ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαιωτικό επίρρημα/μόριο βλ. βεβαιωτικός [< μτγν. ἐπίρρημα] | |
| 17890 | επιρρηματικός | , ή, ό [ἐπιρρηματικός] ε-πιρ-ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που έχει σχέση με το επίρρημα ή λειτουργεί όπως αυτό: ~ή: έκφραση/σημασία/σχέση/χρήση.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. στοιχεία) της Νέας Ελληνικής. ● επίρρ.: επιρρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιρρηματική πρόταση: δευτερεύουσα πρόταση που προσδιορίζει το ρήμα της κύριας ή άλλης δευτερεύουσας και εκφράζει κάποια επιρρηματική σχέση: αιτιολογική (π.χ. ..., γιατί ήμουν άρρωστος)/εναντιωματική (π.χ. ..., αν και το ήθελα)/συμπερασματική (π.χ. ..., ώστε να το καταλάβει)/τελική (π.χ. ..., για να διαβάσω)/υποθετική (π.χ. Αν έρθω, ...)/χρονική (π.χ. Όταν έχω διάβασμα, ...) ~ ~., επιρρηματικό κατηγορούμενο: που δηλώνει επιρρηματική σχέση (τρόπο, τόπο, χρόνο, σκοπό, σειρά): π.χ. Στην πρόταση "Το κοινό τον χειροκροτούσε όρθιο", το "όρθιο" είναι ~ ~ του τρόπου. , επιρρηματικός προσδιορισμός: προσδιορισμός του ρήματος ο οποίος δηλώνει επιρρηματική σχέση: π.χ. Ήρθαμε νωρίς (: ~ ~ του χρόνου). Πήγαινε μπροστά (: ~ ~ του τόπου). Γυρίσατε καλά; (: ~ ~ του τρόπου). Βλ. ονοματικός προσδιορισμός. [< μτγν. ἐπιρρηματικός] | |
| 5310 | Επιρρίπτω | [ἀπεκδύομαι] α-πεκ-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {απεκδύ-θηκα} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποποιούμαι υποχρέωση ή ιδιότητα· απαρνούμαι κάτι: ~ κάθε δέσμευση. ~εται: κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του/(συχνότ. των ευθυνών του). ~θηκε εκουσίως το αξίωμά του/το ιερατικό σχήμα.|| (λόγ., +γεν.) ~εται του παρελθόντος του. Το πρωτοδικείο ~θηκε της αρμοδιότητάς του. Πβ. απορρίπτω, αρνούμαι. ΑΝΤ. αποδέχομαι (1) [< μτγν. ἀπεκδύομαι ‘ξεντύνομαι εντελώς, απογυμνώνω’] | |
| 17891 | επιρρίπτω | [ἐπιρρίπτω] ε-πιρ-ρί-πτω ρ. (μτβ.) {επέρρι-ψα, επιρρί-ψει, -φθηκε (λόγ. επερρίφθη), -φθεί, επιρρίπτ-οντας} (λόγ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον: του τις καταλογίζω: Η έκθεση/το πόρισμα ~ει ~ στον ... για τα επεισόδια. (σπανιότ.) Σε ποιους ~ει (= αποδίδει) την ευθύνη; [< αρχ. ἐπιρρίπτω] | |
| 17892 | επίρριψη | [ἐπίρριψη] ε-πίρ-ρι-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επίρριψη ευθυνών: απόδοση, καταλογισμός ευθυνών: ~ ~ στους υπαλλήλους για ... [< μτγν. ἐπίρριψις] | |
| 17893 | επιρροή | [ἐπιρροή] ε-πιρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) 1. άσκηση επίδρασης σε κάποιον ή κάτι· κατ' επέκτ. η ίδια η επίδραση: αθέμιτη/αρνητική/έντονη/θετική/ισχυρή/καλή/καταστροφική/κοινωνική/κυρίαρχη/οικονομική/ολέθρια/παγκόσμια/πολιτική ~. Bαθμός/πεδίο ~ής. Ιδεολογικές/πνευματικές/πολιτιστικές ~ές. Ασκώ/δέχομαι ~. Η ~ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης/της τεχνολογίας/της τηλεόρασης στους νέους. Πρότυπα που αποτελούν κακή ~ για τα παιδιά. Πβ. επενέργεια, επηρεασμός.|| Κτίρια με αναγεννησιακές ~ές (βλ. καταβολές). Η μουσική τους είναι ένα μείγμα ~ών από ροκ, τζαζ και φανκ. 2. ισχύς, κύρος: Ως πολιτικός απέκτησε λαϊκή ~. Έχει μεγάλη/σημαντική/τεράστια ~ στους κυβερνητικούς κύκλους. Η ~ του μεγάλωσε/μειώθηκε. Δεν έχει καμία ~ πάνω μου. Πβ. δύναμη, εξουσία, επιβολή, κυριαρχία. ● ΣΥΜΠΛ.: σφαίρα/ζώνη επιρροής & ακτίνα επιρροής: περιοχή όπου ένα κράτος ή ένας θεσμός έχει κυρ. πολιτική ή οικονομική ισχύ: Επεκτείνουν τη ~ ~ τους. Μια χώρα βρίσκεται/εντάσσεται/τίθεται στη ~ ~ κάποιας άλλης. Στη ~ ~ του οργανωμένου εγκλήματος. [< γαλλ. sphère/zone d’ influence], δείκτης απήχησης/επιρροής βλ. απήχηση. ● ΦΡ.: υπό την επιρροή/επίδραση (+ γεν.) (λόγ.): σε κατάσταση κατά την οποία ασκείται επίδραση σε κάποιον ή κάτι: Η χώρα βρισκόταν/τέθηκε/τελούσε υπό την επιρροή ξένων παραγόντων. (ΦΥΣ.) Σωματίδιο υπό την επιρροή/επίδραση κεντρικής δύναμης. Ο οδηγός ήταν υπό την επίδραση αλκοόλ (= υπό την επήρεια). [< γαλλ. sous l'influence (de)] [< αρχ. ἐπιρροή, γαλλ. influence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ