| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 878 | αδρότητα | [ἁδρότητα] α-δρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αδρού: ~ του εδάφους/της επιφάνειας (= τραχύτητα).|| ~ νοημάτων (= μεστότητα, πυκνότητα). Λιτότητα και ~ στα εκφραστικά μέσα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἁδρότης] | |
| 879 | ΑΔΣ | (το): Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. | |
| 880 | ΑΔΤ | (ο): Αριθμός Δελτίου Ταυτότητας. | |
| 881 | αδυναμία | [ἀδυναμία] α-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανικανότητα, ανεπάρκεια, έλλειψη δυνατότητας για κάτι: κρατική/κυβερνητική ~. ~ αντίληψης/απορρόφησης (κονδυλίων, πόρων)/κατανόησης/όρασης/προσαρμογής/πρόσβασης (π.χ. στο ίντερνετ)/συγκέντρωσης (βλ. ΨΥΧΟΛ. διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα). Νοικοκυριά που βρίσκονται σε πλήρη οικονομική ~. Έχω ~ (= αδυνατώ, δεν μπορώ) να αντιμετωπίσω/εκτελέσω/πληρώσω κάτι. Δήλωσε ~ να ανταποκριθεί στην πρόσκλησή μας.|| Έχει ~ες στην έκφραση/στα μαθηματικά. Αντιμετωπίζω/καλύπτω τις ~ες μου. Πβ. ελλείψεις, κενά. ΑΝΤ. ικανότητα (2) 2. πάθος, ελάττωμα ή ατέλεια: ανθρώπινες/ανομολόγητες/κρυφές ~ες. Η ~ του για το ποτό/τον τζόγο τον κατέστρεψε. Δεν παραδέχεται τις ~ες της (ΑΝΤ. προτερήματα). Πβ. κουσούρι.|| (Δομικές) ~ες ενός κλάδου/της οικονομίας. Τα δυνατά σημεία και οι ~ες μιας επιχείρησης. Η πρότασή τους παρουσιάζει σοβαρές ~ες (ΣΥΝ. ελλείψεις, μειονεκτήματα. ΑΝΤ. πλεονεκτήματα). 3. απουσία ή εξασθένηση των σωματικών κυρ., πνευματικών ή ψυχικών δυνάμεων: γεροντική ~ (πβ. ανημπόρια). Γενική ~ και καταπόνηση του οργανισμού (πβ. ατονία). Αισθάνομαι/νιώθω μεγάλη ~ τον τελευταίο καιρό (πβ. εξάντληση, κατάπτωση, κόπωση). Έχω τέτοια ~ που δεν μπορώ να σηκωθώ από την καρέκλα. Πβ. κομμάρα.|| (σπάν.) Φαίνονται τα πλευρά της από την ~ (: είναι κοκαλιάρα, πβ. ισχνότητα). 4. ιδιαίτερη, υπερβολική αγάπη, εύνοια, προτίμηση, συμπάθεια και συνεκδ. το αντικείμενο αυτών: Δείχνω/εκφράζω/ομολογώ την ~ μου για/σε ... Έχει ιδιαίτερη ~ στη μικρή του κόρη.|| Η μεγάλη του ~ είναι η κλασική μουσική. ● ΣΥΜΠΛ.: αδυναμία χαρακτήρα/χαρακτήρος: έλλειψη αποφασιστικότητας, συναισθηματικής σταθερότητας, ωριμότητας: Έπεσε στα ναρκωτικά λόγω ~ας ~. Επέδειξε ~ ~. ● ΦΡ.: σε στιγμή/σε στιγμές αδυναμίας: σε ψυχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι πολύ ευάλωτος για να αντιδράσει σωστά: Την βρήκε/πέτυχε ~ ~ και την εκμεταλλεύτηκε. [< 1,3: αρχ. ἀδυναμία 2,4: γαλλ. faiblesse] | |
| 882 | αδύναμος | , η, ο [ἀδύναμος] α-δύ-να-μος επίθ. ΑΝΤ. ισχυρός 1. που δεν έχει δύναμη, ισχύ: ~ος: οργανισμός/χαρακτήρας (πβ. αδύνατος). ~η: επιχειρηματολογία. ~ο: ανοσοποιητικό σύστημα/βρέφος/επιχείρημα (: που δεν θεμελιώνεται επαρκώς, πβ. ισχνό)/νόμισμα/πλάσμα/σουτ/χέρι. ~α: κοινωνικά στρώματα/μαλλιά (: με λεπτή τρίχα, που σπάνε εύκολα)/μέλη. Οικονομικά/πολιτικά (= ανίσχυρος)/σωματικά/ψυχικά (= ανήμπορος) ~. ~ να αντιδράσει. Βλ. πολυδύναμος.|| (ως ουσ.) Οι ισχυροί επιβάλλονται στους ~ους. ΑΝΤ. δυνατός (1) 2. που δεν έχει ένταση: ~ος: σφυγμός. ~η: μπαταρία/φωνή/φωτιά. ~ο: γέλιο/σήμα/φως (= υποτονικό). ● επίρρ.: αδύναμα: Η φλόγα του κεριού τρεμόσβηνε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο [< μτγν. ἀδύναμος, γαλλ. faible] | |
| 883 | αδυνατίζω | [ἀδυνατίζω] α-δυ-να-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αδυνάτι-σα, -σμένος} 1. χάνω βάρος, λεπταίνω: Αποφάσισα/προσπαθώ να ~σω. ~σε από τη στενοχώρια του. Εμφανώς ~σμένος. ΑΝΤ. παχαίνω (1) 2. προξενώ απώλεια βάρους ή κάνω κάποιον να φαίνεται πιο αδύνατος: Η αρρώστια/η άσκηση/η δίαιτα τον ~σε.|| Τα μαύρα ρούχα σε ~ουν (= λεπταίνουν). 3. (μτφ., συνήθ. στο γ' πρόσ.) χάνω σε ένταση, εξασθενώ: Με τα χρόνια η ακοή/η μνήμη/η όραση ~ει (= ατονεί, εξασθενεί, λιγοστεύει). Τα μαλλιά μου έχουν ~σει. Η αμυντική γραμμή της ομάδας έχει ~σει (= αποδυναμωθεί) επικίνδυνα. [< μεσν. αδυνατίζω] | |
| 884 | αδυνάτισμα | [ἀδυνάτισμα] α-δυ-νά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {αδυνατίσμ-ατος} 1. απώλεια βάρους του σώματος: γρήγορο/ολικό/τοπικό/φυσικό ~. ~ με άσκηση/δίαιτα (βλ. φίτνες). ~ και αντιγήρανση/σύσφιξη. Ζώνη/ινστιτούτο/κέντρο/μασάζ/πρόγραμμα/φόρμα/χάπια ~ατος. Πβ. απίσχνανση, λέπτυνση. ΑΝΤ. πάχυνση. 2. (μτφ.-προφ.) απώλεια ισχύος, εξασθένηση: ~ της μνήμης. Πβ. αποδυνάμωση. ΑΝΤ. ενδυνάμωση (1) | |
| 885 | αδυνατιστικός | , ή, ό [ἀδυνατιστικός] α-δυ-να-τι-στι-κός επίθ.: που βοηθά στο αδυνάτισμα: ~ή: κρέμα. ~ά: εκχυλίσματα. Ουσίες με ~ές ιδιότητες. ~ά και συσφιγκτικά προϊόντα.|| (ως ουσ.) ~ό σώματος. | |
| 886 | αδύνατος | , η, ο [ἀδύνατος] α-δύ-να-τος επίθ. 1. λεπτός: ~ο: παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: πόδια/χέρια. ~ σαν οδοντογλυφίδα/στέκα (πβ. ισχνός, καχεκτικός, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος). Πβ. λιγνός. ΑΝΤ. γεμάτος (4), ευτραφής, παχύς (1), παχύσαρκος, χοντρός (1) 2. που δεν μπορεί να γίνει, ακατόρθωτος, ανέφικτος: Ο εντοπισμός του κλέφτη μέσα στο πλήθος ήταν παντελώς ~.|| (απρόσ.) Είναι εκ των πραγμάτων/εντελώς /θεωρητικά/πρακτικά/νομικά/τεχνικά ~ο(ν). Θεωρείται/καθίσταται/κρίνεται ~ο(ν) να ... (εμφατ.) Είναι φύσει ~ο να προλάβω (: δεν γίνεται/δεν είναι καθόλου εφικτό). (Μου) είναι ~ο(ν) να λείψω από τη δουλειά. Στάθηκε ~ο να τον καθησυχάσω.|| (ως επιφών.) Να τον συγχωρέσω για όσα έκανε; ~ον! (= σε καμία περίπτωση). Συνέβη τέτοιο πράγμα; ~ον! (: απίστευτο, δεν μπορώ να το πιστέψω). ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός 3. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση, αντοχή: ~ος: οργανισμός (ΣΥΝ. αδύναμος, ασθενικός. ΑΝΤ. ανθεκτικός)/σφυγμός/χαρακτήρας (πβ. ευάλωτος). ~η: μνήμη/όραση (ΑΝΤ. οξεία)/φωνή/ψυχή. ~ο: επιχείρημα (ΑΝΤ. ακλόνητο, πειστικό, τεκμηριωμένο)/σήμα (ΣΥΝ. ασθενές)/σχοινί (ΑΝΤ. γερό)/φως (ΣΥΝ. αμυδρό, αχνό, εξασθενημένο).|| (ως ουσ.) Οι δυνατοί/οι ισχυροί και οι ~οι (: οι ασθενέστερες οικονομικά ή κοινωνικά ομάδες ανθρώπων, ΣΥΝ. ανίσχυροι). Παίρνει πάντα το μέρος των ~άτων. ΑΝΤ. δυνατός (1) 4. που έχει ελλείψεις ή δυσκολίες, ανεπαρκής: ~ος: μαθητής (ΣΥΝ. αδύναμος)/φοιτητής. ~ στη γλώσσα/φυσική. Πβ. κακός. Βλ. άριστος, καλός. ΑΝΤ. δυνατός (2) ● Ουσ.: αδύνατο (το): ακατόρθωτο: Επιδιώκω/επιχειρώ/ζητώ/κατορθώνω/κυνηγώ το ~. Μου ζητάς κάτι ~! Πβ. ανέφικτο. ● Υποκ.: αδυνατούλης , α, ικο, αδυνατούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο & αδύναμο/ευαίσθητο/τρωτό/ασθενές: αυτό στο οποίο κάποιος μειονεκτεί ή είναι ευάλωτος: Τον χτύπησε στο ~ ~ του. Πρέπει να βρεις το ~ ~ του αντιπάλου. Πβ. αχίλλειος πτέρνα. [< γαλλ. point faible] , αδύνατος τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. μονοσύλλαβος τύπος. λ.χ. μου αντί εμένα, μας αντί εμάς., αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: είναι των αδυνάτων/ανθρωπίνως αδύνατο(ν) (να ..) (εμφατ.): είναι τελείως ακατόρθωτο: ~ ~ να αφήσω τη θέση μου αυτή τη στιγμή!, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου: κάνω ό,τι μπορώ: Υποσχέθηκε πως θα ~ει τα αδύνατα δυνατά να ... Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να τους βοηθήσει. Πβ. όσο περνάει από το χέρι μου. ΣΥΝ. κάνω το παν/τα πάντα [< αρχ. ἀδύνατος, γαλλ. impossible] | |
| 887 | αδυνατώ | [ἀδυνατῶ] α-δυ-να-τώ ρ. {αδυνατ-είς ... | μόνο ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): δεν έχω τη δυνατότητα, δεν μπορώ να κάνω κάτι: ~ να καταλάβω τι έγινε/να το πιστέψω. ~ούσε (= δεν ήταν σε θέση) να εξυπηρετήσει τους πελάτες. ΑΝΤ. δύναμαι [< αρχ. ἀδυνατῶ] | |
| 888 | αδυσώπητος | , η, ο [ἀδυσώπητος] α-δυ-σώ-πη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που είναι πολύ σκληρός, χωρίς έλεος, που δεν υποχωρεί: ~ος: ανταγωνισμός/αντίπαλος/χρόνος. ~η: μοίρα/πάλη/ποινή/πραγματικότητα/σύγκρουση. ~ο: ερώτημα/μίσος. Διεξάγεται ένας ~ αγώνας οικονομικών συμφερόντων. ΣΥΝ. αμείλικτος, ανελέητος, ανηλεής, άτεγκτος ● επίρρ.: αδυσώπητα: Χτυπήθηκαν ~ (= ανηλεώς).|| (μτφ.) Οι ώρες του τέλους πλησίαζαν ~. [< μτγν. ἀδυσώπητος] | |
| 889 | άδυτο | [ἄδυτο] ά-δυ-το ουσ. (ουδ.) {αδύτ-ων} 1. (μτφ.) το πιο κρυφό, ιδιωτικό μέρος, όπου δύσκολα εισχωρεί κανείς: Τα ~α της καρδιάς/της μασονίας/της μαφίας/των μυστικών υπηρεσιών/του υποσυνείδητου.|| (εμφατ.) Τα ~α των ~ων της ψυχής. Διεισδύει/εξερεύνησε/μπήκε στα ~α των ~ων. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το εσώτατο τμήμα ναού όπου δεν έχουν πρόσβαση οι λαϊκοί ή οι αμύητοι. Πβ. άβατο, ιερό. [< αρχ. ἄδυτον] | |
| 890 | άδυτος | , η, ο [ἄδυτος] ά-δυ-τος επίθ.: στον οποίο δεν μπορεί κάποιος να εισχωρήσει, να διεισδύσει: ~α: βάθη (= απροσπέλαστα)/μυστήρια. [< αρχ. ἄδυτος] | |
| 891 | άδω | [ᾄδω] ά-δω ρ. {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): τραγουδώ: (ειρων.) Λαϊκοί τραγουδιστές που ~ουν παράφωνα. ● ΦΡ.: (των οικιών υμών εμπιπραμένων) υμείς άδετε: (ειρων.) για όσους αδιαφορούν ή ασχολούνται με επουσιώδη ζητήματα, ενώ πρέπει να λύσουν σοβαρά προβλήματα. Πβ. εδώ ο κόσμος χάνεται/καίγεται, περί άλλα τυρβάζει. [< αρχ. ᾄδω] | |
| 892 | άδωρος | , η, ο [ἄδωρος] ά-δω-ρος επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: δώρο(ν) άδωρο(ν): για προσφορά ή πράξη που γίνεται καθυστερημένα ή αποδεικνύεται ανώφελη ή και επιζήμια: ~ ~ θα είναι τα νέα μέτρα, αν δεν συνοδευτούν με ... Η ζωή χωρίς ελευθερία είναι ~ ~ (= δεν έχει αξία, νόημα). Βλ. κατόπιν εορτής. [< αρχ. ἄδωρος] | |
| 893 | άε | βλ. άι | |
| 894 | ΑΕ | (η) 1. Ανώνυμη Εταιρεία. 2. Ασφαλιστική Εταιρεία. 3. Αθλητική Ένωση. 4. Αρχαία Ελληνική, Αρχαία Ελληνικά. Βλ. ΝΕ. 5. Αρχαιολογική Εφημερίς. 6. (παλαιότ.) Αυτού/Αυτής Εξοχότης. | |
| 895 | ΑΕΑ | 1. (το) Αρχηγείο (της) Ελληνικής Αστυνομίας. 2. (η) Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία. | |
| 896 | ΑΕΒΕ | (η): Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία. | |
| 897 | ΑΕΔ | (το): Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ