| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17894 | επίρρωση | [ἐπίρρωση] ε-πίρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ενδυνάμωση. ● ΦΡ.: εις/προς/σε επίρρωση & (λογιότ.) εις/προς επίρρωσιν: (+ γεν.) για ενίσχυση, υποστήριξη: ~ ~ των ανωτέρω/των επιχειρημάτων του/των ισχυρισμών του, αναφέρει ότι ... [< μτγν. ἐπίρρωσις] | |
| 17895 | επισείω | [ἐπισείω] ε-πι-σεί-ω ρ. (μτβ.) {επισείει ... | επέσει-σε, επισεί-σει, -εται, -οντας, συνήθ. στο γ΄ πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. επικαλούμαι κάτι για εκφοβισμό ή απειλή: ~ει τον κίνδυνο/το φόβητρο της χρεοκοπίας. Πβ. κραδαίνω. 2. (εσφαλμ.) επισύρω: Αδίκημα που ~ει ποινή κάθειρξης. [< μτγν. ἐπισείω ] | |
| 17896 | επισείων | [ἐπισείων] ε-πι-σεί-ων ουσ. (αρσ.) {επισείοντ-ος, -α | -ες, -όντων}: ΝΑΥΤ. (επίσ.) μακρόστενη σημαία που αναρτάται στο κατάρτι ως ένδειξη της παρουσίας υψηλόβαθμου αξιωματούχου: ~ πολεµικού πλοίου (: γαλάζιο ισοσκελές τρίγωνο με λευκό σταυρό στη βάση του). [< μτγν. ἐπισείων] | |
| 17897 | επίσημα | [ἐπίσημα] ε-πί-ση-μα ουσ. (ουδ.) {επισήμ-ατα} 1. διακριτικό σε μορφή σφραγίδας, το οποίο πιστοποιεί τη γνησιότητα ή κάποιες ιδιότητες αντικειμένου: κινητά ~ατα (= χαρτόσημα). 2. ετικέτα βιβλίου σε βιβλιοθήκη με τα στοιχεία της κατάταξής του. [< 1: αρχ. ἐπίσημα ‘αποτύπωμα, σύμβολο, έμβλημα’] | |
| 17898 | επισημαίνω | [ἐπισημαίνω] ε-πι-ση-μαί-νω ρ. (μτβ.) {επισήμα-να (λόγ.) επεσήμανα, επισημά-νει, -νθηκε, -νθεί, -σμένος, επισημαίν-οντας} 1. αναφέρω κάτι με έμφαση εφιστώντας την προσοχή σε αυτό: ~ ότι δεν εκφράζω τη δική μου γνώμη. Οι γιατροί ~ναν ότι η κατάσταση του ασθενούς παραμένει κρίσιμη. Σε ευχαριστώ που μου ~νες την απροσεξία/το λάθος μου. Πρόσεξε τη λεπτομέρεια που σου ~να. ~νθηκε η ανάγκη να .../ο κίνδυνος των ατυχημάτων (πβ. διαπιστώνω). ~νθηκαν ανακρίβειες/αστοχίες/παραλείψεις/προβλήματα. Αξίζει να ~νθούν δύο πτυχές του θέματος. Πβ. σημειώνω, τονίζω, υπογραμμίζω, υποδεικνύω. 2. τοποθετώ κάπου διακριτικό σημάδι: Σε κάθε λεωφορείο υπάρχουν τέσσερις ~σμένες θέσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες.|| (σε έντυπο ή ηλεκτρονικό κείμενο) Υποσημείωση που ~εται με αστερίσκο. Τα αποσπάσματα που παραθέτω ~ονται με μπλε χρώμα. 3. (σπανιότ.) ανακαλύπτω κάποιον ή κάτι: Λείψανα αρχαίων τειχών έχουν ~νθεί στην κορυφή του λόφου. Πβ. βρίσκω, εντοπίζω. ● βλ. επισημασμένος [< αρχ. ἐπισημαίνω] | |
| 17900 | επισημαίνω | , η, ο [ἐπισημασμένος] ε-πι-ση-μα-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει επισημανθεί: ~ο: θέμα.|| ~η: θέση/περιοχή. Αποθήκευση σε ειδικά ~ο χώρο. Πρόταση ~η με μπολντ.|| (σε έντυπο ή ηλεκτρονικό κείμενο) ~ο: στοιχείο. Πβ. (προ)επιλεγμένος.|| Ο μεγαλύτερος/μικρότερος ~ αετός. ● βλ. επισημαίνω [< αρχ. ἐπισεσημασμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐπισημαίνω, αγγλ. tagged, spotted] | |
| 17899 | επισήμανση | [ἐπισήμανση] ε-πι-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τοποθέτηση διακριτικού συμβόλου: διατροφική/οικολογική/υγειονομική/υποχρεωτική ~. Ταξινόμηση και ~ χημικών ουσιών. Ετικέτες ~ης. ~ προϊόντων/τροφίμων που περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Πβ. ετικετοποίηση. Η ~ των παπουτσιών (: σχετική με τη σύνθεση και τα υλικά παρασκευής τους). Πινακίδες ~ης των επικίνδυνων σημείων του οδικού δικτύου (πβ. σήμανση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χρώμα ~ης κειμένου. 2. εμφατική αναφορά σε κάτι, διαπίστωση: γενική/εύστοχη/καίρια ~. ~ των αδυναμιών/αναγκών/θεμάτων/κινδύνων/λαθών/προβλημάτων. Παρατηρήσεις/συμβουλές/σχόλια και ~άνσεις. Έγινε ~. Πβ. υπογράμμιση, υπόδειξη, τονισμός. 3. (σπανιότ.) ανακάλυψη, εντοπισμός. [< αρχ. ἐπισήμανσις ‘σημάδι, στίγμα’, γαλλ. étiquetage, αγγλ. labeling] | |
| 17901 | επισημειώνω | [ἐπισημειώνω] ε-πι-ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. συμπεριλαμβάνω σε ένα πρόγραμμα επεξηγήσεις ή περιγραφές που δίνουν στον χρήστη ή τον προγραμματιστή πληροφορίες σχετικές με τη λειτουργία και τη δομή του: ~μένος: τύπος. ~μένη: πληροφορία. ~μένο: σώμα κειμένων. ~μένα: δεδομένα. 2. (επίσ.) δηλώνω κάτι χρησιμοποιώντας σύμβολο ή προσθέτω σχόλια: Η τελωνειακή Αρχή ~ει ανάλογα το πρωτότυπο. 3. (λόγ.) σημειώνω επιπρόσθετα: ~εται ότι οι δαπάνες κίνησης βαρύνουν το δημόσιο. [< πβ. μτγν. ἐπισημειοῦμαι ‘σημειώνω’ 1: αγγλ. annotate] | |
| 17902 | επισημείωση | [ἐπισημείωση] ε-πι-ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. σημείωση με πληροφορίες για τη φύση των στοιχείων ενός ηλεκτρονικού κειμένου σε σχέση με τη δομή του: γραμματική/σημασιολογική/συντακτική ~. Γλώσσα ~ης (: για την περιγραφή των ιδιοτήτων των στοιχείων που αποτελούν μια ιστοσελίδα). Βλ. υπερ-κείμενο, -σύνδεσμος. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. σφραγίδα επικύρωσης δημόσιων εγγράφων που μπορεί να τοποθετηθεί μόνο στη χώρα έκδοσης του εγγράφου και προβλέπεται από τη Σύμβαση της Χάγης (1961): Αρχές που χορηγούν ~. [< πβ. μτγν. ἐπισημείωσις ‘πρόσθετη σημείωση’ 1: αγγλ. annotation, tagging, labelling 2: γαλλ.-αγγλ. apostille] | |
| 17903 | επισημοποίηση | [ἐπισημοποίηση] ε-πι-ση-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισημοποιώ: ~ του ενδιαφέροντος (των αγοραστών, επενδυτών)/της συμφωνίας/της συνεργασίας/της υποψηφιότητας. ~ του διαζυγίου. ~ του δεσμού/της σχέσης (: με αρραβώνα ή γάμο). Η ~ της Δημοτικής (: η καθιέρωσή της ως επίσημης γλώσσας του κράτους το 1976). Βλ. επικύρωση, -ποίηση. | |
| 17904 | επισημοποιώ | [ἐπισημοποιῶ] ε-πι-ση-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {επισημοποι-είς ..., -ώντας | επισημοποί-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: προσδίδω σε κάτι επίσημο χαρακτήρα ή/και το ανακοινώνω επίσημα: Η απόφαση/ο αρραβώνας/το διαζύγιο/η μεταγραφή/η πρόσληψη ~ήθηκε. Με τη δήλωσή του στα ΜΜΕ ~ησε την υποψηφιότητά του. ~ησαν και τυπικά τη λύση της συνεργασίας τους. Θα ~ήσουν τη σχέση τους με γάμο. Η προφορική τους συμφωνία θα ~ηθεί με την υπογραφή των συμβολαίων. Βλ. επικυρώνω, -ποιώ. | |
| 17905 | επίσημος | , η, ο [ἐπίσημος] ε-πί-ση-μος επίθ. 1. που προέρχεται από συγκεκριμένη εξουσία, διοίκηση, Αρχή, που έχει θεσπιστεί κυρ. από το κράτος· που τυγχάνει γενικής αναγνώρισης· που ισχύει τυπικά, αλλά όχι απαραίτητα και ουσιαστικά: ~η: αργία (πβ. εθνική εορτή)/θρησκεία/κατοικία (αξιωματούχου)/ονομασία (κράτους)/συμφωνία. ~ο: νόμισμα/όργανο (κόμματος). Το ~ο κράτος. Η ~η ιατρική (βλ. εναλλακτική). Πβ. καθιερωμένος, νόμιμος.|| (για πρόσ. ή εταιρεία) ~ος: αντιπρόσωπος/εισαγωγέας/φορέας/χορηγός (εκδήλωσης, οργάνωσης). ~ο: κατάστημα (αθλητικής ομάδας). ~οι: κύκλοι (: πολιτικοί ή δημοσιογραφικοί)/ομιλητές (: σύμφωνα με το πρόγραμμα συνεδρίου). Πβ. εξουσιοδοτημένος.|| (για έντυπο, έρευνα, πληροφορία) ~η: απογραφή/εφημερίδα/ιστοσελίδα/μετάφραση/στατιστική. ~ο: ανακοινωθέν/αντίγραφο (βλ. επικυρωμένος)/έγγραφο (π.χ. ταυτότητα)/πιστοποιητικό/πόρισμα. ~ες: δηλώσεις/πηγές. ~α: αποτελέσματα (εκλογών)/αρχεία/παραστατικά/πρακτικά. Σύμφωνα με ~α στοιχεία ... Πβ. αξιόπιστος, έγκυρος. Βλ. ημι~.|| Ο ~ λόγος της παραίτησής του. Η ~η εκδοχή (των γεγονότων)/θέση (της κυβέρνησης). ΑΝΤ. ανεπίσημος (1), άτυπος (1) 2. που ακολουθεί ένα ορισμένο τυπικό και έχει συνήθ. δημόσιο ή/και εορταστικό χαρακτήρα: ~ος: εορτασμός. ~η: ανάληψη (καθηκόντων)/έκδοση/έναρξη (αγώνων)/επίσκεψη (του πρωθυπουργού)/ημέρα (κυκλοφορίας προϊόντος)/πρόσκληση/συνεδρίαση/τελετή/υποδοχή. ~ο: γεύμα/δείπνο/ματς (βλ. φιλικό)/συμβόλαιο. ~οι: χαιρετισμοί. ~ες: εκδηλώσεις/συναντήσεις. ~α: εγκαίνια (βλ. προεγκαίνια). Η ~η πρώτη του έργου (= πρεμιέρα).|| ~ος: τόνος. ~ο: ύφος. Πβ. επιβλητικός, πομπώδης. ΑΝΤ. άτυπος (1) 3. (για ένδυση) που φοριέται σε ειδικές περιστάσεις, όπως γιορτές, σε αντιδιαστολή με το καθημερινό ή το πρόχειρο: ~η: στολή. ~ο: ένδυμα/κουστούμι (βλ. γαμπριάτικο, σμόκιν)/φόρεμα (βλ. τουαλέτα). ~α: ρούχα. Πβ. αμπιγιέ, εορταστικός, κυριλέ. Βλ. απλός, κάζουαλ, σπορ. 4. επιφανής, διακεκριμένος: ~οι: καλεσμένοι/προσκεκλημένοι. ~α: πρόσωπα. Πβ. βιπ, διάσημος. ● Ουσ.: επίσημοι (οι) {επισήμ-ων}: (κρατικοί) αξιωματούχοι, εξέχουσες προσωπικότητες του δημόσιου βίου: ξένοι ~. Αποχώρηση/άφιξη/εξέδρα/θέσεις/θύρα/προσέλευση/υποδοχή (των) ~ων. ● επίρρ.: επίσημα & (λόγ.) επισήμως ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημα χείλη: για πρόσωπο που είναι αρμόδιο και συνήθ. εκπροσωπεί έναν φορέα: Από ~ ~ της εταιρείας/της κυβέρνησης ακούγεται ότι ... Η δήλωση/είδηση προέρχεται από ~ ~., επίσημη γλώσσα: που η χρήση της έχει αναγνωριστεί καταστατικά από κράτος ή οργανισμό για τη σύνταξη επίσημων κειμένων: οι ~ες ~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η καθιέρωση της Δημοτικής ως ~ης ~ας το 1976. , επίσημη γραμμή βλ. γραμμή, επίσημη ώρα βλ. ώρα, επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση ● ΦΡ.: με επίσημο τρόπο: σύμφωνα με το τυπικό: Η πρόταση κατατέθηκε ~ ~. [< αρχ. ἐπίσημος, αγγλ. official, formal, γαλλ. officiel] | |
| 17906 | επισημότητα | [ἐπισημότητα] ε-πι-ση-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): επίσημος χαρακτήρας: η ~ του γάμου/της δεξίωσης/της εκδήλωσης/της επίσκεψης/του λόγου/της περίστασης/της στιγμής/της τελετής/του ύφους. Με κάθε/μεγάλη/τη δέουσα ~ γιορτάστηκε η επέτειος/έγινε η απονομή/τελέστηκε η δοξολογία. Με ~ και λαμπρότητα τιμήθηκε η μνήμη του Αγίου ... Πβ. κύρος, σοβαρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανεπισημότητα ● επισημότητες (οι): χαρακτηριστικά, συμπεριφορές που ταιριάζουν σε επίσημη περίσταση: Η γιορτή έγινε σε στενό κύκλο, χωρίς ~ και τυμπανοκρουσίες. Βλ. τυπικότητες. [< μτγν. ἐπισημότης] | |
| 17907 | επίσης | [ἐπίσης] ε-πί-σης επίρρ. 1. με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο βαθμό· επιπλέον, συμπληρωματικά: Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν και εγώ ~/όπως ~ και εγώ (πβ. (παρ)ομοίως). Ένα άλλο ~ σημαντικό στοιχείο είναι ότι ... (πβ. εξίσου).|| Σπίτι με αυλή καθώς ~ και βεράντες.|| (ως σύνδ.) ~, ας σημειωθεί ότι ... Πβ. ακόμα, επιπρόσθετα, συνάμα, συν τοις άλλοις. 2. (σε ευχές, γνωριμίες) ως απάντηση ανταπόδοσης: -Καλές γιορτές! -~! -Καλά να περάσεις! -Ευχαριστώ, ~! -Χαίρω πολύ. -~. [< αρχ. ἐπ΄ ἴσης, γαλλ. également, de même] | |
| 17908 | επισιτισμός | [ἐπισιτισμός] ε-πι-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): εφοδιασμός με τρόφιμα: ~ του πληθυσμού/των προσφύγων/του στρατού. Παγκόσμιο Πρόγραμμα ~ού (του ΟΗΕ). Παγκόσμια ημέρα ~ού (η 16η Οκτωβρίου). Πβ. σίτιση, τροφο-δοσία, -δότηση.|| (παλαιότ.) Υπουργός ~ού.|| Μονάδα συστηματοποιημένου ~ού (= κέτερινγκ). Εργαζόμενοι στον τουρισμό-~ό. [< αρχ. ἐπισιτισμός] | |
| 17909 | επισιτιστικός | , ή, ό [ἐπισιτιστικός] ε-πι-σι-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον επισιτισμό: ~ός: εφοδιασμός. ~ή: (αν)ασφάλεια/βιομηχανία/επάρκεια. ~ό: πρόβλημα/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες/επιχειρήσεις. ~ά: καταστήματα/κέντρα/τμήματα (ξενοδοχείων). Επιδείνωση της ~ής κρίσης. Ανθρωπιστική/ιατρική και ~ή βοήθεια. ~ά και τουριστικά επαγγέλματα. | |
| 17910 | επισκεπτήριο | [ἐπισκεπτήριο] ε-πι-σκε-πτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. δυνατότητα να δέχεται επισκέψεις κυρ. στρατιώτης, ασθενής, κρατούμενος· το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ~ των γονέων/των συγγενών. ~ στην κλινική/στο μαιευτήριο/στο στρατόπεδο/στη φυλακή. Δικαίωμα/ημέρα/χώρος/ώρες ~ίου. Αύριο έχει ~.|| Έναρξη/λήξη του ~ίου. 2. κάρτα με τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση, τηλέφωνο) του κατόχου της: φάκελοι ~ίου. Εκτύπωση ~ίων. Πάρτε το ~ό μου. Πβ. μπιλιέτο.|| (ως επίθ.) ~α: κάρτα. Βλ. -τήριο. [< 2: γαλλ. carte de visite] | |
| 17911 | επισκέπτης, επισκέπτρια | [ἐπισκέπτης] ε-πι-σκέ-πτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επισκεπτ-ών, επισκεπτριών}: αυτός που επισκέπτεται πρόσωπο ή χώρο: ανεπιθύμητος/απρόσκλητος/απρόσμενος/επίσημος/ξαφνικός ~. Οι ~ες του αεροδροµίου/του καταστήματος (πβ. πελάτης)/του μουσείου/του νησιού (πβ. τουρίστας). Βιβλίο ~ών (: σε εκθέσεις, Δήμους, ξενοδοχεία, για καταγραφή εντυπώσεων). "Παρακαλούνται οι κύριοι ~ες όπως εξέλθουν" (: ανακοίνωση πριν από την αναχώρηση πλοίου). Έχουμε ~ες (: στο σπίτι· πβ. καλεσμένος, ξένος, φιλοξενούμενος).|| ~τριες: αδελφές/νοσοκόμες (: που παρέχουν νοσηλεία κατ' οίκον ή σε σχολικές μονάδες).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) μοναδικός ~. ~-χρήστης (: των υπηρεσιών ενός κόμβου). Μηνύματα/σχόλια ~ών.|| Εμπορικός ~ (: εκθεσιακών χώρων για επιχειρηματικούς σκοπούς). ● ΣΥΜΠΛ.: επισκέπτης καθηγητής: πανεπιστημιακός που προσκαλείται από άλλο πανεπιστήμιο, προκειμένου να διδάξει για ορισμένο χρονικό διάστημα. [< αγγλ. visiting professor] , επισκέπτης υγείας {συνηθέστ. στο θηλ.}: επαγγελματίας ειδικευμένος σε θέματα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και περίθαλψης, ο οποίος, εκτός των άλλων, επισκέπτεται ηλικιωμένα κυρ. άτομα, συνήθ. σε σπίτια ή ιδρύματα, με στόχο τη σχετική ενημέρωσή τους. Βλ. αγωγή υγείας., ιατρικός επισκέπτης: υπάλληλος φαρμακευτικής εταιρείας που επισκέπτεται γιατρούς, φαρμακοποιούς, νοσοκομεία, με σκοπό την ενημέρωση για τα νέα προϊόντα της και την προώθησή τους. Πβ. φαρμακάς. [< γαλλ. visiteur médical] [< αρχ. ἐπισκέπτης 'εξεταστής', γαλλ. visiteur, αγγλ. visitor] | |
| 17912 | επισκέπτομαι | [ἐπισκέπτομαι] ε-πι-σκέ-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {επισκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, επισκεφ-τώ (λόγ.) -θώ}: κάνω επίσκεψη σε κάποιον και γενικότ. πηγαίνω σε χώρο στον οποίο δεν κατοικώ ή εργάζομαι και παραμένω για περιορισμένο χρονικό διάστημα: Να μας ~εσαι (= να μας έρχεσαι) πού και πού! (μτφ.-ειρων.) Μας ~τηκε τελικά ο χιονιάς.|| ~ συχνά το χωριό μου. Μια από τις πιο όμορφες πόλεις που ~τηκα ποτέ (βλ. περιηγούμαι, ταξιδεύω). ~τήκαμε την έκθεση.|| Ο πρωθυπουργός ~εται (ενν. επισήμως) την αμερικανική πρωτεύουσα/τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.|| Πρέπει να ~τώ οδοντίατρο (: για να με εξετάσει).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ την ιστοσελίδα καθημερινά/τακτικά. (ως ηλεκτρονικό μήνυμα) Συνολικά τριάντα μέλη/χρήστες έχουν ~τεί το φόρουμ σήμερα. [< αρχ. ἐπισκέπτομαι, γαλλ. visiter, αγγλ. visit] | |
| 17913 | επισκευάζω | [ἐπισκευάζω] ε-πι-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {επισκεύα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, επισκευάζ-οντας}: επαναφέρω σε καλή κατάσταση ή σε κατάσταση λειτουργίας κάτι που έχει φθαρεί, χαλάσει: ~ει ασανσέρ/αυτοκίνητα/έπιπλα/ηλεκτρικές συσκευές. Η εκκλησία/το θέατρο/το πλοίο/το σπίτι/η στέγη ~στηκε (πβ. ανακαινίζω). Τα τείχη ~στηκαν (πβ. αναπαλαιώνω). Τα μηχανήματα ~στηκαν και συντηρήθηκαν.|| Οι φθορές δεν ~ονται εύκολα. Η βλάβη/η διαρροή/η ζημιά ~στηκε (= φτιάχτηκε). Οι κακοτεχνίες ~στηκαν. Πβ. αποκαθιστώ, διορθώνω. ΣΥΝ. επιδιορθώνω [< αρχ. ἐπισκευάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ