Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18800-18820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17914επισκευάσιμος, η, ο [ἐπισκευάσιμος] ε-πι-σκευ-ά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να επισκευαστεί: ~η: ζημιά. Παλαιά κατοικία, ~η και κατοικήσιμη. Τρακαρισμένα αυτοκίνητα μη ~α.|| (συνήθ. μετά από σεισμό:) Το κτίριο κρίθηκε/χαρακτηρίστηκε ~ο. Σχολικές αίθουσες ακατάλληλες προς χρήση, αλλά ~ες. Η οικία υπέστη σημαντικές, αλλά ~ες βλάβες. Βλ. κατεδαφιστέος. [< μτγν. ἐπισκευάσιμος]
17915επισκευαστής[ἐπισκευαστής] ε-πι-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. επισκευάστρια}: τεχνίτης που κάνει επισκευές: ~ αεροσκαφών/επίπλων/ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών/ρολογιών/υποδημάτων (= τσαγκάρης). Ανεξάρτητος/εξουσιοδοτημένος ~ (ενν. οχημάτων συγκεκριμένης εταιρείας· βλ. σέρβις). Πβ. επιδιορθωτής. [< μτγν. ἐπισκευαστής ‘παρασκευαστής’]
17916επισκευαστικός, ή, ό [ἐπισκευαστικός] ε-πι-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που αποσκοπεί στην επισκευή ή προορίζεται για αυτή: ~ός: κλάδος/ σοβάς/στόκος. ~ή: βάση (ναυπηγείου)/βαφή (αυτοκινήτων)/βιομηχανία/ζώνη (λιμανιού)/μονάδα/συντήρηση (εξοπλισμού). ~ές: εργασίες. ~ά: έργα/κονιάματα/προϊόντα/υλικά. Το ~ό κέντρο/τμήμα της εταιρείας. Πβ. (επι)διορθωτικός.|| ~ό: δάνειο (: που χορηγείται για ανακαίνιση ή επισκευή κατοικίας). [< πβ. μτγν. ἐπισκευαστικός 'προσποιητός']
17917επισκευή[ἐπισκευή] ε-πι-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισκευάζω: γενική/δωρεάν/ριζική ~. ~ αυτοκινήτων/δαπέδων/διαρροών/εξοπλισμού/ηλεκτρικών συσκευών/κλιματιστικών/λογισμικού/μουσικών οργάνων/υπολογιστών. Εργασίες/κιτ/σετ ~ής. Εγγύηση/έξοδα/κόστος ~ής. Μονάδα συντήρησης-~ής αεροσκαφών. Εταιρεία/συνεργείο ~ών. ~ των κτιρίων που υπέστησαν ζημιές (πβ. ανακαίνιση, αναπαλαίωση, αποκατάσταση). Πβ. επιδιόρθωση. Βλ. μετασκευή. [< αρχ. ἐπισκευή]
17918επίσκεψη[ἐπίσκεψη] ε-πί-σκε-ψη ουσ. (θηλ.) 1. μετάβαση και προσωρινή παραμονή συνήθ. στον χώρο κατοικίας, εργασίας κάποιου ή σε τόπο, με σκοπό την επιμόρφωση ή την αναψυχή: αιφνιδιαστική/απογευματινή/φιλική ~. Κάνω/πάω ~ (κάπου). Υπόσχομαι να ανταποδώσω την ~ το συντομότερο. Σου χρωστάω μια ~.|| (μτφ.-ειρων.) ~ του Εγκέλαδου.|| Διήμερη/(εθιμο)τυπική/επίσημη/φιλοφρονητική ~. ~ εργασίας. ~ του περιφερειάρχη στα αντιπλημμυρικά έργα (: για επιθεώρηση, έλεγχο). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προγραμματίζει ~ στη γειτονική χώρα.|| Εκπαιδευτική ~ (βλ. εκδρομή). Διδακτική ~ (κυρ. μαθητών ή φοιτητών Ιατρικής). ~έψεις σχολείων στη Βουλή. Ημέρες και ώρες ~έψεων (π.χ. έκθεσης). ~έψεις-ξεναγήσεις σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία. Αξιωματούχοι των δύο χωρών αντάλλαξαν ~έψεις.|| (ειδικότ. για εξέταση ασθενούς σε ιατρείο ή στο σπίτι του) ~ σε γυναικολόγο. Αμoιβές ιατρικών ~έψεων. Βλ. συνεδρία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Συνολικές ~έψεις ανά ημέρα (: σε δικτυακό τόπο). Η ιστοσελίδα δέχτηκε χίλιες ~έψεις τον περασμένο μήνα (βλ. επισκεψιμότητα). Πβ. περιήγηση. 2. (συνεκδ.) {συνήθ. στον πληθ.} επισκέπτης: Έχουμε/περιμένουμε ~έψεις. Δέχεστε ~έψεις; ● Υποκ.: επισκεψούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: επίσκεψη μελέτης βλ. μελέτη [< αρχ. ἐπίσκεψις, γαλλ. visite, αγγλ. visit]
17919επισκέψιμος, η, ο [ἐπισκέψιμος] ε-πι-σκέ-ψι-μος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) που μπορεί κάποιος να τον επισκεφθεί: ~ος: αρχαιολογικός χώρος. ~η: μονάδα παραγωγής. ~ο: αγρόκτημα/οινοποιείο. Το μουσείο είναι ~ο τις εξής μέρες και ώρες ... Το σπήλαιο δεν είναι ~ο λόγω έργων.
17920επισκεψιμότητα[ἐπισκεψιμότητα] ε-πι-σκε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αριθμός επισκεπτών, συνήθ. ιστοσελίδας: η ~ της βιβλιοθήκης/έκθεσης/περιοχής. ~ μουσείων και αρχαιολογικών χώρων.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Άμεση/οργανική/πληρωμένη ~. Εβδομαδιαία/μέση/μηνιαία/παγκόσμια/πολλαπλάσια/συνολική/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ του μπλογκ/του φόρουμ. ~ ανά ημέρα και ώρα. Ρεκόρ ~ας. Βλ. ακροαματικ-, αναγνωσιμ-, θεαματικ-ότητα. [< γαλλ. fréquentation]
17921επισκιάζω[ἐπισκιάζω] ε-πι-σκι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {επισκία-σε (λόγ.) επεσκία-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, επισκιάζ-οντας} 1. (μτφ.) παρουσιάζομαι ως σημαντικότερος και αποσπώ την προσοχή από τους υπόλοιπους: Τα ελαττώματά του ~ουν τις καλές όψεις του χαρακτήρα του. Τα εφέ της ταινίας ~σαν την υπόθεσή της. Θέματα που ~σαν την επικαιρότητα. Οι διαφωνίες δεν είναι ικανές να ~σουν το κλίμα σύμπνοιας. Ο αγώνας/η νίκη ~στηκε από τα έκτροπα. 2. (σπάν.) ρίχνω τη σκιά μου σε κάτι καλύπτοντάς το: Η Σελήνη ~σε τον Ήλιο. [< πβ. αρχ. ἐπισκιάζω ‘κάνω σκιά, συσκοτίζω’, αγγλ. overshadow]
17922επισκίαση[ἐπισκίαση] ε-πι-σκί-α-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισκιάζω: (μτφ.) ~ της λογικής από τον εγωισμό. Δημιουργία εντυπώσεων και ~ της ουσίας. [< μτγν. ἐπισκίασις, αγγλ. overshadowing]
17923επισκληρίδιος, ος/α, ο [ἐπισκληρίδιος] ε-πι-σκλη-ρί-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εντοπίζεται ή εφαρμόζεται εντός ή εκτός της σκληρής μήνιγγας στο κρανίο ή στον σπονδυλικό σωλήνα: ~ος: χώρος. ~ος/α: αιμορραγία/αναλγησία/έγχυση/ένεση/νάρκωση/χορήγηση. ~ο: αιμάτωμα/απόστημα. Βλ. υποσκληρίδιος. ● Ουσ.: επισκληρίδιος (η) {-ίου}: ΙΑΤΡ. τοπικό αναισθητικό που εγχέεται στην περιοχή μεταξύ των οσφυϊκών σπονδύλων και της εξωτερικής μεμβράνης που καλύπτει τον νωτιαίο μυελό: Η ~ μειώνει τις ωδίνες του τοκετού. [< αγγλ. epidural]
17924επισκοπάτο[ἐπισκοπάτο] ε-πι-σκο-πά-το ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρεια που διοικεί επίσκοπος· επισκοπή. Βλ. -άτο. [< μεσν. επισκοπάτον]
17925επισκοπείο[ἐπισκοπεῖο] ε-πι-σκο-πεί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. η κατοικία του επισκόπου: το ~ της Ιεράς Μητροπόλεως. ΣΥΝ. επισκοπή (2), επισκοπικό [< μτγν. ἐπισκοπεῖον]
17926επισκοπή[ἐπισκοπή] ε-πι-σκο-πή ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. περιφέρεια που διοικεί επίσκοπος: ιεραποστολική/Καθολική/Ορθόδοξη ~. Η έδρα της ~ής. Βλ. αρχι~, μητρόπολη. ΣΥΝ. επισκοπάτο 2. επισκοπείο. 3. το αξίωμα του επισκόπου. [< 3: μτγν. ἐπισκοπή]
17927επισκόπηση[ἐπισκόπηση] ε-πι-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνοπτική συνήθ. εξέταση ή παρουσίαση γεγονότων, κατάστασης: αναλυτική/βιβλιογραφική/γενική/ιστορική/κριτική/λεπτομερής/συγκριτική/τεχνική ~. ~ των δραστηριοτήτων του Συμβουλίου/των επιπτώσεων της μετανάστευσης/της οικονομίας. ~ του Τύπου (π.χ. σε τηλεοπτική εκπομπή). Στη συνεδρίαση έγινε ~ της προόδου των εργασιών. Το βιβλίο αποτελεί ~ των πρόσφατων εξελίξεων. Βλ. ανασκόπηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ προφίλ (βλ. προ~). (ΟΙΚΟΝ.) Έκθεση ~ης (ορκωτού λογιστή). Βλ. -σκόπηση, τηλ~. [< αρχ. ἐπισκόπησις ‘επιθεώρηση’, γαλλ. revue, αγγλ. overview]
17928επισκοπικός, ή, ό [ἐπισκοπικός] ε-πι-σκο-πι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην επισκοπή ή τον επίσκοπο: ~ός: επίτροπος/ναός. ~ή: διαδοχή/διακονία/δικαιοδοσία/έδρα/εξουσία/ιστορία/περιφέρεια/σύνοδος. ~ό: αξίωμα/διάταγμα/δικαστήριο/μέγαρο. ~οί: κατάλογοι. ~ές: εκλογές. ~ά: άμφια. ● Ουσ.: επισκοπικό (το): θρόνος ή κατοικία επισκόπου. Πβ. δεσποτικό, επισκοπάτο, επισκοπείο. ● ΣΥΜΠΛ.: Επισκοπική Εκκλησία: Προτεσταντική Εκκλησία των ΗΠΑ, παρακλάδι της Αγγλικανικής. [< αγγλ. Episcopal Church] , δεσποτικός/επισκοπικός θρόνος βλ. θρόνος [< μτγν. ἐπισκοπικός]
17929επίσκοπος[ἐπίσκοπος] ε-πί-σκο-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που φέρει τον ανώτερο βαθμό ιεροσύνης: ορθόδοξος/ καθολικός ~. Βοηθός/τιτουλάριος ~. Πβ. δεσπότης, μητροπολίτης. Βλ. θεοφιλέστατος, αρχι~, χωρ~, διάκονος, πρεσβύτερος. ● ΦΡ.: η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη βλ. νύχτα, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά βλ. μυλωνάς [< μτγν. ἐπίσκοπος]
17930επισκοπώ[ἐπισκοπῶ] ε-πι-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {επισκοπ-εί, -ώντας | επισκόπ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (λόγ.): κάνω επισκόπηση, εξετάζω: Το άρθρο ~εί την εξέλιξη στις αγορές εργασίας. Σε περιπτώσεις κάκωσης μηνίσκου ~είται το γόνατο με αρθροσκόπιο. Η οικονομική έκθεση ~ήθηκε από τον ορκωτό ελεγκτή λογιστή. Βλ. ανασκοπώ, -σκοπώ. [< αρχ. ἐπισκοπῶ]
17931επισμάλτωση[ἐπισμάλτωση] ε-πι-σμάλ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη αντικειμένου με σμάλτο, το οποίο λιώνει σε υψηλή θερμοκρασία, δημιουργώντας υαλώδη επιφάνεια στεγανή και λαμπερή: διπλή ~. ~ πορσελάνης. ~ώσεις ειδών υγιεινής. Βλ. κλουαζονέ. ΣΥΝ. εφυάλωση
17932επισμηναγός[ἐπισμηναγός] ε-πι-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον σμηναγό και κατώτερος από τον αντισμήναρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. πλωτ-, ταγματ-άρχης.
17933επισμηνίας[ἐπισμηνίας] ε-πι-σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον σμηνία και κατώτερος από τον αρχισμηνία κατά έναν βαθμό. Βλ. επικελευστής, επιλοχίας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.