| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17934 | επισπεύδω | [ἐπισπεύδω] ε-πι-σπεύ-δω ρ. (μτβ.) {επέσπευ-σα, επισπεύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, επισπεύδ-οντας, λόγ. μτχ. -ων} (απαιτ. λεξιλόγ.): πραγματοποιώ κάτι ή προσπαθώ να το κάνω πιο σύντομα από το κανονικό ή το προγραμματισμένο: ~ το ραντεβού. Η κυβέρνηση ~ει τις αλλαγές που σχεδιάζει. ~σα τις διαδικασίες. Ο πρωθυπουργός ~σε την κατάθεση του νομοσχεδίου. Η θεραπεία έχει στόχο να ~σει την ανάρρωση. ~ονται οι εξελίξεις/εργασίες. ~σθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης. ΣΥΝ. επιταχύνω (2), συντομεύω (2) ΑΝΤ. βραδύνω (1), καθυστερώ (1), τρενάρω ● Μτχ.: επισπεύδων , ουσα, ον: ΝΟΜ. που κινεί τη διαδικασία (του πλειστηριασμού): ~ων: δανειστής. ~ουσα: τράπεζα.|| ~ον: ίδρυμα (= συντονιστικό). [< γαλλ. requérant, demandeur] [< αρχ. ἐπισπεύδω] | |
| 17935 | επίσπευση | [ἐπίσπευση] ε-πί-σπευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αύξηση του ρυθμού, εντατικοποίηση: ~ των διαδικασιών/των επενδύσεων/των εργασιών/των μεταρρυθμίσεων/των μέτρων/του ρυθμού (υλοποίησης των έργων). Ανάγκη ~ης των έργων υποδομής. ΣΥΝ. επιτάχυνση.|| (ΝΟΜ.) ~ αναγκαστικής εκτέλεσης (από ανέγγυο πιστωτή). ΑΝΤ. καθυστέρηση (1), τρενάρισμα [< μεσν. ἐπίσπευσις] | |
| 17936 | επιστάμενος | [ἐπιστάμενος] ε-πι-στά-με-νος επίθ. {θηλ. επισταμέν-η} (απαιτ. λεξιλόγ.): που γίνεται με μεγάλη προσοχή, φροντίδα και σε βάθος: ~η: ανάλυση/ενημέρωση/εξέταση/έρευνα/ματιά/μελέτη/παρακολούθηση/παρατήρηση/προσπάθεια. ~οι: έλεγχοι (συνήθ. καταχρ. επισταμένοι). Πβ. αναλυτ-, προσεκτ-ικός, εμπεριστατωμένος, ενδελεχής, λεπτομερής. ● επίρρ.: επισταμένως (λόγ.) & (προφ.) επισταμένα [< αρχ. ἐπιστάμενος] | |
| 17937 | επίσταξη | [ἐπίσταξη] ε-πί-στα-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ρινορραγία: υποτροπιάζουσα ~. Βλ. απόφραξη. [< αρχ. ἐπίσταξις, γαλλ. épistaxis] | |
| 17938 | επιστασία | [ἐπιστασία] ε-πι-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} το έργο του επιστάτη και γενικότ. επίβλεψη ομαδικού έργου· συνεκδ. γραφείο, κτίριο όπου στεγάζεται το αντίστοιχο τμήμα εταιρείας ή υπηρεσίας: γενική/οικονομική ~. ~ κατασκευαστικών/οικοδομικών έργων. Συντονισμός και ~ των εργατών. Προσωπικό ~ας. Γραφείο ~ας (π.χ. σε νοσοκομείο). Βλ. αυτ~.|| Με/υπό την (υψηλή) ~ του (πατριαρχείου/πρωθυπουργού). Πβ. επιτήρηση, εποπτεία. 2. ΝΑΥΤ. τομέας εργασίας σε πλοίο και οι εργαζόμενοι σε αυτόν, οι οποίοι φροντίζουν για την ομαλή του λειτουργία: ~ γενικών υπηρεσιών/γέφυρας-καταστρώματος/μηχανής. Επικεφαλής και στις τρεις ~ες βρίσκεται ο πλοίαρχος. ● ΦΡ.: Ιερά Eπιστασία (του Aγίου Όρους): ΕΚΚΛΗΣ. τετραμελής επιτροπή που ασκεί την εκτελεστική εξουσία στο Άγιον Όρος. [< μτγν. ἐπιστασία ‘εξουσία’] | |
| 17939 | επιστάτης | [ἐπιστάτης] ε-πι-στά-της ουσ. (αρσ.) {επιστατ-ών} , επιστάτρια (η): εργαζόμενος υπεύθυνος για την επίβλεψη εκτέλεσης ομαδικού έργου· υπάλληλος με γενικά καθήκοντα φύλαξης χώρου, κτιρίου: ~ ανθρακωρυχείoυ/οικοδομών. ~ες καθαριότητας. Πβ. αρχιεργάτης, επόπτης.|| ~ της βίλας/του κτήματος/του μουσείου/του ναού/του σχολείου. Πβ. φύλακας. [< αρχ. ἐπιστάτης] | |
| 17940 | επιστατώ | [ἐπιστατῶ] ε-πι-στα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιστατ-εί ... | επιστάτ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): εκτελώ χρέη επιστάτη: ~εί (αυτοπροσώπως/προσωπικά) την εφαρμογή των νόμων/την πρόοδο των εργασιών/τις προσπάθειες πυρόσβεσης. Αρχαιολόγος που ~εί στις ανασκαφές. Ο εκπαιδευτικός συντονίζει και ~εί στη μαθησιακή διαδικασία. Πβ. επιβλέπω, επιτηρώ, εποπτεύω. [< αρχ. ἐπιστατῶ] | |
| 17941 | επιστεγάζω | [ἐπιστεγάζω] ε-πι-στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {επιστέγα-σε, -στηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ολοκληρώνω, κορυφώνω (προσπάθεια, διαδικασία): Η ευτυχία τους ~στηκε με τη γέννηση των διδύμων. Η κυριαρχία των γηπεδούχων ~στηκε με γκολ. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να ~στούν με την υπογραφή συμφωνίας. Πβ. επισφραγίζω. 2. (σπάν.) σκεπάζω με στέγη, στεγάζω: Ο σκελετός ~στηκε με μεταλλικό στέγαστρο. Το προστώο της κεντρικής εισόδου ~στηκε με αέτωμα. [< 2: αρχ. ἐπιστεγάζω] | |
| 17942 | επιστέγαση | [ἐπιστέγαση] ε-πι-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κάλυψη με στέγη· συνεκδ. το ίδιο το στέγαστρο: ~ του ανοιχτού κολυμβητηρίου/της αυλής. ~ με κεραμίδια. Λαμαρίνες ~ης. Οι πλάκες της ~ης.|| Ξύλινη/χάλκινη ~. Πβ. στέγη. 2. (μτφ.) ολοκλήρωση, κορύφωση: Η κατάκτηση του μεταλλίου ήταν η ~ πολύχρονων προσπαθειών. Πβ. επιστέγασμα, επισφράγιση. | |
| 17943 | επιστέγασμα | [ἐπιστέγασμα] ε-πι-στέ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {επιστεγάσμ-ατος} (λόγ.) 1. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ενέργεια, γεγονός, έκβαση που ολοκληρώνει προσπάθεια, διαδικασία: θεσμικό/ιδεολογικό ~. ~ μιας πετυχημένης πορείας. Το ~ των συνομιλιών ήταν η υπογραφή πρωτοκόλλου. Το χρυσό μετάλλιο ήταν το/η διάκριση ήρθε ως ~ των προσπαθειών μας. Πβ. επιστέγαση, επισφράγισμα, κορωνίδα. 2. στέγαστρο: ~ατα σε κλειστούς ή ημίκλειστους χώρους. Πβ. στέγη. | |
| 17944 | επίστεγο | [ἐπίστεγο] ε-πί-στε-γο ουσ. (ουδ.) {επιστέγ-ου}: ΝΑΥΤ. υπερκατασκευή σε όλο το πλάτος της οπίσθιας γέφυρας του πλοίου. Βλ. πρόστεγο. [< πβ. μτγν. ἐπίστεγον (οἴκημα)] | |
| 17945 | επίστεψη | [ἐπίστεψη] ε-πί-στε-ψη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. απόληξη άνω τμήματος κτίσματος, αρχιτεκτονικού μέλους ή αντικειμένου: ~ ερμαρίου/τέμπλου. Επιτύμβια στήλη με αετωματική/ανθεμωτή ~.|| (σε σημαία) Κοντάρι με ~ σταυρό. [< γαλλ. couronnement] | |
| 17946 | επιστήθιος | , α, ο [ἐπιστήθιος] ε-πι-στή-θι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ αγαπητός, στενός: ~ος: φίλος. Πβ. αδελφικός, καρδιακός. 2. που φοριέται στο στήθος: ~ος: σταυρός.|| (ως ουσ.) Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επιστήθιο όπλισης: τμήμα στολής για υποβρύχιο ψάρεμα στο οποίο ακουμπά το ψαροντούφεκο για να οπλίσει. [< μτγν. ἐπιστήθιος] | |
| 17947 | επιστήμη | [ἐπιστήμη] ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.) {επιστημ-ών}: σύνολο τεκμηριωμένων και ταξινομημένων γνώσεων που αποκτήθηκαν με έρευνα του επιστητού βάσει αντικειμενικών μεθόδων (π.χ. πείραμα)· καθένας από τους κλάδους στους οποίους διαιρούνται οι γνώσεις αυτές, σύμφωνα με το αντικείμενό τους ή (περιληπτ.) όλοι οι κλάδοι μαζί: καθαρή (: χωρίς πρακτική εφαρμογή)/πειραματική/σύγχρονη ~. ~ και ηθική/θρησκεία/τέχνη. Τα επιτεύγματα/η πρόοδος της ~ης. Σήμερα η ~ κάνει θαύματα. Η ~ σηκώνει ψηλά τα χέρια. Τι λέει η ~ (= οι επιστήμονες) σχετικά με ...;|| Η φιλοσοφία της ~ης. Μαθηματική (= Μαθηματικά)/Νομική (= Νομικά) ~ . Η ~ της Γλωσσολογίας/της Φιλοσοφίας. Τεχνολογία και εφαρμοσμένες ~ες. Αρχές/κανόνες/η ορολογία της ~ης της Ιστορίας (βλ. επιστημολογία). Υπηρέτησε την ~ του με ήθος. Βλ. γεω-, νανο-, νευρο-επιστήμες, παρα~, τεχνο~, ψευδο~.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ του πολέμου. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικές επιστήμες: βιοεπιστήμες., επιστήμες της ζωής: το σύνολο των επιστημών που μελετούν τους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. ανθρωπο-, ζωο-, κοινωνιο-λογία, βιοεπιστήμες. [< αγγλ. life sciences, 1941] , ανθρωπιστικές επιστήμες βλ. ανθρωπιστικός, γνωστική/γνωσιακή επιστήμη βλ. γνωστικός1, Επιστήμη του Δικαίου βλ. δίκαιο, επιστήμη των υλικών βλ. υλικό, Επιστήμη των Υπολογιστών βλ. υπολογιστής, εφαρμοσμένες επιστήμες βλ. εφαρμοσμένος, θετικές επιστήμες βλ. θετικός, θεωρητικές επιστήμες βλ. θεωρητικός, κοινωνικές επιστήμες βλ. κοινωνικός, οικονομικές επιστήμες βλ. οικονομικός, πολιτικές επιστήμες βλ. πολιτικός, τεχνολογικές επιστήμες βλ. τεχνολογικός, υπολογιστική επιστήμη βλ. υπολογιστικός, φυσικές επιστήμες βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ανάγω (κάτι) σε επιστήμη βλ. ανάγω [< αρχ. ἐπιστήμη ‘γνώση, επιστημονική γνώση’, γαλλ.-αγγλ. science, πβ. γαλλ. épistémè, περ. 1965] | |
| 17948 | επιστημικός | , ή, ό [ἐπιστημικός] ε-πι-στη-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επιστημική τροπικότητα: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικά στοιχεία ή δομές με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει τον βαθμό βεβαιότητάς του γι’ αυτό που λέει: π.χ. Μάλλον είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Βλ. δεοντική τροπικότητα. [< αγγλ. epistemic, 1922] | |
| 17949 | επιστημολογία | [ἐπιστημολογία] ε-πι-στη-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΦΙΛΟΣ. κλάδος της φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο την προέλευση, τη φύση και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης: γενετική/διδακτική/θετικιστική/παιδαγωγική ~. ~ των Μαθηματικών/της Ψυχολογίας. ~ των κοινωνικών/φυσικών επιστημών. Πβ. γνωσιολογία. Βλ. -λογία. [< γερμ. Wissenschaftstheorie, αγγλ. epistemology, γαλλ. épistémologie, 1901] | |
| 17950 | επιστημολογικός | , ή, ό [ἐπιστημολογικός] ε-πι-στη-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την επιστημολογία: ~ός: προβληματισμός. ~ή: διάκριση/έρευνα/θεώρηση. ~ό: πλαίσιο/υπόβαθρο. ~ές: αρχές. ~ά: ζητήματα. ~ή και μεθοδολογική ανάλυση. ● επίρρ.: επιστημολογικά [< αγγλ. epistemological, γαλλ. épistémologique, πριν από το 1908] | |
| 17951 | επιστημολόγος | [ἐπιστημολόγος] ε-πι-στη-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο έρευνας την επιστημολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. epistemologist, γαλλ. épistémologiste, 1918] | |
| 17952 | επιστήμονας | [ἐπιστήμονας] ε-πι-στή-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επιστημόν-ων | σπάν. θηλ. επιστημόνισσα} & (λόγ.) επιστήμων {-ονος} 1. (για πρόσ.) που έχει συγκεκριμένη επιστήμη ως αντικείμενο έρευνας και γενικότ. πτυχιούχος ανώτατης σχολής: διακεκριμένος/διαπρεπής/ειδικός/επιφανής/καταξιωμένος/καταρτισμένος/κορυφαίος/λαμπρός/πρωτοπόρος ~. Κοινωνικοί/πυρηνικοί ~ες. ~ στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Η ευθύνη του ~α. ~ες διεθνούς κύρους/φήμης. ~ες και ερευνητές/καθηγητές. ~ες της γενετικής/της υγείας και της διατροφής. ~ες της Πληροφορικής/των υπολογιστών. Σύνδεσμος Ελληνίδων ~ων (: γυναικεία, μη κυβερνητική οργάνωση). Δίκτυο/ομάδα/συνέδριο ~ων. Βλ. βιο~, νευρο~, ψευδο~. Τρελός ~ (: που έχει πάθος με την επιστήμη του).|| (ως επίθ.) ~ες: μαίες. 2. (μτφ.) βαθύς γνώστης ή πολύ επιδέξιος σε κάτι: ~ στην απάτη (πβ. επιτήδειος, μανούλα, τεχνίτης)/στη δουλειά του. Πβ. μαέστρος, μάστορας. Βλ. πανεπιστήμων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικός επιστήμονας: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες. ΣΥΝ. πολιτολόγος [< αρχ. ἐπιστήμων ‘που είναι προικισμένος με επιστημονική γνώση, σοφός, έμπειρος’, γερμ. Wissenschaftler] | |
| 17953 | επιστημονικός | , ή, ό [ἐπιστημονικός] ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επιστήμη και τις αρχές της ή/και τον επιστήμονα: ~ός: εξοπλισμός (βλ. εργαστηριακός)/κλάδος (π.χ. γνωστική ψυχολογία)/ορισμός/σοσιαλισμός (= μαρξισμός)/τρόπος (σκέψης). ~ή: ακρίβεια/γνώση/εξήγηση/επιμέλεια (βιβλίου)/εργασία/έρευνα/ηθική/ημερίδα/κατάρτιση/μέθοδος (π.χ. πείραμα, ΑΝΤ. αντι~)/μελέτη/ονομασία (ενός φυτού, βλ. κοινή)/πρόοδος/συνάντηση/υπόθεση. ~ό: αντικείμενο/άρθρο/έργο (ενός καθηγητή)/πεδίο/περιοδικό/πρόγραμμα/συμπόσιο/συνέδριο. ~ές: ανακαλύψεις/εξελίξεις/προβλέψεις (για τη μόλυνση του περιβάλλοντος). Για ~ούς σκοπούς. Θεωρία που στερείται ~ής βάσης. Νέα ~ά δεδομένα/στοιχεία για ... Το θέμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ~ό ενδιαφέρον. Βλ. δι~, παρα~, πολυ~, ψευδο~.|| (για πρόσ.) ~ός: ερευνητής/σύμβουλος/συνεργάτης/συντονιστής/υπεύθυνος. ~ή: ένωση/επιτροπή/εταιρεία/κοινότητα (= επιστήμονες)/ομάδα. ~οί: κύκλοι/σύλλογοι. Διδακτικό και ~ό προσωπικό. Ερευνητικοί και ~οί οργανισμοί. ● επίρρ.: επιστημονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιστημονική φαντασία: αφήγηση που εκτυλίσσεται συνήθ. στο μέλλον και η οποία περιγράφει φανταστικούς πολιτισμούς, που χαρακτηρίζονται κυρ. από μεγάλη επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο (ταξίδια στο Διάστημα, ζωή σε άλλους πλανήτες): θρίλερ/ιστορία/μυθιστόρημα/περιπέτεια/σειρά/ταινία ~ής ~ας.|| (μτφ.) Πριν από λίγα χρόνια η νανοϊατρική ανήκε στη σφαίρα της ~ής ~ας. Με σενάριο ~ής ~ας μοιάζει η συγχώνευση των δύο τραπεζών. [< αγγλ. science fiction, 1898] , επιστημονικό πάρκο: κέντρο όπου διεξάγεται πρωτογενής έρευνα στις σύγχρονες επιστήμες και τεχνολογίες, χρηματοδοτούμενο κυρ. από επιχειρήσεις και σε συνεργασία με κάποιο πανεπιστήμιο: τεχνολογικά και ~ά ~α. [< αγγλ. science park] , διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο βλ. λεξιλόγιο [< αρχ. ἐπιστημονικός, γαλλ. scientifique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ