Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [18820-18840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17932επισμηναγός[ἐπισμηναγός] ε-πι-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον σμηναγό και κατώτερος από τον αντισμήναρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. πλωτ-, ταγματ-άρχης.
17933επισμηνίας[ἐπισμηνίας] ε-πι-σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον σμηνία και κατώτερος από τον αρχισμηνία κατά έναν βαθμό. Βλ. επικελευστής, επιλοχίας.
17934επισπεύδω[ἐπισπεύδω] ε-πι-σπεύ-δω ρ. (μτβ.) {επέσπευ-σα, επισπεύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, επισπεύδ-οντας, λόγ. μτχ. -ων} (απαιτ. λεξιλόγ.): πραγματοποιώ κάτι ή προσπαθώ να το κάνω πιο σύντομα από το κανονικό ή το προγραμματισμένο: ~ το ραντεβού. Η κυβέρνηση ~ει τις αλλαγές που σχεδιάζει. ~σα τις διαδικασίες. Ο πρωθυπουργός ~σε την κατάθεση του νομοσχεδίου. Η θεραπεία έχει στόχο να ~σει την ανάρρωση. ~ονται οι εξελίξεις/εργασίες. ~σθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης. ΣΥΝ. επιταχύνω (2), συντομεύω (2) ΑΝΤ. βραδύνω (1), καθυστερώ (1), τρενάρω ● Μτχ.: επισπεύδων , ουσα, ον: ΝΟΜ. που κινεί τη διαδικασία (του πλειστηριασμού): ~ων: δανειστής. ~ουσα: τράπεζα.|| ~ον: ίδρυμα (= συντονιστικό). [< γαλλ. requérant, demandeur] [< αρχ. ἐπισπεύδω]
17935επίσπευση[ἐπίσπευση] ε-πί-σπευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αύξηση του ρυθμού, εντατικοποίηση: ~ των διαδικασιών/των επενδύσεων/των εργασιών/των μεταρρυθμίσεων/των μέτρων/του ρυθμού (υλοποίησης των έργων). Ανάγκη ~ης των έργων υποδομής. ΣΥΝ. επιτάχυνση.|| (ΝΟΜ.) ~ αναγκαστικής εκτέλεσης (από ανέγγυο πιστωτή). ΑΝΤ. καθυστέρηση (1), τρενάρισμα [< μεσν. ἐπίσπευσις]
17936επιστάμενος[ἐπιστάμενος] ε-πι-στά-με-νος επίθ. {θηλ. επισταμέν-η} (απαιτ. λεξιλόγ.): που γίνεται με μεγάλη προσοχή, φροντίδα και σε βάθος: ~η: ανάλυση/ενημέρωση/εξέταση/έρευνα/ματιά/μελέτη/παρακολούθηση/παρατήρηση/προσπάθεια. ~οι: έλεγχοι (συνήθ. καταχρ. επισταμένοι). Πβ. αναλυτ-, προσεκτ-ικός, εμπεριστατωμένος, ενδελεχής, λεπτομερής. ● επίρρ.: επισταμένως (λόγ.) & (προφ.) επισταμένα [< αρχ. ἐπιστάμενος]
17937επίσταξη[ἐπίσταξη] ε-πί-στα-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ρινορραγία: υποτροπιάζουσα ~. Βλ. απόφραξη. [< αρχ. ἐπίσταξις, γαλλ. épistaxis]
17938επιστασία[ἐπιστασία] ε-πι-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} το έργο του επιστάτη και γενικότ. επίβλεψη ομαδικού έργου· συνεκδ. γραφείο, κτίριο όπου στεγάζεται το αντίστοιχο τμήμα εταιρείας ή υπηρεσίας: γενική/οικονομική ~. ~ κατασκευαστικών/οικοδομικών έργων. Συντονισμός και ~ των εργατών. Προσωπικό ~ας. Γραφείο ~ας (π.χ. σε νοσοκομείο). Βλ. αυτ~.|| Με/υπό την (υψηλή) ~ του (πατριαρχείου/πρωθυπουργού). Πβ. επιτήρηση, εποπτεία. 2. ΝΑΥΤ. τομέας εργασίας σε πλοίο και οι εργαζόμενοι σε αυτόν, οι οποίοι φροντίζουν για την ομαλή του λειτουργία: ~ γενικών υπηρεσιών/γέφυρας-καταστρώματος/μηχανής. Επικεφαλής και στις τρεις ~ες βρίσκεται ο πλοίαρχος. ● ΦΡ.: Ιερά Eπιστασία (του Aγίου Όρους): ΕΚΚΛΗΣ. τετραμελής επιτροπή που ασκεί την εκτελεστική εξουσία στο Άγιον Όρος. [< μτγν. ἐπιστασία ‘εξουσία’]
17939επιστάτης[ἐπιστάτης] ε-πι-στά-της ουσ. (αρσ.) {επιστατ-ών} , επιστάτρια (η): εργαζόμενος υπεύθυνος για την επίβλεψη εκτέλεσης ομαδικού έργου· υπάλληλος με γενικά καθήκοντα φύλαξης χώρου, κτιρίου: ~ ανθρακωρυχείoυ/οικοδομών. ~ες καθαριότητας. Πβ. αρχιεργάτης, επόπτης.|| ~ της βίλας/του κτήματος/του μουσείου/του ναού/του σχολείου. Πβ. φύλακας. [< αρχ. ἐπιστάτης]
17940επιστατώ[ἐπιστατῶ] ε-πι-στα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιστατ-εί ... | επιστάτ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): εκτελώ χρέη επιστάτη: ~εί (αυτοπροσώπως/προσωπικά) την εφαρμογή των νόμων/την πρόοδο των εργασιών/τις προσπάθειες πυρόσβεσης. Αρχαιολόγος που ~εί στις ανασκαφές. Ο εκπαιδευτικός συντονίζει και ~εί στη μαθησιακή διαδικασία. Πβ. επιβλέπω, επιτηρώ, εποπτεύω. [< αρχ. ἐπιστατῶ]
17941επιστεγάζω[ἐπιστεγάζω] ε-πι-στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {επιστέγα-σε, -στηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ολοκληρώνω, κορυφώνω (προσπάθεια, διαδικασία): Η ευτυχία τους ~στηκε με τη γέννηση των διδύμων. Η κυριαρχία των γηπεδούχων ~στηκε με γκολ. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να ~στούν με την υπογραφή συμφωνίας. Πβ. επισφραγίζω. 2. (σπάν.) σκεπάζω με στέγη, στεγάζω: Ο σκελετός ~στηκε με μεταλλικό στέγαστρο. Το προστώο της κεντρικής εισόδου ~στηκε με αέτωμα. [< 2: αρχ. ἐπιστεγάζω]
17942επιστέγαση[ἐπιστέγαση] ε-πι-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κάλυψη με στέγη· συνεκδ. το ίδιο το στέγαστρο: ~ του ανοιχτού κολυμβητηρίου/της αυλής. ~ με κεραμίδια. Λαμαρίνες ~ης. Οι πλάκες της ~ης.|| Ξύλινη/χάλκινη ~. Πβ. στέγη. 2. (μτφ.) ολοκλήρωση, κορύφωση: Η κατάκτηση του μεταλλίου ήταν η ~ πολύχρονων προσπαθειών. Πβ. επιστέγασμα, επισφράγιση.
17943επιστέγασμα[ἐπιστέγασμα] ε-πι-στέ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {επιστεγάσμ-ατος} (λόγ.) 1. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ενέργεια, γεγονός, έκβαση που ολοκληρώνει προσπάθεια, διαδικασία: θεσμικό/ιδεολογικό ~. ~ μιας πετυχημένης πορείας. Το ~ των συνομιλιών ήταν η υπογραφή πρωτοκόλλου. Το χρυσό μετάλλιο ήταν το/η διάκριση ήρθε ως ~ των προσπαθειών μας. Πβ. επιστέγαση, επισφράγισμα, κορωνίδα. 2. στέγαστρο: ~ατα σε κλειστούς ή ημίκλειστους χώρους. Πβ. στέγη.
17944επίστεγο[ἐπίστεγο] ε-πί-στε-γο ουσ. (ουδ.) {επιστέγ-ου}: ΝΑΥΤ. υπερκατασκευή σε όλο το πλάτος της οπίσθιας γέφυρας του πλοίου. Βλ. πρόστεγο. [< πβ. μτγν. ἐπίστεγον (οἴκημα)]
17945επίστεψη[ἐπίστεψη] ε-πί-στε-ψη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. απόληξη άνω τμήματος κτίσματος, αρχιτεκτονικού μέλους ή αντικειμένου: ~ ερμαρίου/τέμπλου. Επιτύμβια στήλη με αετωματική/ανθεμωτή ~.|| (σε σημαία) Κοντάρι με ~ σταυρό. [< γαλλ. couronnement]
17946επιστήθιος, α, ο [ἐπιστήθιος] ε-πι-στή-θι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ αγαπητός, στενός: ~ος: φίλος. Πβ. αδελφικός, καρδιακός. 2. που φοριέται στο στήθος: ~ος: σταυρός.|| (ως ουσ.) Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επιστήθιο όπλισης: τμήμα στολής για υποβρύχιο ψάρεμα στο οποίο ακουμπά το ψαροντούφεκο για να οπλίσει. [< μτγν. ἐπιστήθιος]
17947επιστήμη[ἐπιστήμη] ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.) {επιστημ-ών}: σύνολο τεκμηριωμένων και ταξινομημένων γνώσεων που αποκτήθηκαν με έρευνα του επιστητού βάσει αντικειμενικών μεθόδων (π.χ. πείραμα)· καθένας από τους κλάδους στους οποίους διαιρούνται οι γνώσεις αυτές, σύμφωνα με το αντικείμενό τους ή (περιληπτ.) όλοι οι κλάδοι μαζί: καθαρή (: χωρίς πρακτική εφαρμογή)/πειραματική/σύγχρονη ~. ~ και ηθική/θρησκεία/τέχνη. Τα επιτεύγματα/η πρόοδος της ~ης. Σήμερα η ~ κάνει θαύματα. Η ~ σηκώνει ψηλά τα χέρια. Τι λέει η ~ (= οι επιστήμονες) σχετικά με ...;|| Η φιλοσοφία της ~ης. Μαθηματική (= Μαθηματικά)/Νομική (= Νομικά) ~ . Η ~ της Γλωσσολογίας/της Φιλοσοφίας. Τεχνολογία και εφαρμοσμένες ~ες. Αρχές/κανόνες/η ορολογία της ~ης της Ιστορίας (βλ. επιστημολογία). Υπηρέτησε την ~ του με ήθος. Βλ. γεω-, νανο-, νευρο-επιστήμες, παρα~, τεχνο~, ψευδο~.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ του πολέμου. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικές επιστήμες: βιοεπιστήμες., επιστήμες της ζωής: το σύνολο των επιστημών που μελετούν τους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. ανθρωπο-, ζωο-, κοινωνιο-λογία, βιοεπιστήμες. [< αγγλ. life sciences, 1941] , ανθρωπιστικές επιστήμες βλ. ανθρωπιστικός, γνωστική/γνωσιακή επιστήμη βλ. γνωστικός1, Επιστήμη του Δικαίου βλ. δίκαιο, επιστήμη των υλικών βλ. υλικό, Επιστήμη των Υπολογιστών βλ. υπολογιστής, εφαρμοσμένες επιστήμες βλ. εφαρμοσμένος, θετικές επιστήμες βλ. θετικός, θεωρητικές επιστήμες βλ. θεωρητικός, κοινωνικές επιστήμες βλ. κοινωνικός, οικονομικές επιστήμες βλ. οικονομικός, πολιτικές επιστήμες βλ. πολιτικός, τεχνολογικές επιστήμες βλ. τεχνολογικός, υπολογιστική επιστήμη βλ. υπολογιστικός, φυσικές επιστήμες βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ανάγω (κάτι) σε επιστήμη βλ. ανάγω [< αρχ. ἐπιστήμη ‘γνώση, επιστημονική γνώση’, γαλλ.-αγγλ. science, πβ. γαλλ. épistémè, περ. 1965]
21723Επιστήμη

, ή, ό [ἱστορικός] ι-στο-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ιστορία ως βιωμένο, πραγματικό παρελθόν ή ως επιστήμη: ~ός: λόγος/ρόλος/χρόνος. ~ή: αλήθεια/αναδρομή/ανακρίβεια/ανάλυση/ανασκόπηση/αξία/αποτίμηση/αφήγηση/βιβλιοθήκη/γνώση/διαδρομή/εμπειρία/εξέλιξη/επέτειος/έρευνα/θεώρηση/κληρονομιά/μαρτυρία/μέθοδος/μελέτη/μνήμη/παραχάραξη/περίοδος/πορεία/πραγματικότητα/σκέψη/συγκυρία/συνείδηση/συνέχεια/τάση/ταυτότητα/ύπαρξη. ~ό: αρχείο/αφιέρωμα/βιβλίο/κείμενο/λεύκωμα/μουσείο/τεκμήριο. ~ές: αναφορές/έννοιες/περιπέτειες/πηγές/σπουδές/συνθήκες. ~ά: δεδομένα/στοιχεία. Βλ. αντι~, προϊστορικός. 2. πολύ σημαντικός, που μένει στην ιστορία: ~ός: ηγέτης. ~ή: απόφαση/δίκη/ευκαιρία/μάχη/νίκη/συμφωνία/συνάντηση/συνεργασία/φράση/φυσιογνωμία. ~ό: επίπεδο/ρεκόρ. ~ή χαρακτήρισε τη σημερινή μέρα ο ... Γεγονός ~ής σημασίας. Πβ. αξιομνημόνευτος. Βλ. κοσμοϊστορικός. 3. που συνδέεται με σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος ή που έχει μακρόχρονη ιστορία, γι' αυτό και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ~ός: οικισμός/τόπος/χώρος. ~ή: γέφυρα/έδρα (δήμου)/οικογένεια/πόλη. ~ό: κειμήλιο/κτίριο/μνημείο. 4. που απεικονίζει, περιγράφει ή αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα ή σε μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος: (ΦΙΛΟΛ.) ~ή: λογοτεχνία. ~ό: δράμα/έπος/μυθιστόρημα. ~ά: δημοτικά τραγούδια. ~ή αναπαράσταση μιας εποχής.|| ~ή: ταινία. ~ό: ντοκιμαντέρ. 5. που πραγματικά υπήρξε ή συνέβη στο παρελθόν, σε αντιδιαστολή με πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει στον μύθο ή τη θρησκευτική παράδοση: ο ~ Ιησούς. Η ~ή Τροία. Πβ. θρυλ-, πραγματ-ικός, υπαρκτός. ANT. μυθ-, μυθολογ-ικός, πλαστός, φανταστικός. 6. (συνήθ. για επιστήμη) που εξετάζει κάποιο φαινόμενο στην εξέλιξή του μέσα στον χρόνο ή λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εμφανίστηκε: ~ή: ανθρωπολογία/γεωγραφία/γεωλογία/γλωσσολογία/γραμματική/δημογραφία/κοινωνιολογία/χαρτογραφία. Πολιτισμική-~ή ψυχολογία. ~ό: λεξικό. Πβ. διαχρονικός. ANT. συγχρονικός. Βλ. αν~.|| ~ή: γραφή/ορθογραφία (: με βάση την ετυμολογική προέλευση των λέξεων). ● επίρρ.: ιστορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορική στιγμή 1. (ιστορικό) ορόσημο: Η ανανέωση της συμφωνίας αποτελεί/είναι/σηματοδοτεί αναμφίβολα μία μεγάλη ~ ~. Η αποστολή έζησε ~ές ~ές. 2. (γενικότ.) χρονική περίσταση, συγκυρία: δύσκολη/κρίσιμη ~ ~. Σε δεδομένη/συγκεκριμένη ~ ~. H διακοπή των διαπραγματεύσεων αποφασίστηκε την πιο ακατάλληλη ~ ~., ιστορικοί χρόνοι 1. η περίοδος για την οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες, σε αντιδιαστολή με τους προϊστορικούς χρόνους: Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή ανάγονται στους πρώιμους/πρώτους ~ούς ~ους. ΣΥΝ. ιστορία (6) 2. ΓΡΑΜΜ. οι χρόνοι του ρήματος που αναφέρονται στο παρελθόν, ο παρατατικός, ο αόριστος και ο υπερσυντέλικος. ΑΝΤ. αρκτικοί χρόνοι, ιστορικό κέντρο βλ. κέντρο, ιστορικός ενεστώτας βλ. ενεστώτας, ιστορικός υλισμός βλ. υλισμός [< 1,2: αρχ. ἱστορικός 3,4,5,6: γαλλ. historique, γερμ. historisch, αγγλ. historic(al)]

17948επιστημικός, ή, ό [ἐπιστημικός] ε-πι-στη-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επιστημική τροπικότητα: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικά στοιχεία ή δομές με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει τον βαθμό βεβαιότητάς του γι’ αυτό που λέει: π.χ. Μάλλον είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Βλ. δεοντική τροπικότητα. [< αγγλ. epistemic, 1922]
17949επιστημολογία[ἐπιστημολογία] ε-πι-στη-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΦΙΛΟΣ. κλάδος της φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο την προέλευση, τη φύση και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης: γενετική/διδακτική/θετικιστική/παιδαγωγική ~. ~ των Μαθηματικών/της Ψυχολογίας. ~ των κοινωνικών/φυσικών επιστημών. Πβ. γνωσιολογία. Βλ. -λογία. [< γερμ. Wissenschaftstheorie, αγγλ. epistemology, γαλλ. épistémologie, 1901]
17950επιστημολογικός, ή, ό [ἐπιστημολογικός] ε-πι-στη-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την επιστημολογία: ~ός: προβληματισμός. ~ή: διάκριση/έρευνα/θεώρηση. ~ό: πλαίσιο/υπόβαθρο. ~ές: αρχές. ~ά: ζητήματα. ~ή και μεθοδολογική ανάλυση. ● επίρρ.: επιστημολογικά [< αγγλ. epistemological, γαλλ. épistémologique, πριν από το 1908]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.