| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17954 | επιστημονικότητα | [ἐπιστημονικότητα] ε-πι-στη-μο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιστημονικού: η ~ της ανάλυσης/των απόψεων/του άρθρου/της έρευνας/της θεωρίας/της μεθοδολογίας. ~ και ακρίβεια/εγκυρότητα. Εχέγγυα/κριτήρια ~ας. Επίφαση ~ας. Βλ. δι~, πολυ~, -ότητα. [< γαλλ. scientificité, περ. 1968] | |
| 17955 | επιστημονικοφάνεια | [ἐπιστημονικοφάνεια] ε-πι-στη-μο-νι-κο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του επιστημονικοφανούς: θέλει να προσδώσει ~ στο έργο του. | |
| 17956 | επιστημονικοφανής | , ής, ές [ἐπιστημονικοφανής] ε-πι-στη-μο-νι-κο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει επιστημονικός, ενώ δεν είναι: ~ής: λόγος. ~ής: ανάλυση/ορολογία/προπαγάνδα. ~ές: λεξιλόγιο/προσωπείο/ύφος. ~είς: αποδείξεις/απόψεις/θεωρίες. ~ή: επιχειρήματα. Βλ. -φανής. | |
| 17957 | επιστημονισμός | [ἐπιστημονισμός] ε-πι-στη-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση και η επιστήμη είναι οι ανώτερες αξίες καθώς και η άποψη ότι οι μέθοδοι των φυσικών και εμπειρικών επιστημών πρέπει να εφαρμόζονται και στις ανθρωπιστικές επιστήμες: ακραίος/άκρατος ~. Βλ. θετικισμός, -ισμός. [< αγγλ. scientism, γαλλ. scientisme, 1911] | |
| 17958 | επιστημοσύνη | [ἐπιστημοσύνη] ε-πι-στη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επιστημονική γνώση και κατάρτιση: κείμενα γραμμένα με ~. Βλ. πολυμάθεια, τεχνογνωσία, -οσύνη. [< μτγν. ἐπιστημοσύνη ‘γνώση’] | |
| 17959 | επιστήσω | βλ. εφιστώ | |
| 17960 | επιστητό | [ἐπιστητό] ε-πι-στη-τό ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος και να μελετήσει επιστημονικά: κλάδοι/περιοχές/τομείς του ~ού. ● ΦΡ.: επί παντός (του) επιστητού: (λόγ.-συχνά ειρων.) για κάθε θέμα: αναλύσεις/απόψεις/δηλώσεις/κριτική/φλυαρίες ~ ~. Έχει γνώμη ~ ~. Μιλούν/συζητούν ~ ~. Εμφανίζονται ως ειδικοί ~ ~ (βλ. πανεπιστήμων, παντογνώστης). [< αρχ. ἐπιστητός, ουδ. ἐπιστητόν ‘επιστημονικό αντικείμενο’] | |
| 17961 | επιστολή | [ἐπιστολή] ε-πι-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. γραπτό κείμενο που απευθύνεται σε παραλήπτη (πρόσωπο ή οργανισμό) και συνήθ. αποστέλλεται τοποθετημένο μέσα σε φάκελο: ανώνυμη/απαντητική/απειλητική/διορθωτική/ενυπόγραφη/επίσημη/ερωτική/ευχαριστήρια/ομαδική/πολυσέλιδη/προειδοποιητική/προσωπική/συγχαρητήρια/συλλυπητήρια/τυπική ~. Απλή/(κατ)επείγουσα/συστημένη ~ (: μέσω ταχυδρομείου). ~ διαμαρτυρίας/παραίτησης. ~ πωλήσεων (: σε πιθανούς αγοραστές). ~-καταγγελία. Σύνταξη/σχέδιο/υπόδειγμα ~ής. Κοινοποίηση ~ής. ~ές αναγνωστών (: συνήθ. σε εφημερίδες και περιοδικά). Το απόρρητο των ~ών. Πβ. γράμμα. 2. πραγματεία με συμβουλευτικό, παραινετικό χαρακτήρα: οι ~ές του αποστόλου Παύλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή επιστολή & ανοιχτό γράμμα: κείμενο που δημοσιεύεται στον Τύπο, απευθύνεται κυρ. σε δημόσιο πρόσωπο ή επίσημο φορέα και συνήθ. ασκεί κριτική ενώπιον της κοινής γνώμης: ~ ~ πολιτών. ~ ~ προς τον Πρωθυπουργό., εγκύκλιος επιστολή: ΕΚΚΛΗΣ. που αποστέλλεται από συνόδους ή επισκόπους προς τον κλήρο., συνοδευτική επιστολή: που συνοδεύει βιογραφικό σημείωμα: πρότυπο ~ής ~ής. [< αγγλ. cover/covering letter] , συστατική επιστολή: που αποστέλλεται σε πανεπιστήμιο ή εργοδότη, για να επιβεβαιωθεί η αξία, η ικανότητα και γενικότ. τα προσόντα υποψηφίου: ~ ~ (καθηγητή) για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. [< αρχ. συστατική ἐπιστολή, γαλλ. lettre de recommandation] , εγγυητική επιστολή βλ. εγγυητικός [< αρχ. ἐπιστολή, γαλλ. lettre, αγγλ. letter] | |
| 17962 | επιστολικός | , ή, ό [ἐπιστολικός] ε-πι-στο-λι-κός επίθ.: που έχει μορφή επιστολής ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: επικοινωνία/λογοτεχνία/νουβέλα/ψήφος. ~ό: δοκίμιο/μυθιστόρημα. ~ά: κείμενα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Συλλογή ~ών δελταρίων. Πβ. επιστολιμαίος. [< μτγν. ἐπιστολικός, γαλλ. épistolaire] | |
| 17963 | επιστολιμαίος | , α, ο [ἐπιστολιμαῖος] ε-πι-στο-λι-μαί-ος επίθ. (λόγ.): επιστολικός: ~ος: λόγος. ~α: διατριβή. ~ο: μυθιστόρημα. [< αρχ. ἐπιστολιμαῖος] | |
| 17964 | επιστολογραφία | [ἐπιστολογραφία] ε-πι-στο-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνταξη και ανταλλαγή επιστολών: καθημερινή/τακτική ~. Οδηγός ~ας (: βιβλίο με υποδείγματα γραφής). Πβ. αλληλογραφία. 2. το σύνολο των επιστολών κάποιου: δημόσια/ερωτική ~. Η ~ του πρωθυπουργού/συγγραφέα. 3. ΦΙΛΟΛ. η τέχνη και πρακτική της σύνταξης επιστολών: βυζαντινή/εκκλησιαστική/νεοελληνική ~. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. épistolographie, αγγλ. epistolography] | |
| 17965 | επιστολογράφος | [ἐπιστολογράφος] ε-πι-στο-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): συντάκτης επιστολής: ανώνυμος/τακτικός ~. Οι αναγνώστες και ~οι του περιοδικού. Τα ονόματα/τα στοιχεία των ~ων είναι στη διάθεση της εφημερίδας. Πβ. αλληλογράφος. Βλ. -γράφος. [< μτγν. ἐπιστολογράφος ‘γραφέας, γραμματέας’] | |
| 17966 | επιστολόχαρτο | [ἐπιστολόχαρτο] ε-πι-στο-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): χαρτί που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή επιστολής: επίσημο ~. ~ της Βουλής/της Πρυτανείας/του συλλόγου. Εταιρικά ~α και επαγγελματικές κάρτες. ~α και φάκελοι αλληλογραφίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δημιουργία ~ου (για εξερχόμενα μηνύματα). Βλ. -χαρτο. | |
| 17967 | επιστόμιο | [ἐπιστόμιο] ε-πι-στό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. εξάρτημα στην άκρη διαφόρων αντικειμένων το οποίο έρχεται σε επαφή με το στόμα: πλαστικό ~. ~ σιλικόνης. ~ σαξόφωνου/τρομπέτας. Αναπνευστήρας με μαλακό ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Χρυσό ~ (: έλασμα που τοποθετούσαν στο στόμα του νεκρού). 2. (σπάν.) πώμα δοχείου ή σωλήνα: ~ φιάλης. 3. (σπάν.) μεταλλικό εξάρτημα γύρω από το άνοιγμα κλειδαρότρυπας: ατσάλινα ~α κλειδαριών. [< 1: μτγν. ἐπιστόμιον] | |
| 17968 | επιστραγαλίδα | [ἐπιστραγαλίδα] ε-πι-στρα-γα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ορθοπαιδικό προϊόν που προστατεύει τον αστράγαλο: αυτοκόλλητη ~. ~ σιλικόνης. ~ με άνοιγμα στα δάχτυλα/στη φτέρνα. Βλ. επιαγκωνίδα, επιγονατίδα, επικαλαμίδα. | |
| 17969 | επιστράτευση | [ἐπιστράτευση] ε-πι-στρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία με την οποία καλούνται από τον στρατό, συγκεντρώνονται, οργανώνονται και τίθενται σε ετοιμότητα οι στρατεύσιμες ηλικίες, για να συμμετάσχουν σε πόλεμο ή σε ασκήσεις σε περίοδο ειρήνης: γενική/μερική ~. ~ των ενόπλων δυνάμεων/εφέδρων. Μονάδα/σχέδιο ~ης. Σε κατάσταση ~ης. Η χώρα καλεί σε/έκανε/κήρυξε ~ (πβ. επιστρατεύω). ΑΝΤ. αποστράτευση (2) 2. (μτφ.) κινητοποίηση και χρήση διαθέσιμου μέσου για την εκπλήρωση σκοπού ή την αντιμετώπιση κατάστασης: η ~ των αισθήσεων/της φαντασίας. ~ των δεξιοτήτων/δυνάμεών/ικανοτήτων μας. Παιχνίδια που απαιτούν ~ σκέψης και λογικής. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική επιστράτευση & (σπανιότ.) πολιτική επίταξη: (από την κυβέρνηση) υποχρέωση παροχής προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε καιρό ειρήνης· ειδικότ. εξαναγκασμός των απεργών να επιστρέψουν στην εργασία τους: καθεστώς ~ής ~ης. Η άρση/το μέτρο της ~ής ~ής. [< πβ. αρχ. ἐπιστράτευσις ‘εκστρατεία’] | |
| 17970 | επιστρατεύω | [ἐπιστρατεύω] ε-πι-στρα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {επιστράτευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, -οντας} 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ διαθέσιμα μέσα ή ανθρώπινο δυναμικό για την επίτευξη στόχου ή την αντιμετώπιση μιας κατάστασης: ~ τις γνώσεις/τη διπλωματία/τις δυνάμεις/την εφευρετικότητά/το κουράγιο/τη φαντασία μου. ~σαμε όλη την ευγένειά μας/τη θέλησή μας/την προσοχή μας. Η δικαιολογία/το επιχείρημα που ~τηκε ... Φιλόδοξη παραγωγή για την οποία ~τηκαν οι σημαντικότεροι συνθέτες και τραγουδιστές.|| ~τηκαν επίγειες και εναέριες δυνάμεις για την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Για την ομαλή διεξαγωγή του ματς θα ~θούν χίλιοι αστυνομικοί. 2. (για την κυβέρνηση) εξαναγκάζω απεργούς να επιστρέψουν στην εργασία τους. 3. (σε καιρό πολέμου ή για ασκήσεις σε περίοδο ειρήνης) καλώ σε επιστράτευση: ~τηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό/ως λοχίας Υγειονομικού. ΑΝΤ. αποστρατεύω (3) [< πβ. αρχ. ἐπιστρατεύω ‘εκστρατεύω’, γαλλ. mobiliser] | |
| 17971 | επίστρατος | [ἐπίστρατος] ε-πί-στρα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -άτου}: ΣΤΡΑΤ. έφεδρος που μπορεί να επιστρατευτεί: άσκηση με συμμετοχή ~άτων. Τον κάλεσαν ως ~ο.|| (ως επίθ.) ~ος: οπλίτης. [< γαλλ. mobilisable] | |
| 17972 | επιστρεπτέος | , α, ο [ἐπιστρεπτέος] ε-πι-στρε-πτέ-ος επίθ. (επίσ.): που επιστρέφεται υποχρεωτικά: ~ φόρος. ~έα: προκαταβολή.~ο: ποσό. Μη ~ες επιδοτήσεις. [< μτγν. ἐπιστρεπτέον] | |
| 17973 | επιστρέφω | [ἐπιστρέφω] ε-πι-στρέ-φω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {επέστρε-ψε, επιστρέ-ψει, επιστρά-φηκε (λόγ.) επεστρά-φη, -φησαν, επιστρα-φεί, επιστρεφ-όμενος, -οντας} 1. πηγαίνω στο μέρος από το οποίο είχα φύγει· ξαναγυρίζω στον αποστολέα· επανέρχομαι σε προηγούμενη κατάσταση, θέση, δραστηριότητα· συζητώ, εξετάζω ή αναφέρομαι ξανά: Πότε ~εις στη δουλειά/στην Ελλάδα/στο σπίτι; Μόλις ~ψαμε (= γυρίσαμε, ήρθαμε) από τις διακοπές. Θα ~ψει σε μια βδομάδα/την Τρίτη. ~ψα από τον ίδιο δρόμο/με τα πόδια. Έφυγε και δεν ~ψε ποτέ. Οι πρόσφυγες ~ψαν στις εστίες τους. ~ψαμε στη γενέτειρά μας (πβ. επαναπατρίζομαι, παλιννοστώ· ΑΝΤ. αποδημώ, ξενιτεύομαι). Πβ. επανακάμπτω.|| Η επιστολή ~ψε ανεπίδοτη.|| (μτφ.) Ο δολοφόνος ~ει (πάντα) στον τόπο του εγκλήματος. Στα παλιά του λημέρια (ενν. ομάδα) ~ψε ο διεθνής άσος. Η γνωστή ηθοποιός ~ει στη μικρή οθόνη με νέο σίριαλ. ~ψε στην ενεργό δράση μετά από απουσία εννέα μηνών/στις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Πατήστε εδώ, για να ~ψετε στην προηγούμενη ιστοσελίδα.|| Ας ~ψουμε (= επανέλθουμε) στο κύριο θέμα του άρθρου. 2. δίνω ή στέλνω κάτι πίσω σε αυτόν που του ανήκει ή στον αποστολέα, συνήθ. επειδή δεν το χρειάζομαι (πια) ή ως ακατάλληλο: Μου το ~εις μόλις το τελειώσεις (ενν. το βιβλίο). Η γραμματεία ~ει τα δικαιολογητικά των υποψηφίων που δεν έγιναν δεκτοί. Δεν μου ~ψε ακόμη τα δανεικά. Σε περίπτωση ακύρωσης της συμμετοχής η προκαταβολή δεν ~εται. Το πορτοφόλι ~φηκε στον κάτοχό του. Η έκθεση ~φη από την Εισαγγελία Εφετών ως μη σύννομη. Τα χρήματα θα σας ~φούν εντός τριάντα ημερών. (Μη) ~όμενα: αναλώσιμα/μπουκάλια (βλ. ανακύκλωση).|| (ως απάντηση σε προσβολή:) Σου ~ τον χαρακτηρισμό (= στον ανταποδίδω).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~όμενη: τιμή (: η τιμή μεταβλητής που μεταφέρεται από την υπορουτίνα στο κύριο πρόγραμμα). ● ΦΡ.: επανέρχομαι/επιστρέφω δριμύτερος βλ. δριμύς, ξανακάθομαι/ξαναγυρίζω/επιστρέφω στα θρανία βλ. θρανίο [< 1: μτγν. ἐπιστρέφω, αγγλ. return] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ