Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18860-18880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
17974επιστρέψιμος, η, ο [ἐπιστρέψιμος] ε-πι-στρέ-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να επιστραφεί: (μη) ~η: εγγύηση/προκαταβολή/τιμή κράτησης/χρέωση. ~ο: τέλος. ~α: κεφάλαια. [< αγγλ. returnable]
17975επιστρεψιμότητα[ἐπιστρεψιμότητα] ε-πι-στρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιστρέψιμου: η ~ του ηλεκτρονικού χρήματος. [< αγγλ. returnability, 1920]
17976επιστροφή[ἐπιστροφή] ε-πι-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. πηγαιμός στο αρχικό σημείο αναχώρησης· μετάβαση σε προγενέστερη κατάσταση, θέση, δραστηριότητα: ~ από διακοπές/ταξίδι. Η ~ του ξενιτεμένου. ~ των προσφύγων στις εστίες/στα σπίτια τους. Ασφαλής/ομαλή/υποχρεωτική ~ αεροσκάφους. ~ μέσω της εθνικής (οδού). Η ώρα της ~ής. Άρχισε/συνεχίζεται/χωρίς προβλήματα η ~ των εκδρομέων του Πάσχα. Καθυστερήσαμε στην ~ (= στον γυρισμό). Πβ. επάνοδος, ερχομός.|| (ΑΘΛ., συνήθ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ:) Αργές/γρήγορες ~ές (: των παικτών στην άμυνα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ στην αρχική/προηγούμενη ιστοσελίδα. Πλήκτρο ~ής (: στο πληκτρολόγιο).|| (μτφ.) ~ (των μαθητών) στα θρανία. Η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων στη γενέτειρά τους (ενν. στην Ελλάδα). ~ στο παρελθόν/στις ρίζες/στη φύση. ~ στην πολιτική/στο τραγούδι. ~ από την κόλαση. Η ~ του ασώτου υιού. 2. εκ νέου παράδοση, αποστολή αντικειμένου στον ιδιοκτήτη, τον αποστολέα ή προϊόντος στον παραγωγό, κυρ. επειδή δεν χρησιμοποιείται πλέον ή κρίθηκε ακατάλληλο: καθυστερημένη/ολική ~. ~ των βιβλίων στη δανειστική βιβλιοθήκη. ~ εξόδων (συμμετοχής)/κλοπιμαίων/περιουσιών (βλ. αποζημίωση)/ποσού/προκαταβολής/τελών/φόρου (= απόδοση). Το κόστος ~ής του εμπορεύματος. Πολιτική ~ών της εταιρείας (π.χ. για ελαττωματικά προϊόντα). Ο πελάτης δεν δικαιούται ~ χρημάτων.|| (συνεκδ. στον πληθ.) ~ές γίνονται δεκτές μέσα σε τρεις μέρες από την αποστολή .|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τιμή ~ής (= επιστρεφόμενη). ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια επιστροφή βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: (ο) δρόμος (της) επιστροφής βλ. δρόμος, δρόμος χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. δρόμος, εισιτήριο μετ' επιστροφής/με επιστροφή βλ. εισιτήριο, ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. ταξίδι [<  1: αρχ. ἐπιστροφή, αγγλ. return]
17977επίστρωμα[ἐπίστρωμα] ε-πί-στρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. στρώμα υλικού που καλύπτει επιφάνεια: ανθεκτικό/ελαστικό/μαλακό/πλαστικό/σκληρό/χρυσό ~. ~ βαφής. 2. προστατευτικό κάλυμμα στρώματος: αδιάβροχο/καπιτονέ/υπέρδιπλο ~. [< μεσν. επίστρωμα]
17978επιστρώνω[ἐπιστρώνω] ε-πι-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {επίστρω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, επιστρών-οντας, κυρ. μεσοπαθ.} : καλύπτω επιφάνεια με στρώμα συγκεκριμένου υλικού: Το δάπεδο θα ~θεί με πλάκες/σκυρόδεμα. ~μένος: χάλυβας. Πβ. επικαλύπτω. [< μεσν. επιστρώνω]
17979επίστρωση[ἐπίστρωση] ε-πί-στρω-ση ουσ. (θηλ.): κάλυψη επιφάνειας με στρώμα συγκεκριμένου υλικού· συνεκδ. το ίδιο το υλικό: ~ με βερνίκι. ~ του δρόμου με τσιμέντο/χαλίκι (πβ. οδοστρωσία). Υλικά ~ης δαπέδων/τοίχων. ~ώσεις εξωτερικών χώρων. Πβ. στρώσιμο.|| Ακρυλική/ανακλαστική/ασφαλτική/εποξειδική/κεραμική/μαλακή/μεταλλική/μονωτική/μοριακή/προστατευτική ~. ~ αλουμινίου/κόλλας. Ρολόι με ~ χρυσού. Σωλήνας με ~ χρωμίου. Σκεύος με ~ από τεφλόν. (ΖΑΧΑΡ.) ~ώσεις από σοκολάτα. Πβ. στρώση. ΣΥΝ. επικάλυψη (1) [< γαλλ. enrobage]
17980επιστύλιο[ἐπιστύλιο] ε-πι-στύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {επιστυλί-ου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του θριγκού που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τους κίονες: δωρικό/ιωνικό ~. Το ~ της πρόσοψης. Βλ. ζωφόρος. 2. ΑΡΧΙΤ. το άνω τμήμα του τέμπλου: μαρμάρινο/ξύλινο ~. [< μτγν. ἐπιστύλιον]
17981επιστύλιος, α, ο [ἐπιστύλιος] ε-πι-στύ-λι-ος επίθ. (λόγ.): που είναι τοποθετημένος σε στύλο: ~οι: κάδοι. ~α: καλάθια.
17982επισυμβαίνει[ἐπισυμβαίνει] ε-πι-συμ-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {επισυν-έβη, επισυμ-βεί} (λόγ.): συμβαίνει ως επακόλουθο: Αλλαγές που ~ουν στη συμπεριφορά του νέου. Το ατύχημα ~έβη κατά την εκτέλεση του καθήκοντος. [< αρχ. ἐπισυμβαίνω]
17983επισυνάπτω[ἐπισυνάπτω] ε-πι-συ-νά-πτω ρ. (μτβ.) {επισυν-ήψα, -άψει, -άφθηκε, -αφθεί, -αφθείς, -είσα, -έν, επισυναπτ-όμενος, επισυν-ημμένος, επισυνάπτ-οντας} (επίσ.): τοποθετώ έγγραφο μαζί με άλλο ως συνοδευτικό ή στέλνω ηλεκτρονικό αρχείο μαζί με ιμέιλ: ~ αντίγραφα/βιογραφικό/δικαιολογητικά/πιστοποιητικά/πτυχία (π.χ. σε αίτηση, πβ. συνυποβάλλω). Στο παράρτημα που ~εται στην εγκύκλιο ... ~όμενο: κείμενο. ~όμενα: έγγραφα (= συνημμένα).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ βίντεο/φωτογραφίες. [< αρχ. ἐπισυνάπτω ‘συνενώνω’, αγγλ. attach]
17984επισύναψη[ἐπισύναψη] ε-πι-σύ-να-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισυνάπτω: ~ βεβαιώσεων/βιογραφικού/δικαιολογητικών.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ εικόνας/φωτογραφίας σε ιμέιλ. [< μεσν. επισύναψις, αγγλ. attachment]
17985επισύρω[ἐπισύρω] ε-πι-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {επέσυρε, επισύρει, επισύρ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) 1. προκαλώ αντιδράσεις, συνέπειες, συνήθ. αρνητικές: Δηλώσεις που ~ουν την αγανάκτηση/τη διεθνή κατακραυγή/την οργή των πολιτών.|| Αδίκημα/κατηγορία/πράξη που ~ει ποινή κάθειρξης δέκα ετών. Το έγκλημα ~ει τιμωρία. Η μη τήρηση των διατάξεων ~ει κυρώσεις/τις συνέπειες των άρθρων ... Παραβάσεις που ~ουν την επιβολή προστίμου. Πβ. επιφέρει, συνεπάγεται. 2. (καταχρ.) τραβώ, κινώ: Θα ήθελα να ~ (= επιστήσω) την προσοχή σας στο εξής. Θέματα που ~ουν το ενδιαφέρον των μελετητών (πβ. κεντρίζω). [< πβ. αρχ. ἐπισύρω ‘σέρνω’, γαλλ. attirer]
17986επισφάλεια[ἐπισφάλεια] ε-πι-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κατάσταση που προκαλεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια και συνδέεται ειδικότ. με την ευέλικτη, περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση: εργασιακή/οικονομική ~. Η ~ των νέων εργαζομένων. Σε ~ οι θέσεις εργασίας.επισφάλειες (οι): ΟΙΚΟΝ. ποσό που οφείλεται και δεν είναι βέβαιο ότι θα εισπραχθεί: δανειακές ~. Οι ~ της εταιρείας/της τράπεζας. Πιθανές ζημιές από ~. Αύξηση/μείωση των ~ών. [< μτγν. ἐπισφάλεια ‘αστάθεια’, γαλλ. précarité]
17987επισφαλής, ής, ές [ἐπισφαλής] ε-πι-σφα-λής επίθ. {επισφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή) · επισφαλέστ-ερος, -ατος} (επίσ.) 1. που χαρακτηρίζεται από ανασφάλεια, αβεβαιότητα ή αστάθεια, ρευστότητα: ~ής: ειρήνη/θέση/κατάσταση/υγεία (= εύθραυστη). ~ές: καθεστώς (νομιμότητας)/κριτήριο/μέλλον (πβ. άδηλο)/περιβάλλον/σχέδιο. ~είς: προβλέψεις/συνθήκες. ~ή: συμπεράσματα. Πβ. αβέβαιος, επίφοβος.|| ~ής: απασχόληση/εργασία (: χωρίς εγγύηση διάρκειας· πβ. ευέλικτη, περιστασιακή, προσωρινή).|| ~ή: κτίρια (: ετοιμόρροπα). ΑΝΤ. ασφαλής (1) 2. ΟΙΚΟΝ. που δεν είναι βέβαιο ότι θα εξοφληθεί ή ότι θα έχει την αναμενόμενη απόδοση: ~ής: οφειλή. ~ές: χρέος. ~ή: δάνεια.|| (κατ' επέκτ.) ~είς: πελάτες. Πβ. κακόπιστος.|| ~είς: επενδύσεις. ~ή: ομόλογα. ● επίρρ.: επισφαλώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επισφαλής απαίτηση βλ. απαίτηση [< 1: αρχ. ἐπισφαλής ‘ασταθής, επικίνδυνος’, γαλλ. douteux , précaire]
17988επισφραγίζω[ἐπισφραγίζω] ε-πι-σφρα-γί-ζω ρ. (μτβ.) {επισφράγι-σε, επισφραγί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, (σπάν.) -σμένος, επισφραγίζ-οντας} (λόγ.): ολοκληρώνω προσπάθεια, διαδικασία με ένα γεγονός, μια πράξη: Η συμφωνία ~σε την πολύχρονη συνεργασία των δύο εταιρειών (πβ. επιβεβαιώνω, επικυρώνω). Η επιτυχημένη διαδρομή του συγγραφέα ~στηκε με το βραβείο Νόμπελ. Η σχέση τους ~στηκε με γάμο. Πβ. επιστεγάζω. [< μτγν. ἐπισφραγίζω ‘θέτω σφραγίδα’]
17989επισφράγιση[ἐπισφράγιση] ε-πι-σφρά-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκλήρωση, επιβεβαίωση, επικύρωση διαδικασίας με ένα γεγονός ή μια πράξη: ~ του καλού κλίματος/της νίκης/της πρόκρισης (με γκολ)/της συνεργασίας/της σχέσης (με γάμο)/της φιλίας. Το βραβείο ήταν η ~ της προσπάθειάς του.|| ~ της αποτυχίας (του εγχειρήματος)/ήττας. Πβ. επιστέγαση, επισφράγισμα. [< μεσν. επισφράγισις]
17990επισφράγισμα[ἐπισφράγισμα] ε-πι-σφρά-γι-σμα ουσ. (ουδ.): ενέργεια, έκβαση που ολοκληρώνει, επικυρώνει μια διαδικασία ή κατάσταση: ~ της προσπάθειάς/των σπουδών/της συμμαχίας/της συνεργασίας τους. Πβ. επιστέγασμα, επισφράγιση. [< πβ. μτγν. ἐπισφράγισμα ‘παράρτημα’]
17991επίσχεση[ἐπίσχεση] ε-πί-σχε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. διακοπή, αναβολή. 2. ΙΑΤΡ. κατακράτηση, διατήρηση στο σώμα συστατικού που φυσιολογικά αποβάλλεται: ~ ούρων (βλ. ανουρία).|| ~ της αιμορραγίας. Βλ. στάση. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα επίσχεσης: ΝΟΜ. δικαίωμα του οφειλέτη να αρνηθεί την εκπλήρωση παροχής, αν έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του δανειστή συναφή με την οφειλή του, έως ότου ο τελευταίος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει., επίσχεση εργασίας: δικαίωμα εργαζομένου να διακόψει την εργασία του, αν ο εργοδότης καθυστερεί να καταβάλει τις αποδοχές που του οφείλει. [< αρχ. ἐπίσχεσις ‘κράτημα, επιφύλαξη, καυθστέρηση’]
17992επισώρευση[ἐπισώρευση] ε-πι-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκέντρωση: ~ λίπους (στην κοιλιά)/χωμάτων.|| (μτφ.) ~ προβλημάτων/χρεών. Πβ. συσσώρευση. [< μτγν. ἐπισώρευσις]
17993επισωρεύω[ἐπισωρεύω] ε-πι-σω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {επισώρευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} (λόγ.): συγκεντρώνω, συσσωρεύω: Χημικά που ~ονται στον οργανισμό.|| (μτφ. για κάτι αρνητ.) Η καθημερινότητα ~ει δεινά. ~ονται εκκρεμότητες/προβλήματα. [< μτγν. ἐπισωρεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.