| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17994 | επίσωτρο | [ἐπίσωτρο] ε-πί-σω-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώτρου, συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): περίβλημα της ζάντας, συνήθ. από καουτσούκ: αναγομωμένα ~α. Ελαστικά ~α λεωφορείων/φορτηγών. Πέλματα ~ώτρων. Πβ. λάστιχο. [< αρχ. ἐπίσωτρον ‘(για τον τροχό του άρματος) μεταλλικό στεφάνι’, αγγλ. tyre, γαλλ. bandage] | |
| 17995 | επιταγή | [ἐπιταγή] ε-πι-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. έγγραφη τυποποιημένη εντολή προς τρίτον, συνήθ. τράπεζα, να καταβάλει το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό από το λογαριασμό του εντολέα στο πρόσωπο που θα προσκομίσει το αξιόγραφο: μεταχρονολογημένη/πλαστή/πληρωτέα/τραπεζική ~. Δίνω/εισπράττω/εκδίδω/κόβω/συμπληρώνω/υπογράφω (την) ~. Πληρώνω/συναλλάσσομαι με ~ές. Ανάκληση/αποστολέας/(αύξων) αριθμός/εκδότης/εμφάνιση (προς πληρωμή)/εξαργύρωση/εξόφληση/ημερομηνία/κομιστής/μεταβίβαση/οπισθογράφηση/παραλήπτης/ποσό/τριτεγγύηση (της) ~ής. Σύμβαση ~ής. Καρνέ/μπλοκ ~ών. ~ σε διαταγή του ... (: με αναγραφή του ονόματος του εντολέα). ~ χωρίς αντίκρισμα (= ακάλυπτη). ~ές σε ευρώ. Πβ. τσεκ. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) εντολή, προσταγή: εθνική/ηθική/κοινωνική/λαϊκή/νομική/συνταγματική ~. (λόγ.) Κατ' ~ή(ν) (κάποιου). Οι ~ές της εποχής/της θρησκείας/των καιρών/της μόδας (= αίτημα). Πβ. κέλευσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή επιταγή & ανοιχτή/εν λευκώ επιταγή 1. (μτφ.) πλήρης εξουσιοδότηση: Απαιτώ/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω ~ ~ για ... Του έδωσαν ~ ~ να χειριστεί το ζήτημα (= το ελεύθερο). 2. ΟΙΚΟΝ. επιταγή στην οποία δεν αναγράφεται το χρηματικό ποσό, το οποίο συμπληρώνεται από τον κομιστή της. [< γαλλ. chèque en blanc] , ταξιδιωτική επιταγή: ΟΙΚΟΝ. που εκδίδεται από πιστωτικά ιδρύματα και μεγάλα ταξιδιωτικά πρακτορεία για την εξυπηρέτηση τουριστών, υπογράφεται κατά τη στιγμή της αγοράς και ξανά κατά την εξαργύρωσή της στη χώρα προορισμού για διασφάλιση των χρημάτων από κλοπή της επιταγής ή πλαστογράφησή της. Βλ. πιστωτική κάρτα. [< αγγλ. traveller's check] , ταχυδρομική επιταγή: ΟΙΚΟΝ. γραπτή ονομαστική εντολή για την καταβολή του αναγραφόμενου ποσού, η οποία διαβιβάζεται μέσω ταχυδρομικής υπηρεσίας., ακάλυπτη επιταγή βλ. ακάλυπτος, δίγραμμη επιταγή βλ. δίγραμμος [< 1: γαλλ. chèque, mandat 2: μτγν. ἐπιταγή] | |
| 17996 | επιτάθηκε | βλ. επιτείνω | |
| 17997 | επιτακτικός | , ή, ό [ἐπιτακτικός] ε-πι-τα-κτι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. εντελώς απαραίτητος, αναγκαίος: ~ός: στόχος. ~ή: ανάγκη (= αδήριτη). ~ό: αίτημα/ερώτημα/καθήκον/χρέος. (ΝΟΜ.) ~οί: κανόνες. ~ές: απαιτήσεις. Διατάξεις με ~ό χαρακτήρα και δεσμευτική δύναμη. Εναι ~ό να καταλήξουμε σε συμφωνία. Ρύθμιση που δικαιολογείται από ~ούς λόγους γενικού συμφέροντος. Πβ. επιβεβλημένος, υποχρεωτικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ακράτεια. ~ή: ούρηση (: ανεξέλεγκτη, ξαφνική ανάγκη για ούρηση). 2. που εκφράζει, εμπεριέχει προσταγή: ~ός: τόνος. ~ή: εντολή. ~ό ύφος. Πβ. προστακτικός, τελεσιγραφικός. ● επίρρ.: επιτακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἐπιτακτικός, γαλλ. impératif] | |
| 17998 | επιτακτικότητα | [ἐπιτακτικότητα] ε-πι-τα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ου επιτακτικού: η ~ (= το επείγον) του προβλήματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ούρησης (: ξαφνική σφοδρή επιθυμία για ούρηση που δεν μπορεί να ανασταλεί). || ~ του ύφους/της φωνής. | |
| 17999 | επίταξη | [ἐπίταξη] ε-πί-τα-ξη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική πράξη κατά την οποία το κράτος στερεί προσωρινά κάτι από τον ιδιοκτήτη του, για να εξυπηρετήσει επείγουσες δημόσιες ανάγκες: ~ άδειων σπιτιών (για τους άστεγους· βλ. κατάληψη)/περιουσιών. ~ ακινήτων για τη διαπλάτυνση οδικών αρτηριών (βλ. απαλλοτρίωση).|| Στρατιωτική ~. ~ οχημάτων-μηχανημάτων/τροφίμων (π.χ. σε καιρό πολέμου). Διάταγμα ~ης.|| Πολιτική ~. ~ εργαζομένων/πολιτών (: για υποχρεωτική εργασία· βλ. πολιτική επιστράτευση). [< πβ. αρχ. ἐπίταξις 'διαταγή', γαλλ. requisition] | |
| 18000 | επίταση | [ἐπίταση] ε-πί-τα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αύξηση, ενίσχυση (της έντασης): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ του άγχους/του ανταγωνισμού/της βίας/του κινδύνου/της κρίσης/του πόνου/του προβλήματος/της σύγχυσης/των συμπτωμάτων (μιας ασθένειας)/του φαινομένου (του θερμοκηπίου). Βλ. εντατικοποίηση, όξυνση.|| (ΝΟΜ.) ~ της ευθύνης.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ της σημασίας μιας λέξης (βλ. έμφαση). ΑΝΤ. άμβλυνση, μείωση (1) ● ΦΡ.: μετ' επιτάσεως (λόγ.) & με επίταση: με έντονο τρόπο, εμφατικά: Αίτημα που διατυπώθηκε ~ ~. [< αρχ. ἐπίτασις] | |
| 18001 | επιτάσσω | [ἐπιτάσσω] ε-πι-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {επίτα-ξε (λόγ.) επέτα-ξε, επιτά-ξει, -χθηκε, -χθεί, -γμένος, επιτάσσ-οντας} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) προστάζω, επιβάλλω: Το Σύνταγμα ~ει εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Η λογική ~ει να βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Οι ρυθμίσεις που ~ει ο νόμος. Οι καιροί ~ουν αλλαγές/ευελιξία/τη λήψη μέτρων (= καθιστούν αναγκαία)/προσαρμογές. Όπως ~ουν (= απαιτούν) οι κανόνες ευγενείας, τον χαιρέτησε. Η μόδα ~ει έντονα χρώματα για την άνοιξη.|| (ΝΟΜ.) (Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων) ~εται λόγω συμμόρφωσης με τις σχετικές διατάξεις του νόμου. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κάνω επίταξη: Το κτίριο ~χθηκε για τις ανάγκες του στρατού κατοχής. ~χθηκαν κενά σπίτια, για να στεγαστούν προσωρινά οι πρόσφυγες. 3. (λόγ.) τοποθετώ κάτι ύστερα από κάτι άλλο ή στο τέλος: Στο βιβλίο ~εται βιβλιογραφία και ευρετήριο. ΑΝΤ. προτάσσω. [< 1: αρχ. ἐπιτάσσω] | |
| 18002 | επιτατικός | , ή, ό [ἐπιτατικός] ε-πι-τα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που επιτείνει, ενισχύει: ~ή: σημασία. ~ό: επίθημα (π.χ. -άς)/μόριο (π.χ. δα)/πρόθημα (π.χ. θεο-, καρα-, πεντα-, πολυ-, τρισ-, τετρα-). ~ές: εκφράσεις (π.χ. και βέβαια). Πβ. εμφατ-, ενισχυτ-ικός. ● επίρρ.: επιτατικά [< μτγν. ἐπιτατικός] | |
| 18003 | επιτάφιος | , α, ο [ἐπιτάφιος] ε-πι-τά-φι-ος επίθ.: που έχει τοποθετηθεί σε τάφο ή γίνεται κατά την ταφή: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~α: επιγραφή/πλάκα/στήλη. ~ο: επίγραμμα/μνημείο. Πβ. επιτύμβιος.|| (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~ος: λόγος. Πβ. επικήδειος. ● Ουσ.: Επιτάφιος (ο) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΕΚΚΛΗΣ. κουβούκλιο όπου έχει εναποτεθεί ιερό ύφασμα με εικόνα του νεκρού σώματος του Χριστού και το ίδιο το ύφασμα: ξυλόγλυπτος ~. Η λιτανεία/η πομπή/το προσκύνημα του ~ίου. Συνάντηση ~ίων. Βγαίνει/στολίζεται ο ~. Χιλιάδες πιστοί ακολουθούν τον ~ο. [< μεσν. Επιτάφιος] ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτάφιος (Θρήνος): ΕΚΚΛΗΣ. ακολουθία που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή κατά την τελετή της ταφής του Χριστού και την περιφορά του Επιταφίου., τα εγκώμια του Επιταφίου/της Μεγάλης Παρασκευής βλ. εγκώμιο [< αρχ. ἐπιτάφιος] | |
| 18004 | επιτάχυνση | [ἐπιτάχυνση] ε-πι-τά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. τάχυνση 1. ΦΥΣ. μεταβολή της ταχύτητας κινούμενου σώματος ως προς τον χρόνο και κυρ. ειδικότ. αύξησή της: αρνητική (= επιβράδυνση)/θετική/κεντρομόλος/μέγιστη/μηδενική/σταθερή ~. ~ της ταλάντωσης. (ΓΕΩΛ.) ~ύνσεις του εδάφους (: λόγω σεισμού).|| Η ~ του αυτοκινήτου. Όχημα με υψηλή ~. Οδήγηση με απότομες ~ύνσεις και φρεναρίσματα. 2. (μτφ.) αύξηση του ρυθμού, επίσπευση: μοχλός ~ης. ~ των αλλαγών/της ανάπτυξης/των διαδικασιών/των διαπραγματεύσεων/των εξελίξεων/των εργασιών/των έργων/της ιστορίας (: για γεγονότα και μεταβολές που διαδέχονται η μια την άλλη όλο και πιο γρήγορα)/των μεταρρυθμίσεων/των προσπαθειών. Πβ. εντατικοποίηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της αναπνοής. ΑΝΤ. επιβράδυνση (2), καθυστέρηση (1), τρενάρισμα ● ΦΡ.: επιτάχυνση της βαρύτητας: ΦΥΣ. επιτάχυνση της κίνησης κατά την ελεύθερη πτώση (σύμβ. g). [< 2: πβ. μτγν. ἐπιτάχυσις, γαλλ. accélération] | |
| 18005 | επιταχυνσιογράφος | [ἐπιταχυνσιογράφος] ε-πι-τα-χυν-σι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος σεισμόμετρου που καταγράφει την εδαφική επιτάχυνση κατά τη διάρκεια σεισμού, αλλά και κάθε είδος επιτάχυνσης: ψηφιακοί ~οι. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. accélérographe] | |
| 18006 | επιταχυνσιόμετρο | [ἐπιταχυνσιόμετρο] ε-πι-τα-χυν-σι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρομηχανική συσκευή που μετρά δυνάμεις επιτάχυνσης (σε αεροπλάνα, πλοία, υποβρύχια, αυτοκίνητα). Βλ. -μετρο. [< γαλλ. accéléromètre] | |
| 18007 | επιταχυντής | [ἐπιταχυντής] ε-πι-τα-χυ-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. μηχανική διάταξη που επιταχύνει φορτισμένα σωματιδία με χρήση ισχυρών ηλεκτρικών πεδίων για τη μελέτη μικρότερων συστατικών της ύλης και κατ' επέκτ. των φυσικών νόμων: κυκλικός ~ (βλ. κύκλοτρο, σύγχροτρο). ~ αδρονίων/ηλεκτρονίων/ιόντων/πρωτονίων. 2. ΧΗΜ. ουσία που χρησιμοποιείται για να αυξήσει την ταχύτητα χημικής αντίδρασης: ~ πήξης/σκλήρυνσης σκυροδέματος. Βλ. καταλύτης. ΑΝΤ. επιβραδυντής (1) 3. ΠΛΗΡΟΦ. επιπρόσθετο υλικό ικανό να προσαρμοστεί σε δεδομένο σύστημα για την αναβάθμισή του: ~ γραφικών (: κάρτα επέκτασης, που επιταχύνει διαδικασίες, όπως τη σχεδίαση γραμμών). 4. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε επισπεύδει μια διαδικασία: Η διαδήλωση λειτούργησε ως ~ των εξελίξεων. 5. ΜΗΧΑΝΟΛ. πεντάλ γκαζιού: ηλεκτρονικός/χειροκίνητος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμικός επιταχυντής: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπευτικό μηχάνημα που παράγει φωτόνια και ηλεκτρόνια υψηλής ενέργειας για τη θεραπεία όγκων. [< αγγλ. linear accelerator, 1935] [< γαλλ. accélérateur 3: αγγλ. accelerator] | |
| 18008 | επιταχυντικός | , ή, ό [ἐπιταχυντικός] ε-πι-τα-χυ-ντι-κός επίθ. (επιστ.): που προκαλεί επιτάχυνση: ~ός: παράγοντας. ~ή: δράση.|| (ΦΥΣ.) Ανιχνευτικές και ~ές διατάξεις.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. προϊόν) πήξης. ΑΝΤ. επιβραδυντικός ● επίρρ.: επιταχυντικά [< γαλλ. accélérateur] | |
| 18009 | επιταχύνω | [ἐπιταχύνω] ε-πι-τα-χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιτάχυ-να, επιταχύ-νθηκε, -νθεί, επιταχύν-οντας, -όμενος} ΑΝΤ. επιβραδύνω 1. κάνω κάτι πιο γρήγορο, αυξάνω την ταχύτητα: ~ το βήμα (= ταχύνω). Το άγχος ~ει την κυκλοφορία του αίματος/τους παλμούς της καρδιάς. (ΠΛΗΡΟΦ.) Πώς να ~ετε την απόδοση του υπολογιστή σας.|| ~, για να κερδίσω χρόνο. Αρχίζουμε με βάδην και ~ουμε σταδιακά σε τζόκινγκ.|| (ΦΥΣ.) Το όχημα ~ει από στάση στα 100 χλμ./ώρα. Ευθύγραμμη ομαλά ~όμενη κίνηση. ΑΝΤ. βραδύνω (1) 2. κάνω κάτι να συμβεί πιο σύντομα: Με ~όμενο ρυθμό. Το κάπνισμα ~ει τη γήρανση του δέρματος. Οι υψηλές θερμοκρασίες ~ναν την τήξη των πάγων. ~ονται οι εξελίξεις. Θα ~νθούν οι διαδικασίες για ... ~νθηκε η εφαρμογή του σχεδίου. ~νθηκαν οι ρυθμοί κατασκευής των εκτελούμενων έργων. ΣΥΝ. επισπεύδω, συντομεύω (1) ΑΝΤ. καθυστερώ (1) [< αρχ. ἐπιταχύνω, γαλλ. accélérer] | |
| 18010 | επιτέθηκα | βλ. επιτίθεμαι | |
| 18011 | επιτείνω | [ἐπιτείνω] ε-πι-τεί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. επέτεινα, επιτά-θηκε, -θεί, σπάν. επιτεταμένος, επιτείν-οντας} (λόγ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) κάνω κάτι πιο έντονο: Δεν θέλω να ~ την αγωνία/κατάσταση. Η παρατεταμένη ανομβρία ~ει (: επιδεινώνει, χειροτερεύει) το πρόβλημα της λειψυδρίας. Γεγονός που ~ει το κλίμα ανησυχίας. Οι αέριοι ρύποι ~ουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. ~εται η κρίση. Ο πόνος ~εται με τις κινήσεις. ~θηκε η ανάγκη/ανασφάλεια/σύγχυση. ~θηκαν οι ανισότητες/διακρίσεις. Πβ. αυξάνω, εντείνω. ΑΝΤ. αμβλύνω (1) 2. ΓΛΩΣΣ. {στο γ' πρόσ.} (για γλωσσικό στοιχείο) τονίζει την έννοια μιας λέξης, δίνει έμφαση: Το μόριο "δα" ~ει τη σημασία δεικτικών αντωνυμιών. [< αρχ. ἐπιτείνω] | |
| 18012 | επιτελάρχης | [ἐπιτελάρχης] ε-πι-τε-λάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός, επικεφαλής επιτελείου: ~ Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.|| ~ της Πυροσβεστικής.|| (παλαιότ.) ~ της Ταξιαρχίας Ιππικού. Βλ. -άρχης. | |
| 18013 | επιτελείο | [ἐπιτελεῖο] ε-πι-τε-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) ομάδα ανθρώπων επιφορτισμένων με συγκεκριμένο έργο· σύνολο συμβούλων και συνεργατών που στελεχώνουν τη διοίκηση επιχείρησης, υπηρεσίας: το ~ της κυβέρνησης/του προέδρου/του (πρωθ)υπουργού.|| Δημοσιογραφικό/εκλογικό/επικοινωνιακό/ιατρικό/κομματικό/οικονομικό/προπονητικό/τεχνικό ~.|| Τα ~α (: στελέχη) των τραπεζών. 2. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικοί που βοηθούν διοικητή μεγάλης κυρ. μονάδας στο έργο του: το ~ του τάγματος. Προϊστάμενος ~ου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικό Επιτελείο: ΣΤΡΑΤ. ανώτατο όργανο ή υπηρεσία που διευθύνει τις μεγαλύτερες στρατιωτικές μονάδες και συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο όπου εδρεύει: ~ ~ Εθνικής Άμυνας (Γ.Ε.ΕΘ.Α.)/Ναυτικού (ΓΕΝ)/Στρατού (ΓΕΣ). Συμβούλιο Αρχηγών ~ών ~ων. [< γαλλ. état-major] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ