| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18014 | επιτέλεση | [ἐπιτέλεση] ε-πι-τέ-λε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πραγματοποίηση ενέργειας, έργου, αποστολής: ~ δραστηριοτήτων/καθηκόντων/λειτουργιών/πράξεων. ~ του επιδιωκόμενου σκοπού/ρόλου που μου έχει ανατεθεί. Πβ. (εκ)τέλεση. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επιτέλεση/πραγμάτωση βλ. γλωσσικός [< αρχ. ἐπιτέλεσις ‘εκπλήρωση, ολοκλήρωση’] | |
| 18015 | επιτελεστικός | , ή, ό [ἐπιτελεστικός] ε-πι-τε-λε-στι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. (για εκφώνημα) που η ίδια η εκφορά του συνιστά πράξη: ~ό: ρήμα (: που, όταν εκφωνηθεί στο πρώτο πρόσωπο οριστικής ενεστώτα, ταυτίζεται με την πραγματοποίηση της πράξης που δηλώνει, π.χ. "σε διατάζω/παρακαλώ/συγχαίρω"). ~ές: εκφράσεις (π.χ. "συλλυπητήρια").|| Η ~ή λειτουργία της γλώσσας. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με την επιτέλεση ενός έργου: ~ή: διαδικασία. [< αρχ. ἐπιτελεστικός, 1: αγγλ. performative, 1955, γαλλ. performatif, 1962] | |
| 18016 | επιτελεστικότητα | [ἐπιτελεστικότητα] ε-πι-τε-λε-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ιδιότητα του επιτελεστικού εκφωνήματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ασφάλεια, αντοχή και ανθεκτικότητα υλικού σε διαβρωτικό περιβάλλον και η δυνατότητα διατήρησης των ιδιοτήτων του: ~ κατασκευής. Σκυρόδεμα υψηλής ~ας. Αντισεισμικός σχεδιασμός με βάση την ~. Βλ. λειτουργικότητα, -ότητα. [< 1: αγγλ. performativeness, 1960, γαλλ. performativité] | |
| 18017 | επιτελής | [ἐπιτελής] ε-πι-τε-λής ουσ. (αρσ.) {επιτελ-ούς | -είς, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): μέλος επιτελείου: (μτφ.) Οι ~είς του κόμματος/(αθλητικής) ομάδας/του Υπουργείου. Πβ. στέλεχος.|| (ΣΤΡΑΤ.) Οι ~είς της Ελληνικής Αστυνομίας/του Πενταγώνου/της Πυροσβεστικής. Σχολή Διοίκησης και ~ών (του Πολεμικού Ναυτικού/του Στρατού Ξηράς). Υπηρέτησε ως ~ στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ/σε Μονάδες του Πεζικού.|| (ως επίθ.) ~είς: αξιωματικοί. [< πβ. αρχ. ἐπιτελής ‘ολοκληρωμένος, αποτελεσματικός’] | |
| 18018 | επιτελικός | , ή, ό [ἐπιτελικός] ε-πι-τε-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που σχετίζεται με τη διοίκηση επιχείρησης, υπηρεσίας· (για πρόσ.) που έχει οργανωτικό, συντονιστικό ρόλο, που είναι επιτελής: ~ός: στόχος/σχεδιασμός/φορέας. ~ή: δράση/επιτροπή/ευθύνη/θέση/ικανότητα/ομάδα. ~ό: έργο/όργανο/κέντρο/κράτος/πόστο/προσωπικό/στέλεχος. ~ές: αρμοδιότητες. ~ά: καθήκοντα/σχέδια.|| ~οί: χάρτες (: τοπογραφικοί).|| (για πρόσ.) ~ός: διευθυντής/νους. (ΑΘΛ.) ~ός: μέσος/χαφ.|| (ως ουσ.) ~ (: υψηλό στέλεχος) στο Υπουργείο ... 2. ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με στρατιωτικό επιτελείο: ~ός: αξιωματικός.|| ~ό: Γραφείο. | |
| 18019 | επιτέλους | [ἐπιτέλους] ε-πι-τέ-λους επίρρ. (επιτατ.) 1. (επιφωνηματικά) εκφράζει ανακούφιση, ευχαρίστηση ή έντονη απορία, δυσαρέσκεια για κάτι που συνέβη ή θα συμβεί ως κατάληξη ενέργειας ή κατάστασης: ~ (μου) έφυγε ένα βάρος. Βρέθηκε ~ λύση στο πρόβλημα. ~, θα κάνω αυτό που πάντα ονειρευόμουν. ~, σας βρήκα/γνώρισα/πέτυχα/συνάντησα. ~, έφτασε/ήρθε το καλοκαίρι. ~, πάει κι αυτός ο μπελάς. ~, (μείναμε) μόνοι. Πβ. ευτυχώς.|| Μα, ~, ποιος νομίζετε ότι είστε; Πότε ~ θα σταματήσετε να λέτε ψέματα; Θα πάψεις ~; Πβ. πια, τέλος πάντων. 2. (σπάν.) τελικά: Ολοκληρώθηκαν ~ τα έργα. Πβ. στο τέλος. [< 1: γαλλ. enfin 2: μεσν. φρ. επί τέλους] | |
| 18020 | επιτελώ | [ἐπιτελῶ] ε-πι-τε-λώ ρ. (μτβ.) {επιτελ-είς ... | επιτέλ-εσα, -είται, -έστηκε (λόγ.) -έσθηκε, -εστεί (λόγ.) -εσθεί, -ούμενος, -ώντας} (λόγ.): πραγματοποιώ, ολοκληρώνω: ~εί στο ακέραιο το καθήκον/το ρόλο/το χρέος του. Ο υπολογιστής μπορεί να ~έσει σύνθετες λειτουργίες (πβ. εκτελώ). Οι βιολογικές διεργασίες που ~ούνται στον οργανισμό. Έχει ~εστεί σημαντική έρευνα στον τομέα ... ~έστηκαν αλλαγές/εξελίξεις. ~ούμενο: έργο. Η επιτροπή παρακολουθεί την ~ούμενη πρόοδο των εργασιών. Πβ. διεκπεραιώνω, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας. [< αρχ. ἐπιτελῶ] | |
| 18021 | επιτετραμμένος, επιτετραμμένη | [ἐπιτετραμμένος] ε-πι-τε-τραμ-μέ-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) 1. διπλωματικός αντιπρόσωπος σε ξένο κράτος που εκτελεί μόνιμα ή προσωρινά καθήκοντα πρεσβευτή: ειδικός ~. Ο ~ της Ελλάδας/του ΟΗΕ/της κυβέρνησης/της Πρεσβείας. Διαβήματα διαμαρτυρίας σε επίπεδο ~ων. Πβ. διαπιστευμένος. 2. (σπανιότ.-λογιότ.) επιφορτισμένος με ένα έργο, κοινωνικής συνήθ. σημασίας: (ως επίθ.) ~ος: Σύμβουλος. Αρμόδιες Αρχές ~ες με την προστασία του φυσικού πλούτου. Πβ. εντεταλμένος.|| (κατ' επέκτ., ΑΘΛ.) Τεχνικός ~ της Ομοσπονδίας. [< 1: γαλλ. chargé (d΄affaires) 2: αρχ. οἱ ἐπιτετραμμένοι, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐπιτρέπω] | |
| 18022 | επίτευγμα | [ἐπίτευγμα] ε-πί-τευγ-μα ουσ. (ουδ.) {επιτεύγμ-ατος | -ατα} (λόγ.): οτιδήποτε σπουδαίο, πολύ σημαντικό πετυχαίνει κάποιος: αρχιτεκτονικό/ατομικό/εθνικό/εκδοτικό/εκπληκτικό/θαυμαστό/ιατρικό/ιστορικό/καλλιτεχνικό/λαμπρό/μηχανολογικό/μοναδικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/προσωπικό/πρωτοποριακό/συλλογικό ~. Τα ~ατα της (σύγχρονης) επιστήμης/της έρευνας/του πολιτισμού/της τεχνολογίας. Εφευρέσεις, ανακαλύψεις και ~ατα της εποχής μας.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Φάκελοι ~άτων μαθητών (: που συμπληρώνει ο δάσκαλος, βλ. πορτφόλιο). Πβ. επιτυχία, κατάκτηση, κατόρθωμα. [< μτγν. ἐπίτευγμα] | |
| 18023 | επίτευξη | [ἐπίτευξη] ε-πί-τευ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πραγματοποίηση· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) επίτευγμα: ~ απαρτίας (σε συνέλευση)/ειρήνης/ισορροπίας/των στόχων και των σκοπών (πβ. υλοποίηση)/συμβιβασμού/συμφωνίας (πβ. σύναψη). ~ εγκυμοσύνης. ~ της αειφορίας. ~ υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Πρωτοβουλία για/προς ~ λύσης. Βλ. επιτυχία.|| Επιστημονικές/τεχνολογικές ~εύξεις. Οι ~εύξεις του εικοστού αιώνα/της σύγχρονης Ιατρικής. Ευρωπαϊκό Βραβείο Υψηλών ~εύξεων. Βλ. κατόρθωμα. [< μτγν. ἐπίτευξις] | |
| 18024 | επιτεύξιµος | , η, ο [ἐπιτεύξιµος] ε-πι-τεύ-ξι-µος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να επιτευχθεί: ~ος: στόχος. ~η: αλλαγή. ~ο: σχέδιο. Πβ. εφαρμόσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος. Βλ. -ιμος. | |
| 18025 | επιτευχθεί | βλ. επιτυγχάνω | |
| 18026 | επιτεύχθηκε | βλ. επιτυγχάνω | |
| 18028 | επιτηδειότητα | [ἐπιτηδειότητα] ε-πι-τη-δει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιτήδειου: (μειωτ.) ~ στην κολακεία. Η ~ των "αρπακτικών". Πβ. καπατσοσύνη.|| ~ στις δημόσιες σχέσεις/τέχνες. Πβ. δεξιοτεχνία, (επι)δεξι-, ικαν-ότητα. [< αρχ. ἐπιτηδειότης, γαλλ. habileté] | |
| 18029 | επίτηδες | [ἐπίτηδες] ε-πί-τη-δες επίρρ.: από πρόθεση: Το κάνεις ~, για να με εκνευρίζεις. ~ δεν ανέφερα λεπτομέρειες. Πβ. εξ~, επιτούτου, εσκεμμένα, ηθελημένα, σκόπιμα. ΑΝΤ. άθελα, κατά λάθος [< αρχ. ἐπίτηδες] | |
| 18030 | επιτήδευμα | [ἐπιτήδευμα] ε-πι-τή-δευ-μα ουσ. (ουδ.) {επιτηδεύμ-ατος} (επίσ.): (ελεύθερο) επάγγελμα: άσκηση/έναρξη/τέλος/φόρος ~ατος. [< αρχ. ἐπιτήδευμα ‘απασχόληση, δραστηριότητα’] | |
| 18031 | επιτηδευματίας | [ἐπιτηδευματίας] ε-πι-τη-δευ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.) {επιτηδευματι-ών} (επίσ.): (ελεύθερος) επαγγελματίας: εγγεγραμμένος ~ (: που έχει λάβει άδεια παραγωγής έργου από αρμόδια Αρχή). Φορολογικά βιβλία/στοιχεία ~ών. ~ που διατηρεί εστιατόριο/που πωλεί αγαθά.|| (ως επίθ.) ~ εργολάβος/κατασκευαστής. | |
| 18032 | επιτηδευμένος | , η, ο [ἐπιτηδευμένος] ε-πι-τη-δευ-μέ-νος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη γνησιότητας, αυθεντικότητας, φυσικότητας: ~ος: λόγος. ~η: αφέλεια/γλώσσα/ευγένεια/συμπεριφορά. ~ο: ύφος. ~ες: εκφράσεις/κινήσεις. Πβ. εξεζητημένος, προσποιητός, στημένος, υποκριτικός, φτιαχτός. ΑΝΤ. ανεπιτήδευτος (1), απλός (4) ● επίρρ.: επιτηδευμένα [< αρχ. ἐπιτετηδευμένος] | |
| 18033 | επιτήδευση | [ἐπιτήδευση] ε-πι-τή-δευ-ση ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του επιτηδευμένου: ~ στην εμφάνιση/στο ύφος. Απλότητα χωρίς ~. Λόγος που ρέει αβίαστα, χωρίς ίχνος ~ης. Πβ. εκζήτηση, προσποίηση. [< αρχ. ἐπιτήδευσις] | |
| 18034 | επιτήρηση | [ἐπιτήρηση] ε-πι-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιτηρώ: αστυνομική/ασφυκτική/αυστηρή/εναέρια/ηλεκτρονική/κοινοτική/νομική/στενή/στρατιωτική/τηλεοπτική (= τηλ~)/χαλαρή ~. ~ των έργων. ~ βρεφών-παιδιών (σε ξενοδοχεία). Συστήματα ~ης χώρων (βλ. βιντεο~, κάμερα, κλειστό κύκλωμα). Μέτρα ~ης (του οδικού δικτύου). Άρση/καθεστώς ~ης. Εφημερία εκπαιδευτικών-~ μαθητών. ~ήσεις σε διαγωνίσματα/εξετάσεις. Πβ. παρακολούθηση.|| ~ δασών/εγκαταστάσεων. ~ και φροντίδα οικολογικά ευαίσθητων περιοχών. Πβ. φρούρηση, φύλαξη.|| ~ διπλωματικών εργασιών.|| Η χώρα βρίσκεται υπό διεθνή ~. Η οικονομία τίθεται υπό ~. Πβ. επίβλεψη, επιστασία, εποπτεία.|| (ΙΑΤΡ.) Επιδημιολογική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη επιτήρησης βλ. ζώνη [< μτγν. ἐπιτήρησις ‘παρατήρηση’, γαλλ. surveillance] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ