| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18035 | επιτηρητής, επιτηρήτρια | [ἐπιτηρητής] ε-πι-τη-ρη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που επιτηρεί, επιβλέπει, παρακολουθεί και συνήθ. φροντίζει για την ομαλή διεξαγωγή των εξετάσεων: παράδοση γραπτού στον ~ή.|| (ως επίθ.) ~ές: καθηγητές. Βλ. ελεγκτής, επόπτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο στο αρσ.} (επίσ.) όργανο ή μηχανισμός ελέγχου της ομαλής λειτουργίας μιας συσκευής: ηλεκτρονικός ~. ~ θερμοκρασίας (ανελκυστήρων)/στάθμης/τάσης και συχνότητας. Βλ. ρυθμιστής. [< 1: μτγν. ἐπιτηρητής ‘επιστάτης, επόπτης’, γαλλ. surveillant] | |
| 18036 | επιτηρούμενος | , η, ο [ἐπιτηρούμενος] ε-πι-τη-ρού-με-νος επίθ.: (για χώρο) που επιβλέπεται, παρακολουθείται· (για πρόσ.) που φρουρείται· (για κάτι) που ελέγχεται: ~ος: φάρος (: από φαροφύλακες). ~ο: πάρκινγκ. ~ες: εγκαταστάσεις. Χώρος ~ης στάθμευσης. Λιμάνι αυστηρά ~ο.|| Ζούσε ~ στενά από τις Αρχές.|| ~η: ανεξαρτησία (π.χ. περιοχής ή επαρχίας). Πβ. ελεγχόμενος. ΑΝΤ. ανεπιτήρητος ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη επιτήρησης βλ. ζώνη [< μτγν. ἐπιτηρούμενος] | |
| 18037 | επιτηρώ | [ἐπιτηρῶ] ε-πι-τη-ρώ ρ. (μτβ.) {επιτηρ-είς ... | επιτήρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας}: παρακολουθώ προσεκτικά και ελέγχω ώστε να γίνεται κάτι σωστά, σύμφωνα με τους κανόνες: Η Αστυνομία ~εί την εφαρμογή των νόμων. Ο χώρος ~είται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Παραλίες που ~ούνται από ναυαγοσώστες. Πβ. επιβλέπω, επιστατώ, εποπτεύω.|| Εφημερεύοντες εκπαιδευτικοί που ~ούν τους μαθητές στα διαλείμματα. Πβ. κρατώ, προσέχω, φρουρώ, φυλάω. [< μτγν. ἐπιτηρῶ, γαλλ. surveiller] | |
| 18039 | επιτίμηση | [ἐπιτίμηση] ε-πι-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. αρνητική παρατήρηση σε κάποιον, επίπληξη: δημόσια ~. Δέχθηκε αυστηρή ~ λόγω αμέλειας. ~ήσεις προς τους κατωτέρους για σφάλµατα ή παραλείψεις. Πβ. επίκριση, μάλωμα, μομφή. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ποινή που επιβάλλει το εκκλησιαστικό δικαστήριο σε κληρικούς. [< αρχ. ἐπιτίμησις] | |
| 58699 | επιτιμητής | [ἐπιτιμητής] ε-πι-τι-μη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που εκφέρει επικριτικά σχόλια για κάποιον ή κάτι: αυστηρός/σκληρός ~ της ανθρώπινης αδικίας. Βλ. τιμητής, κατακριτής. [< μτγν. ἐπιτιμητής] | |
| 18040 | επιτιμητικός | , ή, ό [ἐπιτιμητικός] ε-πι-τι-μη-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δηλώνει επιτίμηση, επίκριση: ~ός: λόγος/τόνος/χαρακτηρισμός. ~ή: διάθεση/επιστολή/παρατήρηση/στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: σχόλια. Του έριξε μια ~ή ματιά. Πβ. επικριτικός. ΑΝΤ. επαινετικός ● επίρρ.: επιτιμητικά [< αρχ. ἐπιτιμητικός] | |
| 18041 | επιτίμιο | [ἐπιτίμιο] ε-πι-τί-μι-ο ουσ. (ουδ.) {επιτιμί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. ποινή που επιβάλλεται σε πιστό από ιερέα (προσευχή, νηστεία, αγαθοεργία, αφορισμός), συνήθ. για παραπτώματα που του εξομολογήθηκε: το ~ της ακοινωνησίας. Άρση/επιβολή του ~ου.|| ~α από τον Μητροπολίτη σε ιερωμένους λόγω παράβασης του εκκλησιαστικού κανόνα. [< αρχ. ἐπιτίμιον ‘τιμωρία’, μεσν. ~] | |
| 18042 | επίτιμος | , η, ο [ἐπίτιμος] ε-πί-τι-μος επίθ.: χαρακτηρισμός προσώπου που έχει λάβει τίτλο σε ένδειξη τιμής, χωρίς να έχει αναλάβει καθήκοντα ή αποκτήσει δικαιώματα που απορρέουν από αυτόν· που παρευρίσκεται κάπου τιμητικά: ~ος: δημότης/διδάκτωρ/καθηγητής/πρόξενος. Τα μέλη του συλλόγου διακρίνονται σε τακτικά και ~α.|| (τιμητικός τίτλος που απονέμεται μετά την αποχώρηση από το σχετικό αξίωμα) ~ος: πρόεδρος/σύμβουλος (Επικρατείας). ~η: διευθύντρια. ~οι: Αρχηγοί του Πυροσβεστικού Σώματος.|| ~οι: καλεσμένοι (στην εκδήλωση/στο συνέδριο). [< πβ. αρχ. ἐπίτιμος ‘που έχει πολιτικά δικαιώματα’, γαλλ. honoraire] | |
| 18043 | επιτιμώ | [ἐπιτιμῶ] ε-πι-τι-μώ ρ. (μτβ.) {επιτιμ-άς ... | επιτίμ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κατηγορώ έντονα κάποιον: Τον ~ησαν αυστηρά/δημοσίως/δριμύτατα/σκληρά. Έχει ~ηθεί για την έπαρσή του. Πβ. επι-κρίνω, -πλήττω, κατσαδιάζω, μαλώνω, μέμφομαι, ψέγω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, επαινώ, καλοπιάνω 2. ΕΚΚΛΗΣ. επιβάλλω ποινή επιτιμίου. [< 1: αρχ. ἐπιτιμῶ] | |
| 18044 | επίτιτλο | [ἐπίτιτλο] ε-πί-τιτ-λο ουσ. (ουδ.) 1. & επίτιτλος (ο): τίτλος που εξηγεί περαιτέρω τον τίτλο: ~ εφημερίδας/κειμένου/συνεδρίου/τόμου. Βλ. πλαγιό-, υπέρ-, υπό-τιτλος. 2. ΤΥΠΟΓΡ. (παλαιότ.) απεικόνιση ή στόλισμα στο άνω μέρος σελίδας εικονογραφημένου χειρογράφου: διακοσμητικά/περίτεχνα/πολύχρωμα ~α. ~α με ερυθρά μελάνη. | |
| 18045 | επιτοίχιος | , α, ο [ἐπιτοίχιος] ε-πι-τοί-χι-ος επίθ. & επίτοιχος, η, ο: (για αντικείμενο ή όργανο) που τοποθετείται ή βρίσκεται πάνω σε τοίχο: ~ος: ανιχνευτής/διακόπτης/θερμοστάτης/καθρέφτης/λέβητας. ~η: θυροτηλεόραση/οθόνη. ~ο: ρολόι/φωτιστικό/χειριστήριο. ~ες: μονάδες αερίου. Βλ. επι-δαπέδιος, -τραπέζιος. [<γαλλ. mural, αγγλ. wall-,] | |
| 18046 | επιτοκιακός | , ή, ό [ἐπιτοκιακός] ε-πι-το-κι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το επιτόκιο: ~ός: κίνδυνος. ~ή: απόδοση/διαφορά (= σπρεντ)/επιβάρυνση/πολιτική. ~ό: κέρδος/κόστος/περιθώριο (των τραπεζών). ~ές: μεταβολές. ~ά: έσοδα. | |
| 18047 | επιτόκιο | [ἐπιτόκιο] ε-πι-τό-κι-ο ουσ. (ουδ.) {επιτοκί-ου | -ων}: ΟΙΚΟΝ. τόκος τον οποίο αποδίδει κεφάλαιο εκατό νομισματικών μονάδων μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ένα έτος: ανταγωνιστικό/βασικό/διατραπεζικό/διευθετήσιμο/ετήσιο/ισχύον/κλιμακούμενο/μεταβλητό/μηνιαίο/ονομαστικό/πραγματικό/προνομιακό/χρεωστικό ~. ~ αναφοράς/αναχρηματοδότησης/δανεισμού/επενδύσεων/καταθέσεων/ταμιευτηρίου/χορηγήσεων. ~ υπερημερίας (: βάσει του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι επί ληξιπρόθεσμων οφειλών). ~ 6%. Βραχυπρόθεσμα/μακροπρόθεσμα ~α. ~α πιστωτικών καρτών. Επιδότηση ~ου. Αναπροσαρμογή/άνοδος/αύξηση/μείωση/πτώση των ~ων. Συμφωνία ανταλλαγής ~ων. Βλ. ευρω~. ● ΣΥΜΠΛ.: παρεμβατικό επιτόκιο: επιτόκιο που ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. [< διεθν. Εuribor (Euro Interbank Offered Rate)] , σταθερό επιτόκιο: που παραμένει αμετάβλητο. [< αγγλ. fixed (interest) rate] , κυμαινόμενο επιτόκιο βλ. κυμαίνεται, προεξοφλητικό επιτόκιο βλ. προεξοφλητικός [< μτγν. ἐπιτόκιον] | |
| 18048 | επίτοκος | [ἐπίτοκος] ε-πί-το-κος ουσ. (θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -όκου} (επίσ.): ετοιμόγεννη. [< αρχ. ἐπίτοκος] | |
| 18049 | επιτομή | [ἐπιτομή] ε-πι-το-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κείμενο, συνήθ. βιβλίο σε έντυπη μορφή, που αποτελεί συντομευμένη, συνοπτική παρουσίαση άλλου συγγράμματος ή ενός θέματος: ~ του λεξικού. ~ της ελληνικής γλώσσας.|| (σε βιβλιοθήκη) ~ές από διδακτορικές διατριβές/επιστημονικά περιοδικά/πρακτικά συνεδρίων. Πβ. σύνοψη. 2. (μτφ.) τυπικό, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα: ~ της κομψότητας και του στιλ. Ξενοδοχείο που είναι η ~ (= ο ορισμός) της κλασικής πολυτέλειας.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ του κιτς/λαϊκισμού. [< 1: αρχ. ἐπιτομή ‘σύνοψη, περίληψη’, γαλλ. épitomé, αγγλ. epitome] | |
| 18050 | επίτομος | , ος/η, ο [ἐπίτομος] ε-πί-το-μος επίθ. (λόγ.): που αποτελείται από ένα τόμο: ~η: εγκυκλοπαίδεια/έκδοση/ιστορία (π.χ. της μουσικής). ~ο: έργο/λεξικό. Βλ. περιληπτ-, συνοπτ-ικός. Βλ. -τομος. [< μτγν. ἐπίτομος ‘συντομευμένος’] | |
| 18051 | επιτονισμός | [ἐπιτονισμός] ε-πι-το-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) επιτόνιση (η): ΓΛΩΣΣ. αυξομείωση του ύψους της φωνής κατά την εκφορά λόγου, η οποία χρησιμεύει κυρ. στη διάκριση ερώτησης-δήλωσης, καθώς και σε υποδήλωση της προσωπικής στάσης του ομιλητή, π.χ. της αμηχανίας ή του θυμού του: ασκήσεις προφοράς και ~ού. Ο ~ στις ερωτήσεις ολικής άγνοιας. Βλ. προσωδία. [< γαλλ.-αγγλ. intonation] | |
| 18052 | επιτοπίως | , α, ο [ἐπιτόπιος] ε-πι-τό-πι-ος επίθ. 1. (επίσ.) που γίνεται επιτόπου, στο ίδιο σημείο (όπου συνέβη ή βρίσκεται κάτι): ~ος: έλεγχος. ~α: αυτοψία/εκπαίδευση (σε χώρους πραγματικής εργασίας)/εξέταση/επιθεώρηση/επίσκεψη/έρευνα/μελέτη/στροφή (οχήματος)/υποστήριξη. ~ο: ρεπορτάζ. ~ες: καταγραφές (μαρτυριών/παραμυθιών)/μετρήσεις (θορύβου).|| (ΓΥΜΝ.) ~ο: άλμα/τροχάδην. 2. (λόγ.) τοπικός, ντόπιος: ~ο: μουσείο/προσωπικό. Σε ~ο επίπεδο. ● επίρρ.: επιτόπια & (λόγ.) επιτοπίως [< 1: μτγν. ἐπιτόπιος] | |
| 18053 | επίτοπος | [ἐπίτοπος] ε-πί-το-πος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αντιγονικός καθοριστής. [< αγγλ. epitope, 1960] | |
| 18054 | επιτόπου | [ἐπιτόπου] ε-πι-τό-που επίρρ. & (λόγ.) επί τόπου: στο ίδιο σημείο: Έκανα στροφή ~. Η είσπραξη του προστίμου έγινε ~. ~ έσπευσαν άνδρες της Πυροσβεστικής. Πρόσεχε μην πάθει τίποτα και μας μείνει ~ (: στον τόπο).|| (ως επίθ.) ~ εξυπηρέτηση/επίσκεψη/έρευνα/ρεπορτάζ (πβ. επιτόπιος). ~ επισκευή του οχήματος. Πβ. in situ. [< μτγν. φρ. ἐπί τόπου, γαλλ. sur place] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ