| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18055 | επιτούτου | [ἐπιτούτου] ε-πι-τού-του επίρρ. (λόγ.): σκόπιμα, επίτηδες: Είμαστε σίγουροι ότι δεν έφταιγε αυτός και δεν το έκανε ~. ~ δεν με ενημέρωσαν για να μείνω εκτεθειμένος. ΣΥΝ. εξεπιτούτου, επί τούτου (1) [< φρ. επί τούτου] | |
| 18056 | επιτραπέζιος | , α, ο [ἐπιτραπέζιος] ε-πι-τρα-πέ-ζι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή τοποθετείται πάνω σε τραπέζι· που καταναλώνεται, προσφέρεται ή χρησιμοποιείται την ώρα του φαγητού: ~ος: ανεμιστήρας/εκτυπωτής/εξοπλισμός/νιπτήρας/σαρωτής/τρίποδας/υπολογιστής (βλ. ντέσκτοπ)/φορτιστής. ~α: λάμπα. ~ο: ημερολόγιο/μικρόφωνο/πλυντήριο/ποδοσφαιράκι/ραδιόφωνο/ρολόι/τηλέφωνο/φωτιστικό. ~α: ηχεία.|| ~ος: οίνος. ~α: ζάχαρη. ~ο: αλάτι (βλ. θαλασσινό)/νερό (= εμφιαλωμένο)/τυρί. ~ες: ελιές. ~α: σκεύη/σταφύλια (: κατάλληλα για βρώση και όχι οινοποίηση). Βλ. επιδαπέδιος, επιτοίχιος.|| (ΛΑΟΓΡ.) ~α: τραγούδια (= της τάβλας). ● Ουσ.: επιτραπέζιο (το): ψυχαγωγικό παιχνίδι που παίζεται με ταμπλό, κάρτες, ζάρια, πιόνια από δύο τουλάχιστον παίκτες. ● ΣΥΜΠΛ.: επιτραπέζια έκδοση: ΠΛΗΡΟΦ. χρήση προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή για σχεδίαση και μορφοποίηση κειμένου και γραφικών με σκοπό την παραγωγή έντυπου υλικού υψηλής ποιότητας (εφημερίδων, περιοδικών). [< αγγλ. desktop publishing, 1984] , επιτραπέζια αντισφαίριση βλ. αντισφαίριση [< μτγν. ἐπιτραπέζιος, γαλλ. de table] | |
| 18057 | επιτράπηκε | βλ. επιτρέπω | |
| 18058 | επιτραχήλιο | [ἐπιτραχήλιο] ε-πι-τρα-χή-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. πετραχήλι. Βλ. επιγονάτιο, επιμάνικα. [< μτγν. ἐπιτραχήλιον] | |
| 18059 | επιτρεπτός | , ή, ό [ἐπιτρεπτός] ε-πι-τρε-πτός επίθ. (λόγ.): που επιτρέπεται: ~ή: θερμοκρασία (κεραμικού υλικού)/ποσότητα (κατανάλωσης αλκοόλ πριν την οδήγηση). ~ές: κινήσεις (σε παιχνίδι). ~ά: επίπεδα (θορύβου). Καθορισμός ~ού ποσού/ποσοστού χρηματοδότησης. Ο ~ αριθµός απουσιών/συμμετεχόντων σε σεμινάριο. Ενέργεια ηθικά/νομικά ~ή. Το ανώτατο ~ό (= επιτρεπόμενο) όριο ταχύτητας. Ραδιενέργεια που υπερβαίνει τις μέγιστες ~ές τιμές. Μετά τη λήξη της προθεσμίας δεν είναι ~ή η υποβολή αίτησης. Το όχημα είναι φορτωμένο με το ανώτερο τεχνικά ~ό βάρος. Πέραν του ~ού.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~οί: χαρακτήρες (ενν. σε ένα πεδίο). ~ές: ετικέτες HTML. ΑΝΤ. ανεπίτρεπτος [< αγγλ. permissible, admissible] | |
| 18060 | επιτρέπω | [ἐπιτρέπω] ε-πι-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {επέτρεψα, επιτρέψει, επιτράπηκε (λόγ. επετράπη, -ησαν) επιτραπεί, μτχ. ενεστ. -όμενος, -οντας}: δίνω το δικαίωμα, την άδεια ή τη δυνατότητα να γίνει κάτι, παρέχω ελευθερία: ~ την είσοδο/την κυκλοφορία/τη λειτουργία/την πρόσβαση (= καθιστώ δυνατή). Δεν ~ στον εαυτό μου/σε κανέναν/στο παιδί μου να ... Δεν μου ~ει η ανατροφή μου/δεν μου ~εται να ... Πώς ~εις τέτοια συμπεριφορά; ~εται η παραμονή/η πώληση/η στάθμευση/η στάση. Δεν ~εται το κάπνισμα. Επετράπη ο απόπλους. Η κατάσταση δεν ~ει (= δεν επιδέχεται, δεν αφήνει περιθώρια για) λάθη. ~όμενος: αριθμός(ατόμων/επιβατών)/συντελεστής (δόμησης)/χρόνος (πβ. επιτρεπτός). ~όμενη: δοσολογία/θερμοκρασία/μάζα/ταχύτητα. (Μέγιστο) ~όμενο: βάρος/όριο/ύψος/φορτίο. Πβ. εγκρίνω.|| (σε εκφρ. ευγενείας) Μου ~ετε (ενν. να μιλήσω); Ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός. Αν (μου) ~ετε (= με όλο το θάρρος, χωρίς να φανώ αδιάκριτος), πόσο χρονών είστε; Γιώργο, αν μου ~εις τον ενικό/την οικειότητα, θέλω να σου μιλήσω. Επίτρεψέ (καταχρ. επέτρεψέ)/επιτρέψτε μου (= λαμβάνω/παίρνω το θάρρος) να αμφιβάλλω/να διαφωνήσω.|| (σε διένεξη) Δεν σου/σας ~! ΑΝΤ. απαγορεύω, εμποδίζω ● ΦΡ.: Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω [< αρχ. ἐπιτρέπω, γαλλ. permettre] | |
| 18061 | επιτροπεία | [ἐπιτροπεία] ε-πι-τρο-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. ανάθεση σε τρίτους της διαχείρισης περιουσιακών υποθέσεων προσώπων ανίκανων να μεριμνήσουν γι' αυτή: ~ ανηλίκων (βλ.). Καθεστώς ~ας. Ο ασκών την ~. Βρίσκεται/τελεί/τίθεται υπό ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. επιτροπή: αρχιερατική/πατριαρχική ~. [< 1: πβ. αρχ. ἐπιτροπεία ‘επιμέλεια, κηδεμονία’] | |
| 18062 | επιτροπή | [ἐπιτροπή] ε-πι-τρο-πή ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Ε): σύνολο προσώπων που έχουν οριστεί σπό μια Αρχή για τη μελέτη ενός σχεδίου, την εκτέλεση μιας αποστολής, τη λήψη αποφάσεων: Δευτεροβάθμια/Διεθνής/Εθνική/Εκτελεστική/Επιστημονική/Ερευνητική/Εφορευτική/Καλλιτεχνική/Κεντρική/Κριτική/Νομική/Οικονομική/Οργανωτική/Περιφερειακή/Πρωτοβάθμια/Στρατιωτική/Συμβουλευτική/Συντακτική/Συντονιστική/Σχολική/Υγειονομική ~. ~ Δημοσιονομικού Ελέγχου/Διοίκησης/Ενέργειας/Εξετάσεων/Εργασίας/Ερευνών/Συνεδρίου. ~ εμπειρογνωμόνων. Απόφαση/γραμματέας/έκθεση/μέλη/πρόεδρος/συγκρότηση/συνεδρίαση/σύσταση/ψήφισμα της ~ής. Εκλέγεται/λειτουργεί/ορίζεται ~. Βλ. υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή: ΠΟΛΙΤ. που συγκροτείται από την ολομέλεια της Βουλής, για να διερευνήσει θέματα ή γεγονότα εθνικού ή δημοσίου ενδιαφέροντος., κοινοβουλευτική επιτροπή: που απαρτίζεται από μέλη του Κοινοβουλίου και ασχολείται με το νομοθετικό έργο, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ή ειδικά θέματα: διακομματική/διαρκής/ειδική/μικτή ~ ~. ~ ~ Άμυνας/Εξωτερικών/Οικονομικών/Παιδείας., ελλανόδικος επιτροπή βλ. ελλανόδικος, Επιτροπή Ανταγωνισμού βλ. ανταγωνισμός, Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας (της Βουλής) βλ. θεσμός, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βλ. κεφαλαιαγορά, Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων βλ. αντιπρόσωπος, επιτροπή σοφών βλ. σοφός, Ευρωπαϊκή Επιτροπή βλ. ευρωπαϊκός, κριτική επιτροπή βλ. κριτικός, Κυβερνητική Επιτροπή βλ. κυβερνητικός [< πβ. αρχ. ἐπιτροπή ‘προσφυγή, κηδεμονία’, γαλλ.-αγγλ. commission] | |
| 18063 | επιτροπικός | , ή, ό [ἐπιτροπικός] ε-πι-τρο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με επιτροπή ή επίτροπο: ~ή: διοίκηση.|| (ΝΟΜ.) ~ό: συμβούλιο (βλ. επιτροπεία). ~ά: εντάλματα (πληρωμής). ● Ουσ.: επιτροπικό (το) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ειδικός χώρος για τον επίτροπο της εκκλησίας: το ~ της ενορίας/του ναού. 2. (παλαιότ.) η εξουσία του επιτρόπου και συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο στο οποίο αναγράφονταν τα καθήκοντά του. [< αρχ. ἐπιτροπικός ‘που αναφέρεται στην κηδεμονία ή τον κηδεμόνα’] | |
| 18064 | επίτροπος | [ἐπίτροπος] ε-πί-τρο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όπου} 1. (συνήθ. με κεφαλ. Ε) πρόσωπο που έχει αναλάβει επίσημα από δημόσια Αρχή διαχειριστικά, διοικητικά κ.ά. καθήκοντα: γενικός ~. (στην Κύπρο:) Προεδρικός ~. ~ της Επικράτειας. ~ αρμόδιος για θέματα Δικαιοσύνης/Ενέργειας/Ισότητας των Πολιτών. ~ της εκκλησίας (: υπεύθυνος για τα οικονομικά ενός ναού). ~ για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου/για την προστασία του καταναλωτή. Διορισμός ~όπου.|| (στην Ευρωπαϊκή Ένωση) Ευρωπαίος/κοινοτικός ~. ~ αλιείας/γεωργίας/εκπαίδευσης/μεταφορών/περιβάλλοντος/πολιτισμού/υγείας. ~ εξωτερικών σχέσεων/Τηλεπικοινωνιών. Πβ. κομισάριος. Βλ. αντ~, διαχειριστής, κολλέγιο. 2. ΝΟΜ. που ασκεί επιτροπεία: δικαστικός ~. ~ ανηλίκου. [< αρχ. ἐπίτροπος ‘διαχειριστής’, γαλλ. commissaire, αγγλ. commissioner] | |
| 18065 | επιτροχάδην | βλ. τροχάδην | |
| 18066 | επιτυγχάνω | [ἐπιτυγχάνω] ε-πι-τυγ-χά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επέτυ-χα, επιτύ-χει, επιτεύ-χθηκε, -χθεί (λόγ. επετεύ-χθη, -χθησαν, μτχ. επιτευ-χθείς, -χθείσα, -χθέν), επιτυχημένος, επιτυγχάν-οντας} (λόγ.): πετυχαίνω: ~ (= πραγματοποιώ) το(ν) στόχο μου. ~χε να ολοκληρώσει το έργο του. ~χθηκε πρόοδος/συμβιβασμός/συμφωνία. Αν δεν ~χθεί απόλυτη πλειοψηφία, η ψηφοφορία θα επαναληφθεί. Με καλή θέληση, μπορεί να ~χθεί λύση στο θέμα. ~θείσα: απόδοση. Πβ. καταφέρνω, κατορθώνω. ΑΝΤ. αστοχώ (1) ● βλ. επιτυχημένος [< αρχ. ἐπιτυγχάνω] | |
| 18067 | επιτύμβιος | , α, ο [ἐπιτύμβιος] ε-πι-τύμ-βι-ος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που βρίσκεται, έχει τοποθετηθεί πάνω σε τύμβο ή τάφο: ~ος: βωμός. ~α: επιγραφή/πλάκα/στήλη. ~ο: άγαλμα/ανάγλυφο/γλυπτό/επίγραμμα.|| (ως ουσ.) Αρχαίο ~ο (ενν. μνημείο ή ποίημα). Πβ. επιτάφιος. [< αρχ. ἐπιτύμβιος] | |
| 18068 | επιτύχει | βλ. επιτυγχάνω | |
| 18069 | επιτυχημένος | , η, ο [ἐπιτυχημένος] ε-πι-τυ-χη-μέ-νος επίθ. & πετυχημένος 1. που έχει πραγματοποιηθεί με ή έχει σημειώσει επιτυχία: ~ος: γάμος/θεσμός. ~η: διοργάνωση (αγώνων)/εκδήλωση/επιλογή/εφαρμογή (σχεδίου)/θητεία/μεταμόσχευση/παρουσίαση/πορεία/σεζόν/σταδιοδρομία/συμμετοχή/συνεργασία/συνταγή/σχέση/χρονιά. ~ο: βιβλίο/ντεμπούτο.|| ~ος: (= σωστός) συνδυασμός. ΣΥΝ. επιτυχής ΑΝΤ. αποτυχημένος (1) 2. (για πρόσ.) καταξιωμένος, που γνωρίζει επιτυχία: ~ος: επαγγελματίας/επιχειρηματίας. Πβ. φτασμένος. Βλ. διακεκριμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~οι: οργανισμοί. ● επίρρ.: επιτυχημένα ● βλ. επιτυγχάνω | |
| 18070 | επιτυχής | , ής, ές [ἐπιτυχής] ε-πι-τυ-χής επίθ. {επιτυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επιτυχέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): επιτυχημένος: ~ής: αποφοίτηση/διαχείριση/έκβαση/θεραπεία/λύση/πρόβλεψη/προσγείωση. ~ές: αποτέλεσμα/εγχείρημα/πείραμα/τέλος (= αίσιο). ~είς: χειρισμοί. ~είς: προβλέψεις. Επιλογή/καριέρα που θεωρείται ~. Η χειρουργική επέμβαση/μεταμόσχευση ήταν ~. Το έργο του απελθόντος Διοικητικού Συμβουλίου υπήρξε άκρως ~ές.|| ~ής: παραλληλισμός (= εύστοχος). ~ές: παράδειγμα (= ταιριαστό).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ής: εγκατάσταση (προγράμματος στον Η/Υ)/σύνδεση δικτύου. ΑΝΤ. ανεπιτυχής, αποτυχημένος (1) ● επίρρ.: επιτυχώς [-ῶς] [< αρχ. ἐπιτυχής] | |
| 18071 | επιτυχία | [ἐπιτυχία] ε-πι-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) {επιτυχιών} 1. θετική και επιθυμητή κατάληξη ενέργειας, προσπάθειας, ακολουθίας γεγονότων: βέβαιη/εξαιρετική/επαγγελματική/επιστημονική/ερωτική/μεγάλη/οικονομική/πλήρης/πολιτική ~. ~ (αθλητή/ομάδας/παίκτη) σε αγώνα/αναμέτρηση/κύπελλο/παιχνίδι/πρωτάθλημα/τουρνουά (ΣΥΝ. νίκη, ΑΝΤ. ήττα). ~ (μαθητή/υποψηφίου) σε διαγωνισμό/εξετάσεις. ~ εγχείρησης/επέμβασης/θεραπείας/στόχου (= επίτευξη, πραγματοποίηση). Αναγνώριση της/εξασφάλιση της/οδηγός/παράγοντας/πιθανότητες/ποσοστό ~ας. Ο δρόμος/το κλειδί/το μυστικό/η συνταγή της ~ας. Προχωρά από ~ σε ~. Η μία ~ φέρνει την άλλη. (Εύχομαι) καλή ~ (πβ. τύχη)! Οδηγώ κάποιον στην ~. Ολοκληρώθηκε/πραγματοποιήθηκε/στέφθηκε/συνεχίζεται με απόλυτη ~ η εκδήλωση. Προσπάθεια χωρίς ~ (= ανεπιτυχής). Το γλυκό δεν είχε ~ (= δεν έγινε καλό).|| (για τυχερά παιχνίδια) Δελτίο με πέντε ~ες. Βλ. επίτευγμα, ευστοχία, κατόρθωμα, τελεσφόρηση. ΑΝΤ. αποτυχία (1) 2. (συνήθ. για καλλιτεχνικό έργο) αποδοχή, αναγνώριση, επιδοκιμασία από το ευρύ κοινό και συνεκδ. το ίδιο το έργο: ανέλπιστη/εκδοτική/εμπορική/θεατρική/θριαμβευτική/μέτρια ~. ~ δίσκου/παράστασης/προγράμματος/συναυλίας/ταινίας. Γνώρισε/είχε/σημείωσε ~.|| Το βιβλίο έγινε ~ (= μπεστ-σέλερ). Ελληνικές και ξένες/λαϊκές/χρυσές (μουσικές) ~ες (= τραγούδια). Οι ~ες της εποχής/της χρονιάς. Πρόγραμμα με παλιές και νέες ~ες. Πβ. σουξέ, χιτ.|| Έχει πολλές ~ες (ενν. στους άνδρες/στις γυναίκες. Πβ. αρέσει). ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορία επιτυχίας βλ. επιτυχία. [< αρχ. ἐπιτυχία, γαλλ. succès, αγγλ. success] | |
| 18072 | επιτυχών, επιτυχούσα | [ἐπιτυχών, ἐπιτυχοῦσα] ε-πι-τυ-χών επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που έχει πετύχει σε εξέταση, διαγωνισμό: ο πρώτος/ο δεύτερος/ο τελευταίος ~ών. ~ούσα στη Νομική. ~όντες και απορριπτέοι. Οι ~όντες σε ΑΕΙ και ΤΕΙ/του ΑΣΕΠ. Ανακοίνωση/βράβευση/κατάλογος/κατάσταση/λίστα/ονόματα/πίνακας/ποσοστό ~όντων. Υποψήφιος που θεωρείται/κρίνεται ~ών.|| (ως επίθ.) ~ών: προσφοροδότης. ~όντες: μαθητές/φοιτητές. ΑΝΤ. αποτυχών [< αρχ. ἐπιτυχών, μτχ. αορ. β’ του ρ. ἐπιτυγχάνω] | |
| 18073 | επιφαινόμενο | [ἐπιφαινόμενο] ε-πι-φαι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δευτερεύον ή επιπρόσθετο φαινόμενο ή γεγονός που συνοδεύει κάποιο άλλο: πολιτικό ~. Πρόκειται για το ~ και όχι για την ουσία. Τα ~α της κλιματικής αλλαγής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των λοιμώξεων. Πβ. σύμπτωμα.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η συνείδηση ως ~ βιοχημικών διεργασιών (βλ. υλισμός). Βλ. παραπροϊόν. [< νεολατ. epiphenomen, epiphaenomenon, αγγλ. epiphenomenon, γαλλ. épiphénomène] | |
| 18074 | επιφάνεια | [ἐπιφάνεια] ε-πι-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | επιφανει-ών} 1. το σύνολο των σημείων ενός σώματος που ορίζουν την έκταση ή τη μορφή του: αδιάβροχη/ανοξείδωτη/ανώμαλη/βελούδινη/γυάλινη/εξωτερική/επίπεδη/εσωτερική/κεκλιμένη/λεία/μεταλλική/ξύλινη/ολισθηρή/ομαλή/στερεά/τραχιά/τσιμεντένια ~. ~ της Γης/του εδάφους/της θάλασσας/της λίμνης. ~ δωματίου/οικοπέδου/στέγης/τραπεζιού (πβ. εμβαδόν). Κάτω/πάνω από την ~. Θερμοκρασία/χρώμα ~ας. Δερμάτινες/συνθετικές ~ες. ~ες διπλής όψεως. Βάψιμο/διάβρωση/κατεργασία/λακάρισμα/ξεσκόνισμα/τρίψιμο ~ών. Καθαριστικό για όλες τις ~ες. Βλ. βάθος, εσωτερικό.|| (ΓΕΩΜ.) Κοίλη/κυλινδρική/κυρτή/συνολική/σφαιρική ~. Διάμετρος ~ας. Μονάδα ~είας. ~ σε τετραγωνικά μέτρα.|| (ΦΥΣ.) Ελεύθερη ~ υγρού. 2. (μτφ.) η ορατή, εμφανής πλευρά μιας κατάστασης σε αντιδιαστολή συνήθ. προς την ουσία, την πραγματικότητα: Κοιτάει μόνο την ~. Μένω/στέκομαι στην ~ των γεγονότων και όχι στις πραγματικές τους αιτίες. 3. η οικονομική κατάσταση, δύναμη κάποιου. 4. ΘΡΗΣΚ. (συχνά με κεφαλ. Ε) εμφάνιση θεότητας σε θνητό: θεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επιφάνεια εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. βασική οθόνη γραφικού περιβάλλοντος σε υπολογιστή, η οποία περιέχει προγράμματα, φακέλους και αρχεία με τη μορφή εικονιδίων. [< αγγλ. desk-top, 1982] , επιφάνεια οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. επίπεδη επιφάνεια ηλεκτρονικού μηχανήματος ή συσκευής, όπου εμφανίζονται εικόνες, κείμενα, γραφικά. [< αγγλ. (display) screen] , παράπλευρη επιφάνεια βλ. παράπλευρος ● ΦΡ.: βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια: γίνεται γνωστό, αποκαλύπτεται: Ένα θέμα/ένα πρόβλημα/ένα σκάνδαλο/μια υπόθεση ~ ~. Πβ. βγαίνει στη φόρα., φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια: ανακαλύπτω· φανερώνω: Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε ~ σημαντικά λίθινα εργαλεία.|| (μτφ.) Η έρευνα/ο Τύπος ~ει ~ το ζήτημα της .../νέα στοιχεία. Πβ. αναδεικνύω. [< πβ. αρχ. ἐπιφάνεια ‘εμφάνιση, όψη, φήμη’, αγγλ.-γαλλ. surface 4: πβ. γαλλ. épiphanie, αγγλ. epiphany] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ