| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18075 | επιφανειακός | , ή, ό [ἐπιφανειακός] ε-πι-φα-νει-α-κός επίθ. 1. που βρίσκεται, συμβαίνει ή αναφέρεται στην επιφάνεια στερεού ή υγρού: (συνήθ. ως προς το έδαφος) ~ός: σεισμός/φλοιός. ~ή: απορροή (: κίνηση του νερού της βροχής πάνω στην επιφάνεια της Γης από υψηλότερα σημεία σε χαμηλότερα εξαιτίας της βαρύτητας)/ατμοσφαιρική πίεση/θερμοκρασία. ~ό: ρήγμα/στρώμα (της Γης). ~ά: έργα (σε δρόμους)/ιζήματα/νερά (: που χρησιμοποιούνται για ύδρευση σε αντίθεση με τα υπόγεια).|| ~ή: επεξεργασία (μετάλλου).|| (ΙΑΤΡ., για το δέρμα) ~ό: τραύμα. ~ά: εγκαύματα.|| (ΜΑΘ.) ~ά: ολοκληρώματα. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμβάθυνσης και ουσίας: ~ός: έλεγχος/λόγος/τρόπος (αντιμετώπισης). ~ή: ανάγνωση/ανάλυση/αντίληψη/γνώση/ενημέρωση/εξέταση/έρευνα/θεώρηση/μελέτη/προσέγγιση/συζήτηση. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: σχέσεις. ~ά: επιχειρήματα. Πβ. ανούσιος, επιδερμικός, επιπόλαιος, πρόχειρος, ρηχός.|| ~ή: (= φαινομενική) ευγένεια.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος/παρατηρητής. ~οί: χαρακτήρες (βιβλίου/ταινίας). Είναι ~ στις κρίσεις του. ΑΝΤ. ουσιαστικός, ουσιώδης. ● επίρρ.: επιφανειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιφανειακή δομή βλ. δομή, επιφανειακή τάση βλ. τάση [< αγγλ. superficial, surface, γαλλ. superficiel] | |
| 18076 | επιφανειακότητα | [ἐπιφανειακότητα] ε-πι-φα-νει-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): η ιδιότητα του επιφανειακού: ελαφρότητα/προχειρότητα και ~. Πβ. επιδερμικότητα, ρηχότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 18077 | επιφανειοδραστικός | , ή, ό [ἐπιφανειοδραστικός] ε-πι-φα-νει-ο-δρα-στι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για ουσία) που μπορεί να μειώσει την επιφανειακή τάση ενός υγρού μέσα στο οποίο διαλύεται: ~ός: παράγοντας. Πβ. τασιενεργός. [< αγγλ. surface-active, 1920] | |
| 18078 | επιφανής | , ής, ές [ἐπιφανής] ε-πι-φα-νής επίθ. {επιφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): (για πρόσ.) που ξεχωρίζει σε κάποιον τομέα και είναι ευρύτερα γνωστός: ~ής: οικογένεια/προσωπικότητα. ~είς: διανοούμενοι/επιχειρηματίες/πολιτικοί. ~ή: μέλη (της κοινωνίας)/στελέχη (κομμάτων). ~ και καταξιωμένος επιστήμονας. Πβ. διακεκριμένος, διαπρεπής, διάσημος, ονομαστός, φημισμένος.|| (σπάν. ως ουσ.) Οι ~είς και φτασμένοι (πβ. επίσημοι). Βλ. -φανής. ΑΝΤ. άσημος, αφανής (2) ● ΦΡ.: ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος βλ. τάφος [< αρχ. ἐπιφανής] | |
| 18079 | Επιφάνια | [Ἐπιφάνια] Ε-πι-φά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΕΚΚΛΗΣ. Θεοφάνεια, Φώτα. [< μτγν. Ἐπιφάνια (τα), γαλλ. épiphanie, αγγλ. epiphany] | |
| 18080 | επίφαση | [ἐπίφαση] ε-πί-φα-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επιφανειακή εικόνα μιας κατάστασης: ~ αντικειμενικότητας/ελευθερίας/ηρεμίας/ισότητας. Βλ. βιτρίνα, ψευδαίσθηση. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατ' επίφαση & (λόγ.) κατ' επίφασιν: (αρνητ. συνυποδ.) με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· δήθεν: κείμενο ~ ~ λογοτεχνικό. Ενδιαφέρεσαι για τους άλλους μόνο ~ ~ και όχι ουσιαστικά.|| ~ ~ διανοούμενος/καλλιτέχνης. ~ ~ δημοκρατική διαδικασία. ΣΥΝ. φαινομενικά [< μτγν. ἐπίφασις ‘δείξιμο, (εξωτερική) εμφάνιση’] | |
| 18081 | επιφέρει | [ἐπιφέρει] ε-πι-φέ-ρει ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. επέφερε} (απαιτ. λεξιλόγ.): φέρνει ως αποτέλεσμα: ~ βελτιώσεις/μεταβολές/τροποποιήσεις. Η εταιρεία έχει το δικαίωμα να ~ αλλαγές στο πρόγραμμα. Δεν ~ει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η πρόοδος της ιατρικής επέφερε μείωση της παιδικής θνησιμότητας.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αέριο/ουσία που ~ το(ν) θάνατο. ~ει: καταστροφές, συμφορές. Η περιβαλλοντική μόλυνση μπορεί να ~ απώλεια της βιοποικιλότητας. Η φθορά που ~ ο χρόνος. Παράβαση που ~ πρόστιμο ύψους ... ευρώ. Η μη συμμόρφωση με τους κανόνες ~ ποινή (πβ. επισύρει). Γεγονός που ~ε πλήγμα στον τουρισμό. Πβ. προξενεί, προκαλεί, συνεπάγεται, συν~. ● επιφέρεται: προκαλείται: ~ ζημία/μείωση. Αλλαγές που ~ονται με τον νέο νόμο. [< αρχ. ἐπιφέρω] | |
| 18082 | επίφοβος | , η, ο [ἐπίφοβος] ε-πί-φο-βος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί φόβο ή ανασφάλεια, συνήθ. επειδή εμπεριέχει κινδύνους ή μπορεί να προκαλέσει ζημιά: ~ο: εγχείρημα. Περιοχή ~η για κατολισθήσεις. Είναι ~ο να κυκλοφορεί κανείς το βράδυ μόνος.|| (για πρόσ.) ~ος: αντίπαλος/εχθρός. Πβ. ανησυχητ-, απειλητ-ικός, επικίνδυνος, επισφαλής. [< αρχ. ἐπίφοβος] | |
| 18083 | επιφοίτηση | [ἐπιφοίτηση] ε-πι-φοί-τη-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: δι' επιφοιτήσεως (λόγ.-ειρων.): με ξαφνική πνευματική αναλαμπή: Κανένα απο τα μεγάλα προβλήματα δεν λύθηκε ~ ~., η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος 1. ΘΕΟΛ. ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος από τον ουρανό, η εμφάνισή του με τη μορφή πύρινων γλωσσών και ο πνευματικός φωτισμός των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής. 2. (μτφ.-ειρων.) θεία έμπνευση, φώτιση: Τι περιμένεις για να αποφασίσεις, την ~ ~; Μου ήρθε η ~ ~. [< μτγν. ἐπιφοίτησις ‘άφιξη, παρέμβαση’] | |
| 18084 | επιφορτίζω | [ἐπιφορτίζω] ε-πι-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {επιφόρτι-σα, επιφορτί-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, επιφορτίζ-οντας} (λόγ.): αναθέτω· επιβαρύνω, φορτώνω: ~σε τους συνεργάτες/υπαλλήλους του με επιπλέον αρμοδιότητες/καθήκοντα. ~σε τη βοηθό του να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες.|| Καλό είναι να μην ~ουμε το στομάχι με υπερβολική τροφή. ● Παθ.: επιφορτίζομαι: αναλαμβάνω: ~ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το σπίτι. Το σχολείο ~εται τον σημαντικό ρόλο να διαπαιδαγωγεί. Η κριτική επιτροπή έχει ~στεί με το έργο της απονομής επάθλων. Πβ. επωμίζομαι. ● βλ. επιφορτισμένος [< μτγν. ἐπιφορτίζω, γαλλ. charger, ιταλ. incaricare] | |
| 18085 | επιφόρτιση | [ἐπιφόρτιση] ε-πι-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανάθεση, επιβάρυνση: ~ με καθήκοντα/υποχρεώσεις. ~ του νομοθέτη να ... [< μεσν. επιφόρτισις, γαλλ. chargement] | |
| 18086 | επιφορτισμένος | , η, ο [ἐπιφορτισμένος] ε-πι-φορ-τι-σμέ-νος επίθ.: που έχει αναλάβει ή επωμισθεί κάτι: Υπάλληλοι ~οι να ... Αρχή ~η με το έργο ... ● βλ. επιφορτίζω | |
| 6074 | ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΈΝΟς | [ἀποστέλλω] α-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {απέστειλε, αποστείλει, αποστάλ-θηκε (λόγ.) απεστάλη, αποσταλεί, απεσταλμένος, αποστέλλ-οντας} (λόγ.) & αποστέλνω 1. στέλνω κάτι ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό μέσο: ~ επιστολή. (σε γράμμα:) Σας ~ αναλυτική κατάσταση με ... (πβ. εσωκλείω). Η παραγγελία θα αποσταλεί εντός ... ωρών/σε ... ημέρες. Απεστάλη εγκύκλιος (προς όλες τις Υπηρεσίες). Η αίτηση μπορεί να αποσταλεί με ιμέιλ/φαξ. 2. (για επίσημο φορέα) στέλνω σε ορισμένο μέρος ομάδα προσώπων επιφορτισμένη με συγκεκριμένο έργο: Θα αποστείλουν αντιπροσωπεία/ειρηνευτική δύναμη/στρατεύματα στην περιοχή. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἀποστέλλω] | |
| 18087 | επιφυλακή | [ἐπιφυλακή] ε-πι-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): κατάσταση ετοιμότητας, συνήθ. των Σωμάτων Ασφαλείας μιας χώρας, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, προβλημάτων: γενική/ύψιστη ~. ~ για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Θέση/μέτρα/ομάδα/προσωπικό ~ής. Πβ. εγρήγορση, επαγρύπνηση.|| Η στάθμη του ποταμού ξεπέρασε το όριο ~ής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ● ΦΡ.: σε επιφυλακή: ~ ~ (βρίσκεται) ο κρατικός μηχανισμός. Σε αυξημένη/διαρκή/πλήρη ~ έχουν τεθεί ο στρατός και η αστυνομία. | |
| 18088 | επιφυλακτικός | , ή, ό [ἐπιφυλακτικός] ε-πι-φυ-λα-κτι-κός επίθ.: που έχει ή εκφράζει επιφύλαξη, αμφιβολία, διστακτικότητα: (για πρόσ.) ~ με τους ανθρώπους/με το άλλο φύλο. ~ στην ανάληψη πρωτοβουλιών/στις προβλέψεις. ~ απέναντι σε/στην ιδέα να/ως προς ... ~ και δύσπιστος/καχύποπτος/σφιγμένος. Εμφανίστηκε/παρέμεινε/παρουσιάστηκε/στάθηκε/φάνηκε ~. Πβ. διστακτικός.|| ~ή: αντίδραση/αντιμετώπιση/στάση/υποδοχή. ~ό: κλίμα. ~ές: εκτιμήσεις/κινήσεις. ~ά: σχόλια. Πβ. εφεκτικός, κουμπω-, συγκρατη-μένος. ΑΝΤ. ανεπιφύλακτος ● επίρρ.: επιφυλακτικά [< γαλλ. réservé] | |
| 18089 | επιφυλακτικότητα | [ἐπιφυλακτικότητα] ε-πι-φυ-λα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του επιφυλακτικού: διάχυτη/έντονη ~. Συγκρατημένη αισιοδοξία, αλλά και ~ της κοινής γνώμης. ~ και σκεπτικισμός. Κλίμα/στάση ~ας. Επικρατεί ~ και ανησυχία για την επόμενη ημέρα/τις εξελίξεις. Καινοτομία που αντιμετωπίζεται με ~. Πβ. διστακτικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 18090 | επιφύλαξη | [ἐπιφύλαξη] ε-πι-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. αμφιβολία, έλλειψη βεβαιότητας: με κάθε ~. Έχω (μεγάλη/μια) ~ για το εγχείρημα. Διαφωνώ/συμφωνώ με (κάποια) ~. Έντονες/ζωηρές/σοβαρές ~άξεις. Διατηρώ/εκφράζω τις ~άξεις μου. Συμμερίζομαι τις ~άξεις σου. Διαλύονται/παραμένουν οι ~άξεις ως προς ... Το αίτημα έγινε αποδεκτό χωρίς καμία ~/χωρίς ~άξεις (= ανεπιφύλακτα). Πβ. δισταγμός, ενδοιασμός. Βλ. σκεπτικισμός. 2. ΝΟΜ. μονομερής δήλωση φυσικού ή νομικού προσώπου ότι επιθυμεί να αποδεχθεί τα αποτελέσματα πράξης, εφόσον δεν είναι αντίθετα με δικαιώματά του, ή να αναμείνει την εξέλιξη των γεγονότων ή τη δημιουργία προϋποθέσεων, προτού προχωρήσει στην αποδοχή συμφωνίας: νόμιμη/ρητή ~. Με την ~ του άρθρου 6/της παραγράφου 4. Με την ~ εφαρμογής του όρου 7. ~ υπέρ του νόμου. ● ΦΡ.: με (την) επιφύλαξη παντός (νομίμου) δικαιώματος: ΝΟΜ. (π.χ. σε ανακοίνωση ή σημείωση για πνευματική ιδιοκτησία) με διατήρηση του δικαιώματος να ακυρωθούν τα όσα έχουν υπογραφεί: ~ ~, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά εδώ. Βλ. πνευματικά δικαιώματα. [< γαλλ. réserve] | |
| 18091 | επιφυλάσσω | [ἐπιφυλάσσω] ε-πι-φυ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {επιφύλα-ξα (λόγ.) επεφύλαξα, επιφυλάξει, επιφυλά-χθηκε, -χθεί, επιφυλάσσ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. φέρνω αναπάντεχα κάτι θετικό ή αρνητικό: Σας ~ πολλές εκπλήξεις. Τι μας ~ει το μέλλον; Ουσίες που ~ουν (= εγκυμονούν, κρύβουν) κινδύνους για την υγεία. Η μοίρα του ~ξε άσχημο παιχνίδι. Πβ. (προ)ετοιμάζω. 2. εκδηλώνω, εκφράζω κάτι (στάση, αντίδραση) στο τέλος: Οι φίλαθλοι ~ουν υποδοχή ηρώων στους ποδοσφαιριστές. Οι κριτικοί ~ξαν διθυραμβικές κριτικές για την ταινία. ● Παθ.: επιφυλάσσομαι: αποφεύγω να πράξω κάτι τώρα και το μεταθέτω για το μέλλον: ~ για αργότερα/για κάθε νόμιμη ενέργεια. ~ονται να αντιδράσουν, αν δεν ικανοποιηθεί το αίτημά τους. Το ΔΣ ~χθηκε να επανεξετάσει το θέμα.|| (ελλειπτ.) Δεν παραθέτω όλο το κείμενο ως έχει, αλλά ~ (: θα το κάνω κάποια άλλη στιγμή). ● ΦΡ.: επιφυλάσσει το δικαίωμα: (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) διατηρεί το δικαίωμα: Η επιτροπή ~ ~ ακύρωσης της κλήρωσης. Το Ίδρυμα ~ ~ να μην απονείμει καμία βράβευση. ~ για τον εαυτό του το δικαίωμα/το(ν) ρόλο να ...|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία ~εται/~όμενοι παντός νομίμου δικαιώματος. [< πβ. αρχ. ἐπιφυλάσσω ‘περιμένω (παρακολουθώντας)’, γαλλ. réserver] | |
| 18092 | επιφυλλίδα | [ἐπιφυλλίδα] ε-πι-φυλ-λί-δα ουσ. (θηλ.): δοκιμιακό κείμενο περιορισμένης έκτασης με εξειδικευμένο περιεχόμενο (π.χ. λογοτεχνικό, επιστημονικό) που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό· το αντίστοιχο κειμενικό είδος: ~ες για γλωσσικά/ιστορικά θέματα. Βλ. χρονογράφημα. [< πβ. μτγν. ἐπιφυλλίς 'μικρό τσαμπί που απομένει στο κλήμα μετά τον τρύγο', γαλλ. feuilleton] | |
| 18093 | επιφυλλιδογραφία | [ἐπιφυλλιδογραφία] ε-πι-φυλ-λι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή επιφυλλίδων: τακτική ~. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. feuilletonisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ