| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 898 | ΑΕΔΑΚ | (η): Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων. | |
| 899 | ΑΕΕΧ | (η): Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου. | |
| 900 | αεί | [ἀεί] α-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάντα, αιώνια, κυρ. στις ● ΦΡ.: ες αεί βλ. εσαεί., γηράσκω αεί διδασκόμενος βλ. γηράσκω, νυν και αεί βλ. νυν, όμοιος ομοίω αεί πελάζει βλ. πελάζει, στο νυν και αεί βλ. νυν [< αρχ. ἀεί] | |
| 902 | ΑΕΙ | (το): Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. | |
| 903 | άει | βλ. άι | |
| 901 | αει- | & αεί- (λόγ.): λεξικό πρόθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνει ότι κάτι είναι διαρκές ή συνεχίζεται αδιάκοπα: ~θαλής/~κίνητος. Αείμνηστος. | |
| 904 | αειθαλής | , ής, ές [ἀειθαλής] α-ει-θα-λής επίθ. {αειθαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. ΒΟΤ. (για δέντρο, φυτό) που διατηρεί τα φύλλα του όλο τον χρόνο: ~ής: θάμνος. ~ές: φύλλωμα. ~ή: κωνοφόρα. ΣΥΝ. αείφυλλος ΑΝΤ. φυλλοβόλος 2. (μτφ.) που παραμένει ακμαίος, σφριγηλός, δημιουργικός: ~ής: γέροντας. ~ές: πνεύμα. Πβ. αγέραστος, δραστήριος, θαλερός. [< μτγν. ἀειθαλής] | |
| 905 | αεικινησία | [ἀεικινησία] α-ει-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συνεχής, αδιάκοπη κίνηση: ~ και πολυπραγμοσύνη. ΑΝΤ. ακινησία (1) [< αρχ. ἀεικινησία] | |
| 906 | αεικίνητος | , η, ο [ἀεικίνητος] α-ει-κί-νη-τος επίθ. 1. που κινείται διαρκώς: ~ος: κόσμος. ~η: θάλασσα. ~ο: βλέμμα/παιδί (= κινητικό). ~α: μάτια/χέρια.|| Το ~ο του χρόνου. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. ακίνητος 2. (μτφ.) που ενεργεί, δημιουργεί ασταμάτητα: ~ος: άνθρωπος/πολιτικός (= δραστήριος)/ταξιδευτής (= ακούραστος). ~ο: μυαλό/πνεύμα. Αειθαλής/πολυπράγμων και ~. Πβ. ακαταπόνητος, δημιουργικός. [< αρχ. ἀεικίνητος] | |
| 907 | αείμνηστος | , η, ο [ἀείμνηστος] α-εί-μνη-στος επίθ. (επίσ.): (αναφορά σε επώνυμο πρόσωπο που έχει πεθάνει) που αξίζει να μνημονεύεται παντοτινά: Ο ~ος ευεργέτης ... (πβ. αοίδιμος). Η ~η ηθοποιός ... Οι ~οι αγωνιστές.|| Οι ~οι γονείς μου (= οι μακαρίτες). ΣΥΝ. αλησμόνητος (2), αξέχαστος [< αρχ. ἀείμνηστος] | |
| 908 | αειπάρθενος | [ἀειπάρθενος] α-ει-πάρ-θε-νος ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου, για πάντα παρθένος. [< μτγν. ἀειπάρθενος] | |
| 909 | αείποτε | [ἀείποτε] α-εί-πο-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. πάντοτε, συνεχώς: Ορκίστηκε ότι θα μείνει ~ πιστός. Πβ. στον αιώνα τον άπαντα. ΑΝΤ. ουδέποτε 2. από παλιά, ανέκαθεν: της ~ θαλασσοκράτειρας. Βλ. πάλαι ποτέ. [< ἀεί + αρχ. ποτέ] | |
| 910 | αειφανής | , ής, ές [ἀειφανής] α-ει-φα-νής επίθ. κυρ. ΑΣΤΡΟΝ.: που είναι πάντα ορατός: ~ής: αστέρας. Η Μεγάλη και η Μικρή Άρκτος είναι ~είς αστερισμοί. Βλ. α-, αμφι-φανής. [< αρχ. ἀειφανής] | |
| 911 | αειφορία | [ἀειφορία] α-ει-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. αρχή και μοντέλο διαχείρισης όλων των φυσικών οικοσυστημάτων και των ανανεώσιμων φυσικών πόρων που επιδιώκει να εναρμονίσει την ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας σε όλους τους τομείς με την προστασία του περιβάλλοντος, βάσει ενός μακροπρόθεσμου, ολιστικού και διεπιστημονικού σχεδιασμού· βιωσιμότητα: κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική ~. ~ και ποιότητα ζωής. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος/αξιοβίωτη ανάπτυξη. Βλ. διατηρησιμότητα. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.) διαρκής ανάπτυξη: λογοτεχνική ~. Βλ. -φορία. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων βλ. κάρπωση [< αγγλ. sustainability, 1972] | |
| 912 | αειφορικός | , ή, ό βλ. αειφόρος | |
| 913 | αειφορικότητα | [ἀειφορικότητα] α-ει-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. η ιδιότητα του αειφόρου και ειδικότ. η αειφόρος ανάπτυξη: η ~ στη γεωργία. ~ και οικολογικός εκσυγχρονισμός. Αρχές/πολιτικές της ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. sustainability, 1972] | |
| 914 | αειφόρος | , α/ος, ο [ἀειφόρος] α-ει-φό-ρος επίθ. & αειφορικός (λόγ.): που αναφέρεται ή συμβάλλει στην αειφορία: ~ος: τουρισμός. ~ος: αλιεία/αρχιτεκτονική/διαχείριση (των αποβλήτων/των δασών). ~ες: δραστηριότητες/μεταφορές/πηγές ενέργειας/πόλεις. ~α: κτίρια. ~ χρήση των φυσικών και ανθρωπογενών οικοσυστημάτων. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος [< μτγν. ἀειφόρος ‘ο πάντα εύφορος, ανεξάντλητος’, αγγλ. sustainable] | |
| 915 | αείφυλλος | , η/ος, ο [ἀείφυλλος] α-εί-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. αειθαλής: ~α: πλατύφυλλα (π.χ. αγριελιά, πουρνάρι, σχίνος). Βλ. -φυλλος. ΑΝΤ. φυλλοβόλος [< αρχ. ἀείφυλλος] | |
| 916 | ΑΕΝ | (η): Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. | |
| 917 | αέναος | , η, ο [ἀέναος] α-έ-να-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που κινείται συνεχώς και κατ' επέκτ. διαρκής, αιώνιος: ο ~ος: αγώνας/κύκλος της ζωής. ~η: αναζήτηση (της αλήθειας)/κίνηση (των πλανητών). ~ο: γίγνεσθαι. Η ~η (= αστείρευτη) χαρά της ανακάλυψης/δημιουργίας. Πβ. αΐδιος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος, διηνεκής, παντοτινός, συνεχής. ● επίρρ.: αενάως & αέναα [< αρχ. ἀέναος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ