Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [18980-19000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18094επιφυλλιδογράφος[ἐπιφυλλιδογράφος] ε-πι-φυλ-λι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας επιφυλλίδων: τακτικός ~. Αρθρογράφος/δημοσιογράφος και ~. ~ και κριτικός βιβλίου/κινηματογράφου. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. feuilletoniste]
18095επίφυση[ἐπίφυση] ε-πί-φυ-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΑΤ. 1. καθένα από τα δύο άκρα των μακρών οστών που χωρίζεται αρχικά από το κυρίως οστό με χόνδρο και στη συνέχεια συνδέεται με αυτό μέσω της οστεοποίησης: ~ ωλένης. Κατάγματα/πρώιμη σύγκλιση των ~ύσεων. Βλ. διάφυση. 2. μικρός ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται ανάμεσα στα ημισφαίρια του εγκεφάλου και παράγει την ορμόνη μελατονίνη: Η δραστηριότητα της ~ης ρυθμίζεται από το φως που πέφτει στα μάτια. Πβ. κωνάριο. Βλ. υπόφυση. [< αρχ. ἐπίφυσις ‘ανάπτυξη, έκφυση’, γαλλ. épiphyse, αγγλ. epiphysis]
18096επίφυτο[ἐπίφυτο] ε-πί-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό το οποίο στηρίζεται πάνω σε άλλο για να αναπτυχθεί, χωρίς να τρέφεται παρασιτικά από αυτό, αλλά από τον αέρα και τη βροχή: Οι ορχιδέες είναι ~α. Βλ. λιάνα, παράσιτο, -φυτο. [< γαλλ. épiphyte, αγγλ. epiphyte]
18097επιφώνημα[ἐπιφώνημα] ε-πι-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. συντακτικά ανεξάρτητο κατά κανόνα μέρος του λόγου, συνήθ. άκλιτη λέξη, που δηλώνει ποικίλα έντονα συναισθήματα: π.χ. άι, άντε, αχ, ουφ, πω πω. [< μτγν. ἐπιφώνημα]
18098επιφωνηματικός, ή, ό [ἐπιφωνηματικός] ε-πι-φω-νη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που λειτουργεί ως επιφώνημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ές: δομές/(εκ)φράσεις/προτάσεις (π.χ. τι ωραία που περάσαμε!, ποιος θα το φανταζόταν!, να ζήσετε! σε καλό μας!). Επιρρήματα με ~ή χρήση (π.χ. ασφαλώς!, όχι βέβαια!). ● επίρρ.: επιφωνηματικά [< μτγν. ἐπιφωνηματικός, γαλλ. exclamatif]
18100επιχαίρω[ἐπιχαίρω] ε-πι-χαί-ρω ρ. (αμτβ.) {επέχαιρ-ε, επιχαίρ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): χαίρομαι, κυρ. για κάτι κακό: ~ουν για τα αντεργατικά μέτρα. Ας μην ~ουν μερικοί. Δεν ~ουμε (= δεν είμαστε χαιρέκακοι). ~ε για τα λάθη των άλλων. [< αρχ. ἐπιχαίρω ‘αναγαλλιάζω, ευχαριστιέμαι’]
18101επιχαλκώνω[ἐπιχαλκώνω] ε-πι-χαλ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {συνηθέστ. στη μτχ. επιχαλκω-μένος}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κάνω επιχάλκωση: Με εµβάπτιση ~ονται χαλύβδινα σύρµατα ή φύλλα. ~μένος: χάλυβας. ~μένο: καλώδιο/σασί. ~μένα: σκάγια. [< γαλλ. cuivrer]
18102επιχάλκωση[ἐπιχάλκωση] ε-πι-χάλ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση επιφάνειας με λεπτή στρώση χαλκού· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ηλεκτρολυτική ~. Βλ. επιμετάλλωση. [< γαλλ. cuivrage]
18103επιχείλιος, α, ο [ἐπιχείλιος] ε-πι-χεί-λι-ος επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: επιχείλιο (το): περιμετρική επένδυση της πισίνας: αντιολισθητικά/μαρμάρινα ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείλιος έρπης βλ. έρπης
18104επίχειρα[ἐπίχειρα] ε-πί-χει-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (απαιτ. λεξιλόγ.): οτιδήποτε συμβαίνει ως τιμωρία ή γενικότ. αρνητική συνέπεια: τα ~ της επιλογής/κακίας του. Εισέπραξε/έλαβε τα ~ των πράξεών του. Πβ. πληρωμή. [< μτγν. ἐπίχειρον ‘βραχίονας’, αρχ. πληθ. ἐπίχειρα ‘ανταμοιβή, μισθός, τιμωρία’]
18105επιχειρείν[ἐπιχειρεῖν] ε-πι-χει-ρείν ουσ. (ουδ.) (λόγ.): επιχειρηματική δραστηριότητα: σύγχρονο ~. Πβ. επιχειρηματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό επιχειρείν & η-επιχειρείν: δραστηριοποίηση επιχείρησης στο διαδίκτυο: ~ ~ για ονλάιν αγορές/κρατήσεις/πωλήσεις. [< αγγλ. electronic/e- business]
18106επιχείρημα[ἐπιχείρημα] ε-πι-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {επιχειρήμ-ατος | -ατα, -άτων}: σύνθετος συλλογισμός που αποσκοπεί σε υποστήριξη ή αντίκρουση μιας γνώμης, θέσης, άποψης και οδηγεί συνήθ. σε συμπέρασμα: αδιάσειστο/ακλόνητο/αστείο/ατράνταχτο/(α)βάσιμο/γελοίο/δυνατό/επαρκές/ισχυρό/λογικό/παράλογο/πειστικό/σαθρό/σοβαρό/τεκμηριωμένο ~. Αρνητικά/ατεκμηρίωτα/βασικά/έωλα/θετικά ~ατα. ~ κατά/υπέρ ... Ανάπτυξη/αναίρεση/ανασκευή/ορθότητα/προβολή ~ατος. Ιστορικά ~ατα. Ανταλλαγή/έλλειψη/ένδεια/(αντι)παράθεση/πλήθος/σειρά ~άτων (πβ. επιχειρηματολογία). Διατύπωσε/επικαλέστηκε/πρόβαλε/έφερε το ~ ότι ... ~ που δεν ευσταθεί/πείθει/στέκει.|| Νομικό ~. Το δικαστήριο απέρριψε το ~ ότι ... Βλ. αντ~. [< αρχ. ἐπιχείρημα]
18107επιχειρηματίας[ἐπιχειρηματίας] ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επιχειρηματι-ών}: ιδιοκτήτης επιχείρησης: επιτυχημένος/θεατρικός (πβ. θεατρώνης)/τουριστικός/υποψήφιος ~. Δραστήριοι/δυναμικοί/επιφανείς/κορυφαίοι/πρωτοπόροι ~ες. Μικρομεσαίοι ~ες. ~ες-εκδότες. Ενίσχυση/επιδότηση νέων ~ών. Βλ. μικρο~.|| (ως επίθ.) ~ες: γυναίκες. Πβ. μπίζνεσμαν. [< γαλλ. entrepreneur]
18108επιχειρηματικός, ή, ό [ἐπιχειρηματικός] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται σε επιχειρηματία ή επιχείρηση: ~ός: κατάλογος/κόσμος/κύκλος/οδηγός/όμιλος/οργανισμός/στίβος/σύνδεσμος/συνεργάτης/σχεδιασμός/τομέας/φορέας/χώρος. ~ή: αμοιβή/ανάπτυξη/αποστολή/δράση/δραστηριότητα/ελίτ/ευφυΐα/ηθική/ιδέα/ικανότητα/καινοτομία/κοινότητα/πρωτοβουλία/στρατηγική/συνάντηση/συνεργασία/τεχνογνωσία. ~ό: δαιμόνιο/ενδιαφέρον/κεφάλαιο/κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα (= επιχειρηματικότητα)/πρόγραμμα/συμβούλιο/φόρουμ. ~οί: εταίροι/στόχοι/σύμβουλοι. ~ές: αποφάσεις/ειδήσεις/εξελίξεις/ευκαιρίες/εφαρμογές/συμφωνίες. ~ά: βραβεία/μοντέλα/νέα/πάρκα/συμφέροντα/ταξίδια. Βλ. εμπορικός. ● επίρρ.: επιχειρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματικό σχέδιο & επιχειρηματικό πλάνο: γραπτή έκθεση που περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις και τους στόχους μιας υπό ίδρυση ή λειτουργία επιχείρησης, καθώς και τα μέσα για την επίτευξή τους. [< αγγλ. business plan] , επιχειρηματικοί άγγελοι: ιδιώτες που επενδύουν χρήματα και χρόνο σε επιχειρήσεις με προοπτικές ανάπτυξης. [< αγγλ. business angels, 1933] , επιχειρηματικός κίνδυνος & επιχειρηματικό ρίσκο: αδυναμία εταιρείας να κάνει ακριβή πρόβλεψη για το αν θα έχει αρκετό ρευστό, ώστε να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα με βάση τη διάθεση των κεφαλαίων της: υψηλός ~ ~. Ανάληψη/διαχείριση ~ού ~ου. [< αγγλ. business risk], επιχειρηματική αριστεία βλ. αριστεία, επιχειρηματική ηθική βλ. ηθική [< πβ. αρχ. ἐπιχειρηματικός ‘που σχετίζεται με τη διαλεκτική επιχειρηματολογία', αγγλ. business, entrepreneurial, γαλλ. ~, 1984]
58745επιχειρηματικότητα[ἐπιχειρηματικότητα] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιχειρηματική δραστηριότητα, επιχειρηματικό πνεύμα: γυναικεία/καινοτομική/κοινωνική (: για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων με επίκεντρο τον άνθρωπο)/μικρομεσαία/πράσινη (: για ήπια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος)/περιβαλλοντική/υγιής ~. Ανταγωνιστικότητα/καινοτομία και ~. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση/προώθηση/τόνωση/υποστήριξη της ~ας. Βραβείο ~ας. Πβ. επιχειρείν. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας βλ. θυρίδα [< αγγλ. entrepreneurship, 1915, γαλλ. entrepreneuriat, 1988]
18109επιχειρηματολογία[ἐπιχειρηματολογία] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη επιχειρημάτων με σκοπό την υποστήριξη ή αντίκρουση άποψης, θέσης: δομημένη/εμπεριστατωμένη/επιστημονική/λογική/πειστική/πολιτική/πλούσια/σαθρή/σωστή/τεκμηριωμένη ~. Δομή/ενίσχυση της ~ας (βλ. ντιμπέιτ). Αγώνες (πβ. αντιλογία)/διαγωνισμός/πρωτάθλημα ~ας. Η βάση/ο πυρήνας της ~ας του. Αμφισβητούν την ~ του.|| Νομική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. argumentation]
18110επιχειρηματολογικός, ή, ό [ἐπιχειρηματολογικός] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την επιχειρηματολογία: ~ή: ανάλυση/βάση/δεινότητα/ικανότητα/μέθοδος/στρατηγική/τεκμηρίωση. ● επίρρ.: επιχειρηματολογικά [< γαλλ. argumentatif]
18111επιχειρηματολογώ[ἐπιχειρηματολογῶ] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {επιχειρηματολογ-είς ... | επιχειρηματολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: προβάλλω, διατυπώνω, αναπτύσσω επιχειρήματα: ~ επαρκώς/πειστικά πάνω σε ένα θέμα. ~ επί της ουσίας. Πρόσφατες μελέτες ~ούν ότι ... ~ησε με σαφήνεια/στοιχεία/τεκμηριωμένες θέσεις. ~ησαν έντονα/σθεναρά κατά/υπέρ ... Κλήθηκε να ~ήσει σχετικά με ... Βλ. -λογώ. [< γαλλ. argumenter]
18112επιχείρηση[ἐπιχείρηση] ε-πι-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μονάδα παραγωγής αγαθών ή παροχής εμπορικών υπηρεσιών που ιδρύεται και διοικείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συνήθ. με σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος: αγροτική/ατομική/βιομηχανική/βιοτεχνική/δημοτική/εκδοτική/ελεύθερη (: που λειτουργεί χωρίς να υπόκειται σε κρατικό παρεμβατισμό)/εμπορική/επικερδής/ζημιογόνα/ιδιωτική/(μη) κερδοσκοπική/κρατική/μεγάλη/μικτή (: ιδιωτικού και δημοσίου ενδιαφέροντος)/μεσαία/μικρή (= μικρο~)/ναυτιλιακή/οικογενειακή/οικοδομική/παραγωγική/πολυεθνική/προβληματική/συνεταιριστική/τοπική/τραπεζική (= τράπεζα) ~. ~ κοινής ωφελείας (βλ. ΔΕΚΟ). Άδεια/διαφήμιση/διευθυντής/δυναμικό/έδρα/εκπρόσωπος/επιτελείο/επωνυμία/ίδρυση/ισολογισμός/κόστος/λειτουργία/περιουσία/προσωπικό/σήμα/(διοικητικό) συμβούλιο/συνεργάτης/υπάλληλος/χρηματοδότηση ~ης. Ένωση/μηχανοργάνωση/οδηγός/όμιλος/στελέχωση/συγχώνευση/σύνδεσμος ~ήσεων. Τμήμα Τουριστικών ~ήσεων. Aσχολούμαι με ~ήσεις (πβ. μπίζνες). Πβ. εταιρεία, φίρμα. 2. σύνολο συστηματικών και ομαδικών προσπαθειών και ενεργειών για την επίτευξη ενός στόχου: αστυνομική/δύσκολη/επικίνδυνη (βλ. περιπέτεια) ~. Αποτυχία/επιτυχία/οργάνωση/σχεδιασμός/συντονισμός ~ης. Ολονύκτια ~ διάσωσης (εγκλωβισμένων, ναυαγών)/εκκένωσης (κτιρίου/οικισμού/χώρου)/εύρεσης αγνοουμένων/κατάσβεσης (πυρκαγιάς, φωτιάς)/παροχής βοήθειας. ~ για τη σύλληψη του δράστη. Πβ. απόπειρα, εκστρατεία. 3. ΣΤΡΑΤ. σχεδιασμός και εκτέλεση συντονισμένων στρατιωτικών ενεργειών με σκοπό την εξουδετέρωση του εχθρού: αεροπορική/αιφνιδιαστική/αμυντική/αμφίβια/αποβατική/εκκαθαριστική/επιθετική/μυστική/ναυτική/πολεμική/χερσαία ~. ~ στρατηγικής σημασίας. Βάση/διεξαγωγή/τόπος ~ης. Γραφείο/(μτφ.) θέατρο/κέντρο/χάρτης ~ήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια επιχείρηση: νομικό πρόσωπο που ιδρύεται και διοικείται ή ελέγχεται από το κράτος ή δημόσιο οργανισμό και στοχεύει στην ικανοποίηση σημαντικής κοινωνικής ανάγκης: ~ ~ Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)., επιχείρηση έντασης γνώσης: τεχνοβλαστός., αξία επιχείρησης βλ. αξία, εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης βλ. εκκαθάριση, επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας βλ. αυτοκτονία, επιχείρηση-αρετή/επιχείρηση αρετής βλ. αρετή, επιχείρηση-σκούπα βλ. σκούπα, ζώνη επιχειρήσεων βλ. ζώνη, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων βλ. οργάνωση, στελέχη επιχειρήσεων βλ. στέλεχος, Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, συνδυασμένες επιχειρήσεις βλ. συνδυάζω ● ΦΡ.: κάνω/μεταβάλλω κάτι σε επιχείρηση (αρνητ. συνυποδ.): ασκώ δραστηριότητα με σκοπό το οικονομικό κέρδος, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα της: ~ ~ τον αθλητισμό/την πολιτική/την φιλανθρωπία. Πβ. εμπορευματοποιώ. [< 1: γαλλ. entreprise 2,3: αρχ. ἐπιχείρησις]
18113επιχειρησιακός, ή, ό [ἐπιχειρησιακός] ε-πι-χει-ρη-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται σε επιχειρήσεις, συνήθ. οικονομικές: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: έλεγχος/προγραμματισμός/προϋπολογισμός/στόχος/σύμβουλος/συντονισμός/σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση/διαχείριση/δραστηριότητα/εκμετάλλευση/ιδέα/πρακτική/στρατηγική. ~ό: κέντρο/μοντέλο/περιβάλλον/πλάνο/πρόγραμμα/σχέδιο. ~οί: κίνδυνοι/πόροι. ~οί: πελάτες/συνεργάτες. ~ές: αποφάσεις/δεξιότητες/διαδικασίες/δομές/δυνατότητες/ευκαιρίες/μονάδες/σπουδές/υπηρεσίες. ~ά: στελέχη. Βλ. ενδο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή: άσκηση ετοιμότητας (: στρατιωτική)/ευθύνη. ~οί: αξιωματικοί.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ά: δίκτυα.|| ~ή: στατιστική/ψυχολογία. ~ά: μαθηματικά. ● επίρρ.: επιχειρησιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρησιακή & επιχειρηματική ηθική: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ηθικός κώδικας που βασίζεται στις έννοιες του ορθού, του δικαίου και της επιχειρησιακής ευθύνης, διέπει άτυπα τις σχέσεις μεταξύ ανταγωνιστριών επιχειρήσεων και μπορεί να καθοδηγήσει διευθυντές στη λήψη αποφάσεων. [< αγγλ. business ethics] , επιχειρησιακή έρευνα βλ. έρευνα [< αγγλ. operational, 1922, γαλλ. opérationel, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.