| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18091 | επιφυλάσσω | [ἐπιφυλάσσω] ε-πι-φυ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {επιφύλα-ξα (λόγ.) επεφύλαξα, επιφυλάξει, επιφυλά-χθηκε, -χθεί, επιφυλάσσ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. φέρνω αναπάντεχα κάτι θετικό ή αρνητικό: Σας ~ πολλές εκπλήξεις. Τι μας ~ει το μέλλον; Ουσίες που ~ουν (= εγκυμονούν, κρύβουν) κινδύνους για την υγεία. Η μοίρα του ~ξε άσχημο παιχνίδι. Πβ. (προ)ετοιμάζω. 2. εκδηλώνω, εκφράζω κάτι (στάση, αντίδραση) στο τέλος: Οι φίλαθλοι ~ουν υποδοχή ηρώων στους ποδοσφαιριστές. Οι κριτικοί ~ξαν διθυραμβικές κριτικές για την ταινία. ● Παθ.: επιφυλάσσομαι: αποφεύγω να πράξω κάτι τώρα και το μεταθέτω για το μέλλον: ~ για αργότερα/για κάθε νόμιμη ενέργεια. ~ονται να αντιδράσουν, αν δεν ικανοποιηθεί το αίτημά τους. Το ΔΣ ~χθηκε να επανεξετάσει το θέμα.|| (ελλειπτ.) Δεν παραθέτω όλο το κείμενο ως έχει, αλλά ~ (: θα το κάνω κάποια άλλη στιγμή). ● ΦΡ.: επιφυλάσσει το δικαίωμα: (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) διατηρεί το δικαίωμα: Η επιτροπή ~ ~ ακύρωσης της κλήρωσης. Το Ίδρυμα ~ ~ να μην απονείμει καμία βράβευση. ~ για τον εαυτό του το δικαίωμα/το(ν) ρόλο να ...|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία ~εται/~όμενοι παντός νομίμου δικαιώματος. [< πβ. αρχ. ἐπιφυλάσσω ‘περιμένω (παρακολουθώντας)’, γαλλ. réserver] | |
| 18092 | επιφυλλίδα | [ἐπιφυλλίδα] ε-πι-φυλ-λί-δα ουσ. (θηλ.): δοκιμιακό κείμενο περιορισμένης έκτασης με εξειδικευμένο περιεχόμενο (π.χ. λογοτεχνικό, επιστημονικό) που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό· το αντίστοιχο κειμενικό είδος: ~ες για γλωσσικά/ιστορικά θέματα. Βλ. χρονογράφημα. [< πβ. μτγν. ἐπιφυλλίς 'μικρό τσαμπί που απομένει στο κλήμα μετά τον τρύγο', γαλλ. feuilleton] | |
| 18093 | επιφυλλιδογραφία | [ἐπιφυλλιδογραφία] ε-πι-φυλ-λι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή επιφυλλίδων: τακτική ~. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. feuilletonisme] | |
| 18094 | επιφυλλιδογράφος | [ἐπιφυλλιδογράφος] ε-πι-φυλ-λι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας επιφυλλίδων: τακτικός ~. Αρθρογράφος/δημοσιογράφος και ~. ~ και κριτικός βιβλίου/κινηματογράφου. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. feuilletoniste] | |
| 18095 | επίφυση | [ἐπίφυση] ε-πί-φυ-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΑΤ. 1. καθένα από τα δύο άκρα των μακρών οστών που χωρίζεται αρχικά από το κυρίως οστό με χόνδρο και στη συνέχεια συνδέεται με αυτό μέσω της οστεοποίησης: ~ ωλένης. Κατάγματα/πρώιμη σύγκλιση των ~ύσεων. Βλ. διάφυση. 2. μικρός ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται ανάμεσα στα ημισφαίρια του εγκεφάλου και παράγει την ορμόνη μελατονίνη: Η δραστηριότητα της ~ης ρυθμίζεται από το φως που πέφτει στα μάτια. Πβ. κωνάριο. Βλ. υπόφυση. [< αρχ. ἐπίφυσις ‘ανάπτυξη, έκφυση’, γαλλ. épiphyse, αγγλ. epiphysis] | |
| 18096 | επίφυτο | [ἐπίφυτο] ε-πί-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό το οποίο στηρίζεται πάνω σε άλλο για να αναπτυχθεί, χωρίς να τρέφεται παρασιτικά από αυτό, αλλά από τον αέρα και τη βροχή: Οι ορχιδέες είναι ~α. Βλ. λιάνα, παράσιτο, -φυτο. [< γαλλ. épiphyte, αγγλ. epiphyte] | |
| 18097 | επιφώνημα | [ἐπιφώνημα] ε-πι-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. συντακτικά ανεξάρτητο κατά κανόνα μέρος του λόγου, συνήθ. άκλιτη λέξη, που δηλώνει ποικίλα έντονα συναισθήματα: π.χ. άι, άντε, αχ, ουφ, πω πω. [< μτγν. ἐπιφώνημα] | |
| 18098 | επιφωνηματικός | , ή, ό [ἐπιφωνηματικός] ε-πι-φω-νη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που λειτουργεί ως επιφώνημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ές: δομές/(εκ)φράσεις/προτάσεις (π.χ. τι ωραία που περάσαμε!, ποιος θα το φανταζόταν!, να ζήσετε! σε καλό μας!). Επιρρήματα με ~ή χρήση (π.χ. ασφαλώς!, όχι βέβαια!). ● επίρρ.: επιφωνηματικά [< μτγν. ἐπιφωνηματικός, γαλλ. exclamatif] | |
| 18100 | επιχαίρω | [ἐπιχαίρω] ε-πι-χαί-ρω ρ. (αμτβ.) {επέχαιρ-ε, επιχαίρ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): χαίρομαι, κυρ. για κάτι κακό: ~ουν για τα αντεργατικά μέτρα. Ας μην ~ουν μερικοί. Δεν ~ουμε (= δεν είμαστε χαιρέκακοι). ~ε για τα λάθη των άλλων. [< αρχ. ἐπιχαίρω ‘αναγαλλιάζω, ευχαριστιέμαι’] | |
| 18101 | επιχαλκώνω | [ἐπιχαλκώνω] ε-πι-χαλ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {συνηθέστ. στη μτχ. επιχαλκω-μένος}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κάνω επιχάλκωση: Με εµβάπτιση ~ονται χαλύβδινα σύρµατα ή φύλλα. ~μένος: χάλυβας. ~μένο: καλώδιο/σασί. ~μένα: σκάγια. [< γαλλ. cuivrer] | |
| 18102 | επιχάλκωση | [ἐπιχάλκωση] ε-πι-χάλ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση επιφάνειας με λεπτή στρώση χαλκού· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ηλεκτρολυτική ~. Βλ. επιμετάλλωση. [< γαλλ. cuivrage] | |
| 18103 | επιχείλιος | , α, ο [ἐπιχείλιος] ε-πι-χεί-λι-ος επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: επιχείλιο (το): περιμετρική επένδυση της πισίνας: αντιολισθητικά/μαρμάρινα ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείλιος έρπης βλ. έρπης | |
| 18104 | επίχειρα | [ἐπίχειρα] ε-πί-χει-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (απαιτ. λεξιλόγ.): οτιδήποτε συμβαίνει ως τιμωρία ή γενικότ. αρνητική συνέπεια: τα ~ της επιλογής/κακίας του. Εισέπραξε/έλαβε τα ~ των πράξεών του. Πβ. πληρωμή. [< μτγν. ἐπίχειρον ‘βραχίονας’, αρχ. πληθ. ἐπίχειρα ‘ανταμοιβή, μισθός, τιμωρία’] | |
| 18105 | επιχειρείν | [ἐπιχειρεῖν] ε-πι-χει-ρείν ουσ. (ουδ.) (λόγ.): επιχειρηματική δραστηριότητα: σύγχρονο ~. Πβ. επιχειρηματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό επιχειρείν & η-επιχειρείν: δραστηριοποίηση επιχείρησης στο διαδίκτυο: ~ ~ για ονλάιν αγορές/κρατήσεις/πωλήσεις. [< αγγλ. electronic/e- business] | |
| 18106 | επιχείρημα | [ἐπιχείρημα] ε-πι-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {επιχειρήμ-ατος | -ατα, -άτων}: σύνθετος συλλογισμός που αποσκοπεί σε υποστήριξη ή αντίκρουση μιας γνώμης, θέσης, άποψης και οδηγεί συνήθ. σε συμπέρασμα: αδιάσειστο/ακλόνητο/αστείο/ατράνταχτο/(α)βάσιμο/γελοίο/δυνατό/επαρκές/ισχυρό/λογικό/παράλογο/πειστικό/σαθρό/σοβαρό/τεκμηριωμένο ~. Αρνητικά/ατεκμηρίωτα/βασικά/έωλα/θετικά ~ατα. ~ κατά/υπέρ ... Ανάπτυξη/αναίρεση/ανασκευή/ορθότητα/προβολή ~ατος. Ιστορικά ~ατα. Ανταλλαγή/έλλειψη/ένδεια/(αντι)παράθεση/πλήθος/σειρά ~άτων (πβ. επιχειρηματολογία). Διατύπωσε/επικαλέστηκε/πρόβαλε/έφερε το ~ ότι ... ~ που δεν ευσταθεί/πείθει/στέκει.|| Νομικό ~. Το δικαστήριο απέρριψε το ~ ότι ... Βλ. αντ~. [< αρχ. ἐπιχείρημα] | |
| 18107 | επιχειρηματίας | [ἐπιχειρηματίας] ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επιχειρηματι-ών}: ιδιοκτήτης επιχείρησης: επιτυχημένος/θεατρικός (πβ. θεατρώνης)/τουριστικός/υποψήφιος ~. Δραστήριοι/δυναμικοί/επιφανείς/κορυφαίοι/πρωτοπόροι ~ες. Μικρομεσαίοι ~ες. ~ες-εκδότες. Ενίσχυση/επιδότηση νέων ~ών. Βλ. μικρο~.|| (ως επίθ.) ~ες: γυναίκες. Πβ. μπίζνεσμαν. [< γαλλ. entrepreneur] | |
| 18108 | επιχειρηματικός | , ή, ό [ἐπιχειρηματικός] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται σε επιχειρηματία ή επιχείρηση: ~ός: κατάλογος/κόσμος/κύκλος/οδηγός/όμιλος/οργανισμός/στίβος/σύνδεσμος/συνεργάτης/σχεδιασμός/τομέας/φορέας/χώρος. ~ή: αμοιβή/ανάπτυξη/αποστολή/δράση/δραστηριότητα/ελίτ/ευφυΐα/ηθική/ιδέα/ικανότητα/καινοτομία/κοινότητα/πρωτοβουλία/στρατηγική/συνάντηση/συνεργασία/τεχνογνωσία. ~ό: δαιμόνιο/ενδιαφέρον/κεφάλαιο/κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα (= επιχειρηματικότητα)/πρόγραμμα/συμβούλιο/φόρουμ. ~οί: εταίροι/στόχοι/σύμβουλοι. ~ές: αποφάσεις/ειδήσεις/εξελίξεις/ευκαιρίες/εφαρμογές/συμφωνίες. ~ά: βραβεία/μοντέλα/νέα/πάρκα/συμφέροντα/ταξίδια. Βλ. εμπορικός. ● επίρρ.: επιχειρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματικό σχέδιο & επιχειρηματικό πλάνο: γραπτή έκθεση που περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις και τους στόχους μιας υπό ίδρυση ή λειτουργία επιχείρησης, καθώς και τα μέσα για την επίτευξή τους. [< αγγλ. business plan] , επιχειρηματικοί άγγελοι: ιδιώτες που επενδύουν χρήματα και χρόνο σε επιχειρήσεις με προοπτικές ανάπτυξης. [< αγγλ. business angels, 1933] , επιχειρηματικός κίνδυνος & επιχειρηματικό ρίσκο: αδυναμία εταιρείας να κάνει ακριβή πρόβλεψη για το αν θα έχει αρκετό ρευστό, ώστε να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα με βάση τη διάθεση των κεφαλαίων της: υψηλός ~ ~. Ανάληψη/διαχείριση ~ού ~ου. [< αγγλ. business risk], επιχειρηματική αριστεία βλ. αριστεία, επιχειρηματική ηθική βλ. ηθική [< πβ. αρχ. ἐπιχειρηματικός ‘που σχετίζεται με τη διαλεκτική επιχειρηματολογία', αγγλ. business, entrepreneurial, γαλλ. ~, 1984] | |
| 58745 | επιχειρηματικότητα | [ἐπιχειρηματικότητα] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιχειρηματική δραστηριότητα, επιχειρηματικό πνεύμα: γυναικεία/καινοτομική/κοινωνική (: για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων με επίκεντρο τον άνθρωπο)/μικρομεσαία/πράσινη (: για ήπια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος)/περιβαλλοντική/υγιής ~. Ανταγωνιστικότητα/καινοτομία και ~. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση/προώθηση/τόνωση/υποστήριξη της ~ας. Βραβείο ~ας. Πβ. επιχειρείν. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας βλ. θυρίδα [< αγγλ. entrepreneurship, 1915, γαλλ. entrepreneuriat, 1988] | |
| 18109 | επιχειρηματολογία | [ἐπιχειρηματολογία] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη επιχειρημάτων με σκοπό την υποστήριξη ή αντίκρουση άποψης, θέσης: δομημένη/εμπεριστατωμένη/επιστημονική/λογική/πειστική/πολιτική/πλούσια/σαθρή/σωστή/τεκμηριωμένη ~. Δομή/ενίσχυση της ~ας (βλ. ντιμπέιτ). Αγώνες (πβ. αντιλογία)/διαγωνισμός/πρωτάθλημα ~ας. Η βάση/ο πυρήνας της ~ας του. Αμφισβητούν την ~ του.|| Νομική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. argumentation] | |
| 18110 | επιχειρηματολογικός | , ή, ό [ἐπιχειρηματολογικός] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την επιχειρηματολογία: ~ή: ανάλυση/βάση/δεινότητα/ικανότητα/μέθοδος/στρατηγική/τεκμηρίωση. ● επίρρ.: επιχειρηματολογικά [< γαλλ. argumentatif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ